Ξένοια εισβολέας στο σπίτι μου
15 Μαρτίου
Χθες το βράδυ, ο Ανδρέας με ρώτησε καθώς μάζευε τον χαρτοφύλακά του για την επόμενη μέρα γιατί θεωρώ το διαμέρισμά μας μόνο δικό μου. Στην αρχή δεν κατάλαβα καν τι εννοούσε.
Τι θέλεις να πεις; τον ρώτησα, αφήνοντας το σφουγγάρι στον νεροχύτη.
Έτσι λέει ο Νίκος, ότι συνέχεια λες „το σπίτι μου”, „οι κανόνες μου”, „ο χώρος μου”. Δεν περίμενα να βλέπεις έτσι τον κοινό μας χώρο.
Έκλεισα το νερό. Σκούπισα τα χέρια μου στην πετσέτα και κάθισα στο σκαμνί. Ένιωσα τα πόδια μου να γίνονται βαρίδια.
Ανδρέα, ποτέ δεν το είπα αυτό. Ούτε μία φορά. Είναι το διαμέρισμά μας, ο χώρος μας.
Σήκωσε τους ώμους, κλείνοντας το φερμουάρ της τσάντας του.
Τέλος πάντων, ίσως το παρεξήγησε. Καληνύχτα, Ειρήνη.
Και μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε με την πλάτη σε εμένα όταν ήρθα μισή ώρα αργότερα, αφότου φρόντισα την κουζίνα, κλείδωσα τα παράθυρα, έκλεισα το φως στο χολ, εκεί όπου κοιμόταν ο αδελφός του, ο Νίκος, στον καναπέ-κρεβάτι.
Ξάπλωσα στο σκοτάδι και προσπαθούσα να θυμηθώ πότε ακριβώς ξεκίνησαν όλα.
***
Ο Νίκος ήρθε τον Μάρτιο. Είπε πως θα μείνει δυο εβδομάδες, το πολύ ένα μήνα. Είχε χάσει το σπίτι του στη Θεσσαλονίκη μετά το διαζύγιο, η σπιτονοικοκυρά ήθελε να πουλήσει το διαμέρισμα, κι εκείνος ούτε δουλειά σταθερή είχε, στα πενήντα χρόνια του δύσκολα έβρισκε νέα στέγη. Ο Ανδρέας δε με ρώτησε καν, απλώς ανακοίνωσε: „Ο αδελφός μου θα φιλοξενηθεί λίγες μέρες να τακτοποιηθεί.”
Δεν είχα αντίρρηση. Αλήθεια. Κάποια συμπάθεια του είχα. Τον βλέπαμε σπάνια, σε γιορτές, δυο-τρεις φορές το χρόνο. Πάντα μου φαινόταν μελαγχολικός και μόνος. Δούλεψε χρόνια στα εργοτάξια, μετά την απόλυση έμεινε στην απραξία, χωρίς παιδιά, η γυναίκα έφυγε με άλλον πριν καμιά δεκαετία. Από τότε δε σύναψε ξανά δεσμό.
Όταν εμφανίστηκε στην πόρτα με δυο τεράστιες βαλίτσες και θλιμμένο βλέμμα, τον καλοσώρισα ζεστά, όπως συγγενή. Έφτιαξα φασολάδα, έστρωσα καθαρά σεντόνια στον καναπέ. Ο Ανδρέας ήταν ευχαριστημένος – μιλούσε πάντα με αγάπη για τον αδελφό του του χρωστούσε ότι μετά τον χαμό του πατέρα τους, στα δεκαέξι του, ο Νίκος δούλευε να βοηθά τη μητέρα τους. Υπήρχε μια ιδιαίτερη σύνδεση που σεβόμουν.
Την πρώτη εβδομάδα όλα κύλησαν ομαλά. Ο Νίκος ήταν διακριτικός, σχεδόν αόρατος. Έφευγε νωρίς το πρωί, γυρνούσε αργά. Έλεγε ότι ψάχνει δουλειά. Τα βράδια, έτρωγε ό,τι άφηνα στην κατσαρόλα, με ευχαριστούσε ευγενικά. Πίναμε τσάι και λέγαμε τα συνηθισμένα, για τον καιρό, τις τιμές, πόσο ακριβή είναι η ζωή.
Μετά… κάτι άλλαξε. Όχι ξαφνικά, αλλά ύπουλα, σαν το βράσιμο του νερού που βάζει μέσα το βατράχι.
