ΝΥΦΗ ΓΙΑ ΕΝΟΙΚΙΟ
Ο γάμος ακυρώνεται! ανακοίνωσε ξαφνικά στους γονείς της η Ελπίδα στο δείπνο.
Η μάνα της παραλίγο να πνιγεί ακούγοντας την αναπάντεχη αυτή είδηση από το στόμα της κόρης της.
Ελπιδούλα μου! Έχεις τα λογικά σου; Το νυφικό αγοράστηκε, οι βέρες είναι έτοιμες, το μαγαζί το κλείσαμε… Ο Αντώνης σου μετράει τις ώρες για το γάμο… Πες ότι κάνεις πλάκα, είπε ταραγμένη η μητέρα.
Δεν κάνω πλάκα, μαμά. Σε λίγο φεύγω με τον Χάρη για την Αθήνα. Όλα σοβαρά, έβαλε τελεία η Ελπίδα.
Τι Αθήνα, κορίτσι μου; Ξένος τόπος, άγνωστος κόσμος! Αυτοί εκεί είναι άλλοι άνθρωποι… Τον δικό μας άνθρωπο θα τον χάσεις για ένα τίποτα! Μην κάνεις τρέλες, Ελπίδα μου! Ο Χάρης σε παρέσυρε. Σίγουρα είναι παντρεμένος! Παιδιά έχει! Και μοιάζει πενηντάρης! Ο Αντώνης σ αγαπάει! Για εμάς είναι σαν παιδί μας. Μην πληγώνεις την αγάπη, θα τα πληρώσεις όλα αυτά, της έλεγε η μητέρα με αγωνία.
Θα ανταποδώσω, δεν φοβάμαι, απάντησε σκληρά η Ελπίδα.
Σε δυο εβδομάδες Ελπίδα και Χάρης έφυγαν για Αθήνα.
Από παιδί, η Ελπίδα ονειρευόταν να γνωρίσει έναν νέο κόσμο. Είχε μάθει γαλλικά, έπαιζε στα αγγλικά, μόλις είχε αρχίσει τα ισπανικά. Ποτέ δεν ξέρεις που σε στέλνει η ζωή… Δούλευε ως μεταφράστρια σε ταξιδιωτικό γραφείο και εκεί γνώρισε τον Χάρη. Έπρεπε να συνοδεύσει έναν ξένο πελάτη σε διάφορα events στην πόλη. Ο Χάρης από την πρώτη στιγμή την είχε βάλει στο στόχαστρο.
Η Ελπίδα ήταν κοινωνική, χαμογελαστή, όμορφη, μα πάνω απ όλα νέα! Ήταν μόλις είκοσι τριών, ο Χάρης σαράντα έξι. Στην αρχή, δε του έδινε σημασία και δε περίμενε ποτέ να της προτείνει γάμομέσα σε μια βδομάδα γνωριμίας! Η Ελπίδα δεν του είπε ποτέ για τον κρυφό αρραβώνα της με τον Αντώνη. Ήταν μπερδεμένη. Τέτοια ευκαιρία δε τη βρίσκεις εύκολα! Ας μην υπήρχε αγάπη, τουλάχιστον θα είχε άλλη ζωή με περιπέτειες, φρέσκα συναισθήματα και χρώματα! Ένιωθε ευγνωμοσύνη για τον Χάρη. Τι άλλο να ήθελε στις μέρες του; Ο Αντώνης θα πονούσε αλλά ο καιρός γιατρεύει τα πάντα. Κι ήταν ακόμα νέος, κάτι θα βρει. Έτσι σκέφτηκε καθώς ετοίμαζε βαλίτσα για άγνωστους δρόμους.
Με ένα τηλεφώνημα τα είπε όλα στον Αντώνη. Αυτός, μην καταλαβαίνοντας τίποτα, της ευχήθηκε ευτυχία και χάθηκε στη θλίψη και τα ποτά.
Ο Χάρης και η Ελπίδα έφτασαν στην Αθήνα.
