Γεια σου, φιλαράκο! Άκου σκάσε τι μου έσπασε ο παππούς Κυριάκος Σταυρόπουλος, ο πατέρας του Μεγάλου του Γιάννη. Τον ρώτησα: «Τι γλυκό παιδί να τρέχει γύρω σου; μαύρα μάτια και λευνά δόντια;» Και εκείνος μου έσυρτε «Αχ, δεν είναι δικό μου;» του φώναξα. «Όχι, δεν είναι δικό μου, φίλε! Είναι η εγγονή μου, θα πεθάνει να είναι η εξήγγουσα! Μόνο μια φορά στην οικογένεια μας γεννιέται μια τέτοια, μετά από πολλούς αιώνες»
Τις τελευταίες δεκαετίες, όλοι οι φίλοι της οικογένειας, οι Σταφάνοι, τα Σαββίδη, οι Βαλέζης υπήρχαν παιδιά που είχαν το ίδιο χρώμα ματιών και τα ίδια λευκά χαμόγελα. Ο παππούς μου, που ήταν λόστρατος (πρώην υπάξιος), έλεγε ότι και οι προπάππωες του ήταν λογοτέχνες. «Από πού βγήκαμε;» μου έλεγε. «Από τα πάντα!»
Οι γιοι μας έφυγαν στην Αθήνα. Ο Γιάννης δουλεύει ως ταχυδρόμος στην Πλατεία, στην περιοχή της Κυριακοπρεσβύτερης. Η κόρη του, η Σοφία, γέννησε την κόρη μας, την Ανδρία η μοναδική μας Αντζέλα που είναι τόσο γλυκιά που φαίνεται να έχει σπασμένα σύννεφα από χρυσό. Η μικρή είναι σαν φως στο σκοτάδι, με τα χέρια της να τρέχουν σαν νερό στο ποτάμι.
Στο σπίτι μας, ο Γιάννης, ο νεαρός Πέτρος, παίζει με το σκύλο του, τον Λάπι, και του λέει: «Αντζέλα μου, θα παντρευτείς μαζί μου;» Η απάντηση της ήταν: «Είμαι μικρή, μπαμπά» Κι εγώ απάντησα: «Εντάξει, θα τα πούμε όταν μεγαλώσεις». Εκείνη, όμως, απάντησε με παρηγορητικό τόνο: «Όταν μεγαλώσω, εσύ θα είσαι πια γέρος. Θα προτιμήσω νεαρότερο άντρα, όχι εσένα». Η αδερφή της, η Δόμνα, με ρώτησε: «Μαϊζέλ, τι είναι αυτή η Δόνκα που μιλάς;» Ήμουν μπερδεμένος, αλλά η Δόνκα είναι η γη του παλιού μας συγγενή, η Άννα από το χωριό μας.
Η μικρή έτρεξε στον ποταμό με το Λάπι, και ο Λάπι χέρι-χέρι έτρεχε πίσω της. Ο νεαρός Γιάννης, έτοιμος για όλα, ήθελε να βάλει κάποιους στίχους και να γράψει ποίηση. Έτρεχε γύρω από το λιμάνι, φέρνοντας το Λάπι να παίξει, και εκείνη του φώναξε: «Λάπη μου, Λαπατσά!». Τον είδε να γλιστράει στα βουνά, κουνάει την ουρά του και λέει: «Καλημέρα, Αντζέλα». Η Αντζέλα, με το μυαλό γεμάτο μυστικά, του έμεινε για πάντα η μνήμη.
Μια μέρα το καλοκαίρι, πήγαν μαζί στο δάσος να μαζέψουν μανιτάρια. Ο Γιάννης, με το Λάπι στο πλευρό του, άκουγε το φλογερό του άνεμο να ψιθυρίζει στίχους: «Αντζέλα, δεν θα αλλάξεις;». Η μικρή απάντησε: «Μου λες ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος να με περιμένει;». Οι λέξεις έπληξαν σαν βροχή, αλλά η ψυχή της ήταν γεμάτη φως.
Μετά, στην παλιά μας γειτονιά, ο Γιάννης άρχισε να προσφέρει βοήθεια στους χωρικούς, να δίνει ψωμί και λεμόνια, να γεμίζει τα ταμεία με λίγους ευρώ. Αυτοί τον είδαν να οργανώνει γιορτές, να κάνει κέικ και να λέει παραμύθια στο καλοκαίρι. Η Αντζέλα, μεγάλωσε και έγινε κοπέλα με αυστηρή θέληση. Έφυγε να ζήσει στην Πάτρα, όπου συνάντησε έναν άντρα που ονομάζεται Βασίλης, ένας παλιός φίλος του παππού.
Το τέλος της ιστορίας είναι λίγο πικρό, αλλά ο παππούς Κυριάκος τον άφησε με ένα χαμόγελο. Έλεγαν όλοι πως η «Δόνκα» ήταν σαν μια αρχαία θεά, που έφερνε χαρά αλλά και λύπες. Οι μνήμες της παραμένουν ζωντανές στα βιβλία, στα γλυκά μας, στα λουλούδια του κήπου. Έτσι, αν την ρωτήσεις τον Γιάννη, θα σου πει: «Η αγάπη είναι σαν το κρασί, όσο πιο παλιό, τόσο πιο γλυκό». Και εμείς λέμε: «Καλύτερα να ζήσουμε με αγάπη, είτε με Άννα, είτε με Αντζέλα, είτε με την ίδια τη ζωή». Σου έστειλα όλη τη χαρά, φίλε μου! Τα λέμε σύντομα.