Άρχισε να κάθεται σπίτι το πρωί, „έχω ζάλη”, έλεγε. Ως νοσηλεύτρια στον ΕΟΠΥΥ, του πρότεινα να του μετρήσω την πίεση, αλλά αρνήθηκε: „θα περάσει”, απαντούσε. Δε συνέχιζα.
Έβαζε τηλεόραση όλη μέρα εκπομπές για ψάρεμα, κυνήγι, αυτοκίνητα, δυνατά. Γύριζα από δουλειά, κουρασμένη, του ζητούσα ευγενικά να χαμηλώσει λίγο, το έκανε για πέντε λεπτά, μετά πάλι το ίδιο.
Τα πράγματά του απλώνονταν παντού: οι βαλίτσες αγκάθι στη γωνία του σαλονιού, το μπουφάν του στον καλόγηρο που πριν έβαζα το δικό μου, οδοντόβουρτσα στο μπάνιο, δίπλα στις δικές μας. Πετσέτα του, παλιά σκισμένη, συνέχεια πάνω στο καλοριφέρ του πρότεινα να τη βάλω στο πλυντήριο, πάντα „άστο, μια χαρά είναι”.
Μικροπράγματα, έτσι; Έτσι έλεγα μέσα μου κάθε μέρα, να κάνω υπομονή, ένας άνθρωπος με ανάγκη, δύσκολη φάση… Υπομονή.
***
Απρίλιος. Ο Ανδρέας άλλαξε. Έγινε σιωπηλός, μας χώριζαν τα βράδια. Παλιά μοιραζόμασταν τα νέα της μέρας εγώ τους ασθενείς μου, εκείνος τα της παραγωγής στο εργοστάσιο. Τώρα απαντούσε μονολεκτικά, βιαζόταν να τελειώσει το φαγητό για να πάει στο σαλόνι με τον Νίκο. Έβλεπαν τηλεόραση, έπιναν μπύρες, γελούσαν με δικά τους αστεία που δεν ήξερα. Όταν πήγαινα κι εγώ να κάτσω, οι συζητήσεις έκοβαν.
Χαλάρωσε, Ειρηνούλα, εσύ είσαι του νοικοκυριού μου λεγε ο Νίκος ευγενικά.
Ο Ανδρέας, απλώς συμφωνούσε. Έφευγα, νιώθοντας ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Μια βραδιά, ο Νίκος έλειπε, προσπάθησα να μιλήσω ξεκάθαρα στον Ανδρέα.
Μήπως πρέπει ο αδελφός σου να ψάξει πια για δικό του σπίτι; Είναι τρεις μήνες πια
Ειρήνη, σοβαρά τώρα; Είναι αδελφός μου! Πού να πάει;
Είχαμε πει ότι είναι προσωρινό τουλάχιστον…
Μέχρι να σταθεί στα πόδια του.
Δεν επέμεινα άχρηστο να μαλώνουμε. Αλλά τότε, πρώτη φορά, σκέφτηκα με τρόμο ότι ίσως ο Νίκος έμενε για πάντα.
***
Και ήρθε το πρώτο σοβαρό περιστατικό, Μάιος.
Γυρνάω, εξαντλημένη, από εφημερία. Θέλω ένα μπάνιο και ύπνο. Μπαίνω στο μπάνιο, και η νιπτήρας γεμάτη τρίχες. Ο Νίκος είχε ξυριστεί και τα είχε αφήσει όλα χάλια.
Τον βρίσκω στην κουζίνα με τσάι.
Νίκο, μπορείς να προσέχεις λίγο στο μπάνιο; Μόλις ήρθα από τη δουλειά
Με κοιτάει, χαμογελάει.
Συγγνώμη, Ειρηνούλα, θα το κάνω μετά, ξέρεις πόσο αγαπάς την καθαριότητα!
Δεν είναι θέμα, απλώς, αν χρησιμοποιείς τον χώρο, καθάριζε, σε παρακαλώ.
Εντάξει, εντάξει.
Δεν σηκώθηκε όμως. Τα μάζεψα εγώ, τα χέρια μου έτρεμαν από τα νεύρα. Γιατί τέτοιο βάρος για μία, φαινομενικά, λεπτομέρεια;
Το βράδυ, στη κρεβατοκάμαρα:
Ειρήνη, δεν μπορείς λίγο πιο ήπια με τον Νίκο; Στεναχωρήθηκε.
