Ντροπή και όνειδος, όλοι έχουν ήδη φροντίσει τα περιβόλια τους κι εμείς έχουμε μείνει σαν τη μύγα μες το γάλα. Θα το φροντίζαμε κι εμείς, αλλά με μένα να με ταλαιπωρεί η αρθρίτιδα κι η μητέρα να υποφέρει με τη μέση της, πού να τα βγάλουμε πέρα;

Як ντροπή, όλοι έχουν ήδη καθαρίσει τα περιβόλια τους, κι εμείς είμαστε λες και μάτι σε ξένο πρόσωπο. Θα το κάναμε κι εμείς, αλλά εμένα με έπιασε πάλι το αρθριτικό, κι η μάνα σου έχει τη μέση της.

Μιχάλη, γιατί ήρθα είπε ο πατέρας μου, στριφογυρίζοντας το καπέλο στα χέρια μπορείς να μας βοηθήσεις με τη μάνα σου να σκάψουμε καμιά πατάτα; Ντροπή, όλοι τελείωσαν, εμείς ακόμη τίποτα. Θα το κάναμε μόνοι μας Αλλά εγώ δεν μπορώ με το αρθριτικό κι η μάνα σου πονάει τη μέση της.

Ο Μιχάλης, φορούσε τις γαλότσες του και γκρίνιαξε:

Πού τις βάλατε τόσες πατάτες; Δε σας έλειψε φαΐ ποτέ. Σήμερα, πατέρα, δεν μπορώ, πρέπει να πάω στον δήμο για δουλειές.

Ο πατέρας μου πήγε να πει κάτι πιο αυστηρό, αλλά τελικά κουνούσε το χέρι και βγήκε έξω.
Στην αυλή έπιασε τα τσουγκράνα και, κουτσαίνοντας, προχώρησε προς το περιβόλι.

Η Ανθούλα, έχοντας δέσει τη μέση της με χοντρή μαντήλα, ακολούθησε βιαστικά:

Τι λες, Νικόλα, θα έρθουν τα παιδιά τελικά;

Σκούρος ο πατέρας απάντησε:

Ναι, περίμενε εσύ… Πιάσε τον κουβά και μάζεψε τις πατάτες. Κάναμε πέντε παιδιά, και κανένα δεν βρίσκει χρόνο να βοηθήσει τους γονείς του. Κουνήσου, γριά μου. Πάμε να τελειώσουμε όσο προλάβουμε πριν νυχτώσει.

Εκείνη την ώρα η Ιουλία, γυναίκα του Μιχάλη, του έκανε παρατήρηση:

Τι ανθρώποι είστε εσείς; Όλα για τον εαυτό σας, μόνοι σας, στους γονείς σας ούτε ένα χέρι βοήθειας. Ντροπή σας. Αν ζούσαν οι δικοί μου, θα έτρεχα φτερά πόδια το είπε με μια ανάσα βαριά.

Ο Μιχάλης την αγκάλιασε:

Αλήθεια, δεν είναι σωστό. Ζούμε κοντά και μαζευόμαστε σπάνια. Για να το φτιάξουμε, θα πάρω μια μέρα άδεια από τη δουλειά. Πάρε τηλέφωνο και τους άλλους.

Η Ιουλία κάθισε, άνοιξε το τετράδιο με τα τηλέφωνα.

Δεν μπορείτε; Δουλειά; Δουλειά πάντα υπάρχει! Πάρτε άδεια! Δεν ντρέπεστε; Οι γέροι σκίζονται κι εσείς βαριέστε να σηκώσετε ένα δάχτυλο. Τα παιδιά; Φέρτε τα μαζί! Στη φύση είναι καλύτερα παρά πάνω απ το τάμπλετ στον καναπέ. Σας περιμένουμε!

Άλλοτε με τα λόγια, άλλοτε με το πείσμα, τους έπεισε όλους.

Εκείνο το απόγευμα, ο παππούς Νικόλας σταμάτησε για μια ανάσα.