Η Ελπίδα ένιωθε ότι αναπνέει οξυγόνο για πρώτη φορά! Τίποτα δε φαινόταν πραγματικόσαν να αγκάλιαζε τον κόσμο όλο. Πώς κρατάς το πουλί της ευτυχίας;
…Ο Χάρης την πήγε σε ένα τεράστιο σπίτι στην Πλάκα. Εκεί τους υποδέχτηκε η οικογένειά του· δύο γιοι, Νεκτάριος και Άρης. (Αργότερα η Ελπίδα θα παντρευτεί τον Άρη, γεμάτη ευτυχία.) Σε λίγο εμφανίστηκε η πρώην γυναίκα του Χάρη, η Αριάδνη. Μια όμορφη, κομψή γυναίκα.
Εμφανώς εξοργισμένη.
Τρελάθηκες, ρε Χάρη; Ποια είναι αυτή η μικρή; Από πού την κουβάλησες; Εδώ θα μείνει μαζί μας; φώναζε η Αριάδνη.
Θα μείνει, θέλω να σου θυμίσω πως το σπίτι είναι δικό μου. Η Ελπίδα θα γίνει σύντομα γυναίκα μου. Μην την προσβάλλεις, Αριάδνη, είπε παρακλητικά ο Χάρης.
Η ατμόσφαιρα ανησύχησε και μπέρδεψε την Ελπίδα. Παρόλο που η οικογένεια είχε διαλυθεί, όλοι ζούσαν ακόμη μαζί στο ωραίο αυτό σπίτι και η Αριάδνη κρατούσε ακόμα τα ηνία. Όμως στο μυαλό και την ψυχή της Ελπίδας είχε ριζώσει ήδη ο Άρης. Αυτός δεν είχε καμία σχέση με τον Αντώνη και το δράμα του. Εδώ, ήτανε αγάπη συμπαντική καθαρή, αιώνια.
Ο μικρότερος γιος, ο Άρης, εικοσιτεσσάρων χρονών, έμοιαζε στη μητέρα του· γοητευτικός και καλόκαρδος. Απ την πρώτη στιγμή ήταν σαν να τους συνέδεε μια αόρατη, γεμάτη λαχτάρα γραμμή. Ήταν έτοιμοι μαζί να χαθούν στη θάλασσα των ανείπωτων αισθημάτων.
Ο Χάρης είπε στην Ελπίδα ότι ο γάμος πρέπει να καθυστερήσει λίγο, χωρίς να εξηγεί το γιατί.
Η Ελπίδα δεν αντέδρασε. Ήξερε ότι δεν γυρίζει πίσω.
Της έδωσαν ένα όμορφο δωμάτιο. Οι σχέσεις της με τον Χάρη ήταν φιλικές, καθαρές, ζεστές. Η Αριάδνη την αγνοούσε παντελώς.
Τρεις μήνες πέρασαν. Η Ελπίδα γνώρισε καλύτερα τον Άρη. Εκείνος της αποκάλυψε την αλήθεια της οικογένειας
Ο Χάρης αγαπούσε πάντα την πρώην του, την Αριάδνη, και εκείνη το ίδιο, μα ένας χοντρός καβγάς τούς είχε χωρίσει. Κανείς δεν υποχωρούσε με τα χρόνια κι έτσι ο Χάρης, για να τη τσιγκλίσει, σκέφτηκε να φέρει νέο κορίτσι για γάμο. Η ιδανική; Η Ελπίδα. Μόλις συμφιλιωθούν, θα αγόραζαν το εισιτήριο επιστροφής και δώρο και θα την συνόδευαν στο αεροδρόμιο.
Στο άκουσμα αυτής της εξομολόγησης, η Ελπίδα ξέσπασε σε νευρικό γέλιο.
Έτσι πρέπει! Και να που βρέθηκα νύφη για ενοίκιο! Κάποτε έφυγα εγώ απ τον αρραβωνιαστικό μου Άρη, τι κάνω τώρα;
Ελπίδα, δε ζω χωρίς εσένα! ο Άρης προχώρησε πρώτη φορά ανοιχτά.
Ούτε εγώ μπορώ χωρίς εσένα! Επιτέλους το είπες! αναστέναξε ανακουφισμένη.
Πώς να το πω, αφού ήσουν μνηστή του πατέρα μου; Δε γνώριζα τα παιχνίδια των δικών μου, ο Νεκτάριος μου το ξεφούρνισε. Άναψα απ τη χαρά μου· η γυναίκα που ερωτεύτηκα ήταν ξαφνικά ελεύθερη!