Στεναχωρήθηκε; Εγώ απλώς του το ζήτησα. Δεν φώναξα
Σου πε πως ήσουν απότομη. Νιώθει άβολα εδώ. Προσπάθησε να είσαι πιο φιλόξενη.
Σιωπή. Κοίταζα το ταβάνι, δεν έβρισκα λόγια.
Εντάξει είπα.
***
Από εκείνο το βράδυ, όντως προσπάθησα. Χαμογελούσα, μαγείρευα ό,τι του άρεσε, δεν έκανα σχόλια για τα βρόμικα σκεύη ή τις εφημερίδες στον καναπέ. Σκεφτόμουν πως αν είμαι καλή και υπομονετική, ίσως νιώσει άνετα και βρει δικό του σπίτι. Αν ήμουν φιλόξενη, ίσως γίνει πιο διακριτικός.
Αντίθετα, ο Νίκος βολεύτηκε εντελώς. Σταμάτησε να κάνει πως ψάχνει δουλειά, καθόταν όλη μέρα σπίτι βλέποντας τηλεόραση, τρώγοντας το φαγητό μου, μιλώντας για παλιά με τον Ανδρέα. Ένιωθα ότι σβήνω από το ίδιο μου το σπίτι. Μια μαγείρισσα, καθαρίστρια, αόρατη.
Σάββατο στη λαϊκή, συνάντησα τη φίλη μου, τη Λουκία.
Δεν αντέχω πια, Λουκία. Μένει τρεις μήνες και δεν έχει καμία πρόθεση να φύγει…
Και ο Ανδρέας;
Λέει υπομονή. „Ο αδελφός μου είναι ιερός δεσμός”. Να είμαι επιεικής.
Ειρήνη, είχα κι εγώ παρόμοια εμπειρία, μου θύμισε, η αδελφή μου πήρε σπίτι την ξαδέλφη μας, „προσωρινά”. Έκατσε πέντε χρόνια. Και τελικά, η αδελφή μού έφυγε.
Έφυγα από τη λαϊκή με ένα ρίγος στην πλάτη.
***
Ιούνιος. Αρχίζει ο βουβός πόλεμος.
Ο Νίκος είχε μάθει να χειρίζεται τέλεια τον Ανδρέα. Δεν πρόδιδε ποτέ κατευθείαν πως δυσανασχετεί με εμένα, πάντα με υπαινιγμούς. Σε δείπνο, π.χ.:
Θυμάσαι, ρε Ανδρέα, τα κουλούρια της μαμάς κάθε Κυριακή; Αυτό κι αν ήταν σπιτικό, φιλοξενία με όλη τη σημασία!…
Γνώριζα ότι εννοούσε πως τα δικά μου δεν συγκρίνονται.
Ή όταν πέταγε: „Οι γυναίκες σήμερα είναι αγχωτικές, παλιά ήταν σοφές, ήρεμες δεν έκαναν φασαρίες για ασήμαντα.”
Κι ο Ανδρέας παρέμενε σιωπηλός. Σφιγγόμουν.
Μια βραδιά, ζήτησα ευγενικά να χαμηλώσουν για μια ώρα την τηλεόραση, μήπως κάτσουμε λίγο μόνοι αμέσως σήκωσε τα χέρια:
Α, με συγχωρείς, δεν ήθελα να ενοχλώ. Πάω να πάρω λίγο αέρα δεν θέλω να γίνομαι βάρος.
Έφυγε, ο Ανδρέας με κοίταξε με παράπονο.
Γιατί έτσι; Τον κάνεις να νιώθει περιττός.
Ήθελα απλώς βράδυ μαζί σου… μόνοι…
Είναι αδερφός μου, σπίτι μας λίγο παραπάνω κατανόηση;
Δεν απάντησα. Κλείστηκα στην κουζίνα και έκλαψα αθόρυβα.
***
Ιούλιος. Ξαφνικά, αίτημα για „προσωρινή δήλωση κατοικίας”, για να βρει τάχα δουλειά. Ο Ανδρέας το δέχτηκε χωρίς να με ρωτήσει. Το ανακάλυψα από τα χαρτιά του στο τραπέζι.
Το πέρασες χωρίς να με ρωτήσεις;
Μισή χρονιά είναι, δεν τρέχει κάτι.
Μα, και οι δυο μένουμε εδώ, έπρεπε να αποφασίσουμε μαζί…
Φτιάχνεις δράμα για το τίποτα, είναι αδερφός μου.