Ανθούλα, μάλλον έτσι που πάμε, θα σκάβουμε πατάτες ως τα Χριστούγεννα. Και για ποιο λόγο φυτέψαμε τόσες; Εσύ πάντα έλεγες „να χουμε για τα παιδιά.” Πού είναι τα παιδιά σου τώρα; Δεν κάνουν καν τον κόπο να βοηθήσουν. Θυμάσαι τότε; Όταν όλοι μαζί, σε μισή μέρα είχαμε τελειώσει… τι όμορφες εποχές…

Η Ανθούλα άκουγε νευρικά.

Άκου, κάτι ακούω… Σαν να έφτασε κάποιος. Πήγαινε βρε να δεις.

Ο Νικόλας, κουτσαίνοντας, πλησίασε τη μεγάλη αυλόπορτα. Από εκεί γέλια, φωνές. Η Ανθούλα, πιάνοντας τη μέση της, προχώρησε κι εκείνη.

Παναγία μου! Πόσοι ήρθαν; Και τα παιδιά και τα εγγόνια! Τι χαρά…

Έλα, πατέρα, δείξε μας πού χεις τα φτυάρια, τα τσουγκράνια, κουβάδες; οργάνωνε ο Μιχάλης.

Ο παππούς με βουρκωμένα μάτια γρύλισε:

Είναι όλα στη θέση τους, τα ξέχασες;

Και τότε άρχισαν. Άλλος έσκαβε, άλλος μάζευε, άλλοι κουβαλούσαν πατάτες κάτω από τη σκεπή να στεγνώσουν. Την Ανθούλα την έστειλαν μέσα στην κουζίνα.

Οι νύφες μανίκια σηκωμένα, να ετοιμάσουν φαγητά για όλους. Μα η Ανθούλα δεν χόρταινε να προσφέρει.

Όλο πρόσταζε, όλο στις λεπτομέρειες βοηθούσε. Πώς να μείνει χωρίς να επιβλέπει το σπίτι… Καρναβάλι στην αυλή!

Θυμάσαι, Μιχάλη, μικρός που με πέτυχες με πατάτα στο μέτωπο; Πάρε τώρα πίσω γελά ο Στέφανος.

Ο παππούς γκρινιάζει γελώντας:

Τι το χετε βάλει, ρε παιδιά, να παίξετε; Μεγαλώσατε και κάνετε σαν μπόμπιρες!

Επιτέλους! Καθάρισαν το περιβόλι, τα ξερά μάζεψαν σωρό, πατάτες σκεπάστηκαν για να στεγνώσουν. Ώρα για φαγητό και ξεκούραση.

Έστρωσαν μεγάλο τραπέζι στην αυλή. Γελούσαν, κάνανε αναμνήσεις στην παιδική ηλικία.

Η Ανθούλα που και που σκουπίζει ένα δάκρυ. Καλά παιδιά, δόξα τω Θεώ. Οι γείτονες περνούσαν, χαιρετούσαν με σεβασμό, επαινούσαν. Κάποιος με λύπη θυμόταν τα δικά του παιδιά, που καιρό έχουν να φανούν.

Η Ιουλία ρωτά ήσυχα τον Μιχάλη:

Τι είπες στη δουλειά σου;

Εκείνος τη χαϊδεύει στους ώμους:

Ακριβώς αυτό: οι γονείς θέλουν βοήθεια. Αμέσως με άφησαν να φύγω, λένε „στους γονείς, η βοήθεια είναι ιερό πράγμα”.

Μέσα στα καθημερινά, μην ξεχνάτε τους γονείς σας. Συχνά ντρέπονται να ζητήσουν ή να επιμείνουν, αλλά πάντα χαίρονται όταν βρίσκονται στην αγκαλιά των παιδιών τους.

Oceń artykuł
Ντροπή και όνειδος, όλοι έχουν ήδη φροντίσει τα περιβόλια τους κι εμείς έχουμε μείνει σαν τη μύγα μες το γάλα. Θα το φροντίζαμε κι εμείς, αλλά με μένα να με ταλαιπωρεί η αρθρίτιδα κι η μητέρα να υποφέρει με τη μέση της, πού να τα βγάλουμε πέρα;