Και πες μου, Ελπίδα, θα παντρευόσουν τον πατέρα μου;
Άρη μου, από τη στιγμή που σε είδα, άλλαξαν τα πάντα μέσα μου! Όχι, θα του αρνιόμουν, του χαμογέλασε.
Αγκαλιάστηκαν σφιχτά.
Η Ελπίδα συγχώρεσε Χάρη και Αριάδνη. Για την αγάπη όλα τα συγχωρείς… Δρόμο διαλέγεις και κάπου σκοντάφτεις… Όσοι αγαπιούνται, μαλώνουν αλλά μόνο για χαρά. Κι όμως, μέσα στο σουρεαλισμό όλης της ιστορίας, κάτι καλό υπήρξεη Ελπίδα γνώρισε τον Άρη! Ποιος το περίμενε; Μια μοίρα τής έφερε τον σύντροφο απ το άλλο άκρο της γης!
Η ευτυχία μάς κυνηγά εκεί που στεκόμαστε. Ο Άρης και η Ελπίδα παντρεύτηκαν σύντομα.
Ο Άρης φοβόταν μη του φύγει πίσω στην πατρίδα της. Για καλό και για κακό, δεν καθυστέρησαν παιδιά. Γέννησε έναν γιο και σε δύο χρόνια μια κόρη.
Ο Άρης την τύλιξε σε φροντίδα και αγάπη. Όλοι στο σπίτι ζούσαν μέσα στην ευτυχία, με την αγάπη να απλώνεται παντού.
Όσο για τον Χάρη και τη Αριάδνη, βρήκαν τις ισορροπίες τους, αφήνοντας πίσω τους όλα τα παλιά. Με περισσότερη προσοχή και αγάπη τίμησαν τη σχέση τους και τα δύο εγγονάκια που φρόντιζαν μαζί.
Μια μέρα, η Ελπίδα λαμβάνει από τη μητέρα της ένα ανήσυχο γράμμα. Τη ζητά να έρθει να τη δει.
Η Ελπίδα ξεκίνησε για το ταξίδι, αφήνοντας τα παιδιά στην Αριάδνη.
Ανησυχούσεένιωθε παράξενο προαίσθημα.
Η μητέρα της την υποδέχτηκε με κλάματα και μόλις μπήκε μέσα, ξέσπασε:
Αχ, παιδί μου! Ο Αντωνάκης σου σκοτώθηκε! Και πήρε τη γυναίκα του μαζί του στον άλλο κόσμο! Σε μηχανάκι τράκαραν Μόνη ορφανή άφησαν τη μικρούλα τους. Μόλις τριών ετών.
Ξέρεις, Ελπίδα μου, ο Αντωνάκης ποτέ δε σε ξέχασε. Σ αγαπούσε. Μετά που έφυγες, βρήκε μια νέα, να μη βασανίζεται. Την πήρε απ το πιο φτωχό μέρος. Μοιάζει με τη συμφορά του ανθρώπου, αλλά τον αγαπούσε και τον άκουγε. Γρήγορα του γέννησε κόρη, καλή τη λες! Την βάφτισαν Ελπίδα, και πανέξυπνη στάθηκε! Τώρα όμως το παιδί μένει για ίδρυμα Ο δικός μας, λίγες μέρες πριν, με βρήκε και μου πε: Θέλω να αφήσω στην Ελπιδούλα σας ένα δώρο, να με θυμάται πάντα! Ποιος ήξερε ότι ο θάνατος τον περίμενε; Κι εσύ στα ξένα σου
Δεν πρόλαβε να της δώσει το δώρο έκλαιγε η μητέρα, σκουπίζοντας τα μάτια.
Η Ελπίδα άκουγε ήσυχα, και ύστερα, σα να έβαλε ένα κόμπο στη μοίρα της, είπε:
Πρόλαβε, μάνα. Εγώ και ο Άρης θα υιοθετήσουμε τη μικρή του Αντώνη. Να το δώρο του!
Ο Άρης θα με στηρίξει, το ξέρω. Όλα τα χρωστάμε στη ζωή, μαμά. Το ξέρεις.
Και τώρα, δώσε μου κάτι να φάω! Κουράστηκα στο δρόμο, πεινάω. Θέλω ξινό μήλο ή μια ελαφριά ελιά. Οι μέλλουσες μαμάδες πρέπει να τρώνε διπλό! έκλεισε το μάτι της στη μητέρα γελώντας.