Έγνεψα. Μέσα μου, κάτι έσπασε.
***
Έγινα μαγνήτης του στρες. Πίεση, πονοκέφαλοι. Η Μαρία, συνάδελφος παθολόγος, με είδε και μου είπε:
Ειρήνη, αν δεν αλλάξεις κάτι σύντομα, θα αρρωστήσεις σοβαρά. Η ζωή σου έγινε παγίδα.
Δοκίμασα ξανά να μιλήσω στον Ανδρέα, όταν είχε φύγει ο Νίκος:
Αντρέα δεν αντέχω άλλο. Ο αδερφός σου πρέπει να φύγει.
Πάλι; Το συζητήσαμε.
Δεν το συζητήσαμε. Το αποφάσισες μόνος. Ξένος νιώθω στο ίδιο μου το διαμέρισμα.
Μάλλον εσύ είσαι το θέμα. Ο Νίκος λέει ότι του δείχνεις συνεχώς πως είναι ανεπιθύμητος.
Έμεινα άναυδη.
Εγώ; Έχω γίνει υπηρέτρια γι αυτόν και πάλι πρόβλημα έχω;
Ηρέμησε μου λέει με παγωμένη φωνή Πάντα οξύνεσαι.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα να περπατήσω.
***
Αύγουστος. Ο Νίκος άρχισε ανοιχτά να ασκεί „εξουσία” επί μου. Έδινε οδηγίες πώς να σιδερώνω, να μαγειρεύω, να καθαρίζω καλύτερα.
Ειρηνούλα, έχει μια σχολή μαγειρικής στη Νέα Σμύρνη, φίλη μου πήγε, πολύ καλή. Να πας μήπως…
Άφησα το πιρούνι.
Μαγειρεύω τριάντα χρόνια, Νίκο. Δεν χρειάζομαι.
Ποτέ δεν είναι αργά να μάθεις… Ε; Ανδρέα;
Ο Ανδρέας απάντησε με σιωπή. Σηκώθηκα και κλείστηκα στο υπνοδωμάτιο.
Ήρθε μετά από μια ώρα.
Τι έχεις;
Τίποτα Απλώς κουράστηκα.
Ήθελε να βοηθήσει, γιατί θύμωσες;
Βοηθήσει με το να με προσβάλλει; Κι εσύ σωπαίνεις.
Υπερβάλλεις.
Άφησέ με, σε παρακαλώ.
Ξαναβγήκε. Έμεινα μόνη.
***
Σεπτέμβριος. Ηττήθηκα. Ο Νίκος ρίζωσε. Ο Ανδρέας άλλαξε. Μου μιλούσε σαν σε ξένη. Όταν προσπαθούσα να τον πλησιάσω, με απέφευγε. Ούτε λόγος να βγούμε οι δυο μας „ο Νίκος θα μείνει μόνος”.
Ένιωθα πως ήμουν σκιά στον ίδιο μου τον χώρο.
Μια νύχτα, τον ρώτησα.
Ανδρέα, με αγαπάς ακόμη;
Σιωπή. Ύστερα,
Δεν ξέρω, Ειρήνη…
***
Οκτώβριος. Το γεγονός που ήταν το σημείο μη επιστροφής.
Γύρισα σπίτι νωρίς από το ιατρείο. Στις κουζίνες, άκουσα χαμηλές φωνές. Βρήκα τον Νίκο και τον Ανδρέα, σκυμμένους πάνω από το κινητό μου.
Τι κάνετε εκεί;
Είδε ο Ανδρέας μηνύματα που έστειλε η Λουκία πέρυσι… Εσένα συζητούσες πώς σε ενοχλεί που μένω, ότι πρέπει να βάζεις όρια για να μη σου πάρουν τον αέρα
Πήρατε το τηλέφωνό μου, διαβάσατε τα προσωπικά μου;
Ήταν ανοιχτό είπε ο Ανδρέας.
Από την αρχή δηλαδή δε με ήθελες, υπέμεινες από φόβο και μόνο; είπε ο Ανδρέας.
Όχι. Ήμουν αληθινή, απλώς ένιωθα άβολα, μα δεν ήθελα να πληγώσω τη σχέση σας.
Βλέπεις, Ανδρέα; Οι γυναίκες είναι διπρόσωπες κάρφωσε ο Νίκος.
Τότε, πρώτη φορά τον κοίταξα χωρίς φόβο:
Νίκο, κατέστρεψες τον γάμο μου, συνειδητά. Θέλεις να πάρεις τη θέση δίπλα στον Ανδρέα.
Χαμογέλασε ψυχρά.
Παράνοια λες, ήρθα απλώς για να βρω στέγη και βοηθάω να δει την αλήθεια.
Ποια „αλήθεια”;
Ότι δεν είσαι η κατάλληλη γυναίκα γι αυτόν.
Η σιωπή ζύγισε τόνους.
Ο Ανδρέας δεν με υπερασπίστηκε. Πήρα τσάντα, κινητό. Στάθηκα στην πόρτα.
Πού πας; ρώτησε ο Ανδρέας.
Δεν ξέρω. Να σκεφτώ.
Και έφυγα.
***
Βρήκα τη Λουκία. Άνοιξε, με αγκάλιασε χωρίς λέξη. Ξέσπασα σε κλάματα.
Ύστερα, με τσάι „Δάσος”, τα είπα όλα. Εκείνη άκουγε προσεκτικά.
Ειρήνη, να ξέρεις, ο άντρας σου το επέτρεψε όλο αυτό. Ο Νίκος έχει το μερίδιο του, αλλά ο Ανδρέας διάλεξε εκείνον. Εσύ πρέπει να διαλέξεις εσένα πλέον.
Τι να κάνω;
Ή μένεις και σφίγγεις τα δόντια, ή σηκώνεσαι και φεύγεις. Όπως έκανα κι εγώ πριν χρόνια.
Άυπνη νύχτα. Μέχρι το ξημέρωμα είχα πάρει την απόφαση.
***
Γύρισα την επόμενη μέρα το βράδυ. Ο Νίκος έβλεπε τηλεόραση. Μάζεψα λίγα ρούχα.
Φεύγεις; άρχισε να ειρωνεύεται. Να κάτσουμε να το μιλήσουμε;…
Δεν έχει νόημα. Αυτό ήθελες, το πέτυχες. Να χαίρεσαι.
Είχα ήδη μαζέψει τα πράγματά μου όταν βρήκα τον Ανδρέα στην πόρτα.
Ειρήνη, τι κάνεις;
Φεύγω, Ανδρέα. Αυτό το σπίτι δεν είναι πια δικό μου.
Είναι. Το σπίτι σου!
Όχι. Τώρα το σπίτι ανήκει στον Νίκο. Δικά του τα πάντα εδώ. Εσύ το επέτρεψες. Διάλεξες αυτόν.
Δεν διάλεξα…
Κάθε μέρα, με το να σωπαίνεις όταν με πρόσβαλε, ήταν επιλογή.
Πού θα πας;
Στη Λουκία. Μετά, βλέπουμε. Προς το παρόν δεν αντέχω άλλο εδώ.
Δεν είσαι περιττή…
Νιώθω ξένη, Ανδρέα! Μαγειρεύω, καθαρίζω, πλένω για όλους και η μόνη μου υπόσταση, το φόντο για τα συμφέροντα άλλων.
Ο Νίκος, πάντα ειρωνικός στη γωνία:
Μην την ακούς, Ανδρέα, γυναικείοι συναισθηματισμοί, θα το ξεπεράσει, δώσ της λίγο χρόνο.
Αυτό ακριβώς, είπα εκείνος μιλάει για εμένα. Και εσύ τον ακούς.
Έλα, Ειρήνη, μείνε. Θα βρούμε μια λύση…
Ο Νίκος θα φύγει;
Όχι απάντηση.
Δεν υπάρχει λύση, Ανδρέα. Δεν θέλεις να διαλέξεις, κι εγώ δεν αντέχω άλλο αυτό το αδιέξοδο.
Σήκωσα τη βαλίτσα. Έκλεισα την πόρτα. Δεν κοίταξα πίσω.
Βγήκα στην Αχαρνών. Βράδυ Οκτωβρίου, με υγρασία. Παρήγγειλα ταξί με το „Γρήγορος Λαγός”.
Σήκωσα το βλέμμα: στο μπαλκόνι μου οι σκιές του Ανδρέα και του Νίκου. Δεν ήξερα ούτε με αφορούσε πια τι συζητούσαν.
***
Μια βδομάδα έμεινα στη Λουκία. Δεν ρωτούσε, απλώς ήταν δίπλα. Ζεστό τσάι, παλιές ελληνικές ταινίες, περίπατοι στην Πειραιώς.
Ο Ανδρέας τηλεφωνούσε καθημερινά: „Γύρισε”. Απαντούσα λιτά: „Θέλω χρόνο”.
Την έκτη μέρα, ήρθε στη Λουκία. Καθίσαμε σε παγκάκι.
Δεν αντέχω χωρίς εσένα, Ειρήνη. Το σπίτι άδειασε, πάγωσε. Ζήτησα από τον Νίκο να φύγει.
Πώς το δέχτηκε;
Είπε ότι τον πρόδωσα, ότι εσύ με παρέσυρες, πως διαλέγω γυναίκα και όχι αδελφό. Μετά έφυγε. Εσύ είχες δίκιο.
Τον έδιωξες επειδή είδες αλήθεια ή επειδή η κατάσταση έγινε αφόρητη;
Και τα δύο. Τότε κατάλαβα πόσο σημαντική ήσουν εσύ για το σπίτι. Εκείνος μόνο αφαίρεσε.
Ανδρέα, δεν ξέρω αν μπορώ να ξαναγυρίσω. Πρέπει να το σκεφτώ.
Θα περιμένω. Σ’ αγαπάω, Ειρήνη, θέλω να το παλέψω.
Δεν απάντησα. Καθίσαμε σιωπηλοί, αλλά όχι πια εχθρικά.
***
Ο Νοέμβριος ήρθε γκρίζος. Έμεινα ακόμη στη Λουκία, τα βράδια συναντιόμασταν με τον Ανδρέα, συζητούσαμε. Μια φορά πήγα και σε οικογενειακή ψυχολόγο. Μου είπε:
Η δυσκολία δεν είναι τι ζήσατε, αλλά τι γίνεται από δω κι εμπρός. Η εμπιστοσύνη χτίζεται από την αρχή, αν θέλετε. Και ο Ανδρέας χρειάζεται να διαλέγει εσάς, όχι από ανάγκη, αλλά συνειδητά.
Το σκέφτηκα και άλλη βδομάδα.
***
Δεκέμβριος. Τηλεφώνημα απρόσμενο. Ο Νίκος.
Ειρήνη, ήθελα να ζητήσω συγγνώμη.
…
Ήθελα να γίνω μέρος της ζεστασιάς σας. Ζήλευα, έμεινα μόνος. Στην προσπάθειά μου, κατέστρεψα τα πάντα. Δεν ζητώ συγγνώμη γιατί την αξίζω απλώς, ήθελα να το ξέρεις. Ο Ανδρέας ήταν πάντα καλός, χάθηκε στη μέση. Μην του πάρεις αμέσως το κεφάλι.
Κλείσαμε. Ένιωσα ένα περίεργο φως όχι συγχώρεση, αλλά κάθαρση.
***
Τέλος Δεκέμβρη, το πήρα απόφαση. Ραντεβού με τον Ανδρέα σ ένα καφέ του Κέντρου.
Αντρέα, επιστρέφω αλλά με όρους. Ψυχολογική στήριξη ως ζευγάρι, όλες τις Κυριακές κι αν χρειαστεί παραπάνω ξαναμαθαίνουμε να μιλάμε, να ακούμε, να διαλέγουμε συνειδητά.
Και: „Ο Νίκος δεν περνά το κατώφλι μας ποτέ, σε καμία περίσταση.”
Όπως θέλεις, Ειρήνη, συμφωνώ.
Βγήκαμε στον ήλιο του Δεκέμβρη. Με τράβηξε από το χέρι.
Πάμε σπίτι;
Πάμε. Αλλά να θυμάσαι τελευταία ευκαιρία, για μας και για σένα.
Διασχίσαμε την χιονισμένη Μητροπόλεως. Ήμασταν δίπλα-δίπλα, μα όχι ακόμα μαζί αυτό έπρεπε να ξαναχτιστεί.
***
Πέρασαν τρεις μήνες. Μάρτιος ξαναέφτασε ένας χρόνος από τότε που ο Νίκος μπήκε στην πόρτα μας.
Είχαμε ξεκινήσει συνεδρίες με τη ψυχολόγο. Δύσκολο, επίπονο βγήκαν πληγές ετών που κρύβαμε. Ο Ανδρέας άρχισε να ανοίγεται. Εγώ έμαθα να εκφράζομαι δίχως να θυσιάζομαι.
Ο Νίκος δεν επικοινώνησε ξανά. Έμαθα ότι δούλευε πια και νοίκιασε δωμάτιο μόνος του.
Μια βραδιά, με το „Δάσος” στο φλιτζάνι, κοιτούσα τον Ανδρέα.
Σε τι σκέφτεσαι; ρώτησε.
Ότι αντέξαμε απάντησα.
Ήσουν πιο δυνατή από όλους μας.
Δεν ήμουν δυνατή απλώς αρνήθηκα να τα παρατήσω.
Έπιασε το χέρι μου.
Σ ευχαριστώ που επέμεινες.
Δεν είπα τίποτα. Απλώς κράτησα το χέρι του.
***
Οκτώ μήνες έχουν περάσει από τη μέρα που έφυγα. Συχνά το σκέφτομαι έκανα καλά που γύρισα;
Η απάντηση δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη. Η ζωή είναι αυτό που είναι. Με τις πληγές και τα κενά της.
Ο γάμος μας άλλαξε. Εμείς αλλάξαμε. Περάσαμε προδοσία, μοναξιά, πόνο. Το σημάδι μένει αλλά δείχνει πως επουλώθηκε.
Δεν νιώθω ξένη πια στο σπίτι μου. Ο Ανδρέας μαθαίνει να με ακούει, να με βάζει σε πρώτη θέση. Όχι πάντα χωρίς λάθη, αλλά το προσπαθεί.
Ο Νίκος; Φάντασμα, υπενθύμιση τι σημαίνει να μην διεκδικείς τα όριά σου.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι, βρήκε ποτέ ο ίδιος το κομμάτι του; Έμαθε να χτίζει και όχι να διαλύει;
Δεν με αφορά πια.
Η δική μου ιστορία είναι μιας γυναίκας που λίγο έλειψε να χαθεί στον δικό της χώρο. Πάλεψε. Έφυγε. Γύρισε. Καθημερινά πασχίζει.
Δεν ξέρω το τέλος αυτής της πορείας. Ίσως γεράσω δίπλα στον Ανδρέα. Ίσως κάποτε πάλι χωρίσουμε. Ίσως η ζωή μάς επιφυλάσσει κάτι αναπάντεχο.
Όμως ξέρω πια πως δε θα επιτρέψω σε κανέναν να με κάνει ξένη στο σπίτι μου. Δεν θα σωπαίνω όταν φωνή πρέπει να έχω. Όταν ήρθε η ώρα, έφυγα.
Γιατί σπίτι, δεν είναι απλώς τα ντουβάρια είναι το μέρος που σε αγαπούν και σε σέβονται, που υπάρχεις ολόκληρη.
Αν αυτό λείπει, τότε δεν είναι σπίτι. Είναι ένα απλό κτίριο με ξένους ανθρώπους.
Εγώ θέλω σπίτι. Αληθινό.
Και θα πολεμήσω για αυτό μέχρι το τέλος.
***
Χθες περπατούσαμε με τον Ανδρέα στον Εθνικό Κήπο. Η άνοιξη είχε γεμίσει τα πάντα φως και αρώματα· τα πουλιά τραγουδούσαν, τα δέντρα άνοιγαν τα φύλλα τους.
Περπατούσαμε, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Ήσυχοι, χωρίς εκείνη την παλιά σιωπή του πάγου. Τώρα ήταν γαλήνια.
Τον κοίταξα.
Είσαι ευτυχισμένος, Ανδρέα;
Σταμάτησε, με κοίταξε:
Δεν ξέρω αν είμαι ήδη ευτυχισμένος. Ξέρω όμως ότι θέλω να γίνω ευτυχισμένος μαζί σου. Και προσπαθώ κάθε μέρα.
Χαμογέλασα.
Αρκεί αυτό.
Συνεχίσαμε τον περίπατο μαζί, χωρίς φόβο. Γιατί ήξερα πια: ό,τι κι αν έρθει, μπορώ να τα καταφέρω. Έζησα στην κόλαση του ίδιου μου του σπιτιού και επέζησα.
Μπροστά μας απλώνεται η ζωή. Με τα σκοτάδια και τις χαρές της. Είμαι έτοιμη να την αντιμετωπίσω.
Γιατί δεν είμαι πια θύμα. Είμαι η Ειρήνη. Γυναίκα που πέρασε μέσα από τις φλόγες και δεν κάηκε.
Και αυτό, μου αρκεί.



