Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, – ο Ντένις ούτε που σήκωσε τα μάτια του από το κινητό. – Θα είναι εκεί άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι. Η Νατάσα στεκόταν δίπλα στο ψυγείο, κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα. Δώδεκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά. Και τώρα, ντροπή. – Θα βάλω το μαύρο φόρεμα. – Αυτό που εσύ μου είχες αγοράσει. – Δεν είναι το φόρεμα το θέμα, – είπε τελικά εκείνος. – Το θέμα είσαι εσύ. Έχεις εγκαταλείψει τον εαυτό σου. Τα μαλλιά, το πρόσωπο… Είσαι αγνώριστη. Θα είναι εκεί ο Βαγγέλης με τη γυναίκα του. Αυτή είναι στυλίστρια. Κι εσύ… καταλαβαίνεις. – Δηλαδή, να μη φύγω; – Μπράβο. Θα πω ότι έχεις πυρετό. Κανείς δεν θα πει λέξη. Πήγε για ντους και η Νατάσα έμεινε στην κουζίνα. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμόντουσαν τα παιδιά. Ο Κωνσταντίνος δέκα χρονών, η Σοφία – οκτώ. Δάνειο, λογαριασμοί, σχολικά ζητήματα. Εκείνη είχε χαθεί μέσα στο σπίτι αυτό κι ο άντρας της ένιωσε ντροπή γι’ αυτήν. – Μα καλά, τι λέει αυτός; – Η Ελένη, φίλη και κομμώτρια, την κοίταζε λες κι έπεσε ο ουρανός. – Ντρέπεται να πάρει τη γυναίκα του στη δεξίωση; Και ποιος νομίζει ότι είναι; – Υπεύθυνος αποθήκης. Πήρε προαγωγή. – Και τώρα η γυναίκα του δεν του κάνει; – Η Ελένη έβαλε βραστό νερό. – Θυμάσαι τη ζωή πριν τα παιδιά; – Δούλευα δασκάλα. – Όχι για τη δουλειά. Έφτιαχνες κοσμήματα. Απ’ αυτές τις χάντρες. Το μπλε κολιέ, το έχω ακόμα. Όλοι με ρωτούν από πού το πήρα. Η Νατάσα το θυμήθηκε. Έφτιαχνε τέτοια κοσμήματα τις νύχτες όταν ο Ντένις τη θαύμαζε ακόμη. – Ήταν παλιά. – Άρα μπορείς να το ξανακάνεις, – είπε η Ελένη. – Πότε είναι η δεξίωση; – Το Σάββατο. – Τέλεια. Αύριο έρχεσαι σε μένα. Σου κάνω μαλλιά και μακιγιάζ. Παίρνουμε την Όλγα για φόρεμα. Κοσμήματα, θα τα βρεις μόνη σου. – Ελένη, αυτός είπε… – Σιγά τον… Εσύ θα πας στη δεξίωση. Και θα τρομάξει. Η Όλγα έφερε μια δαμασκηνί μακριά τουαλέτα. Τη δοκίμασαν, τη ρύθμισαν. – Θέλει ιδιαίτερα κοσμήματα, – σχολίασε η Όλγα. – Ούτε ασήμι, ούτε χρυσό. Η Νατάσα άνοιξε το παλιό κουτί της. Στον πάτο βρήκε το κολιέ και τα σκουλαρίκια. Μπλε αβεντουρίνη, χειροποίητα. Τα είχε φτιάξει πριν οκτώ χρόνια, για μια ιδιαίτερη περίσταση που δεν ήρθε ποτέ. – Θεέ μου, αριστούργημα! – είπε η Όλγα. – Δικό σου έργο; – Ναι. Η Ελένη της έκανε μαλλί και μακιγιάζ διακριτικό. Η Νατάσα φόρεσε τη τουαλέτα, το κόσμημα κρύωνε στο λαιμό της. – Πήγαινε, κοίταξέ σου στον καθρέφτη. Η Νατάσα είδε τον εαυτό της. Όχι εκείνη που σφουγγάριζε δώδεκα χρόνια, αλλά τη γυναίκα που ήταν κάποτε. Ρεστοράν στο Μικρολίμανο. Ανοιχτή σάλα γεμάτη κοστούμια, βραδινές εμφανίσεις, μουσική. Μπήκε αργά, όπως ήθελε. Για μια στιγμή όλοι σώπασαν. Ο Ντένις γελούσε στο μπαρ. Τη βλέπει – κοκαλώνει. Εκείνη περνά δίπλα του και κάθεται μακριά. – Είναι ελεύθερη η θέση; – Ρώτησε ένας άντρας, γύρω στα σαράντα πέντε. – Ελεύθερη. – Ορέστης. Συνεργάτης του Βαγγέλη σε άλλο χώρο. Φούρνοι. Εσείς; – Νατάσα. Γυναίκα του υπευθύνου αποθήκης. Κοίταξε τα κοσμήματα. – Αβεντουρίνη; Χειροποίητο, σωστά; Ξέρω, η μητέρα μου μάζευε πέτρες. Σπάνιο. – Το έφτιαξα μόνη μου. – Αλήθεια; – Κοίταξε πιο κοντά. – Επίπεδο εξαιρετικό. Πουλάτε; – Όχι. Είμαι νοικοκυρά. – Παράξενο. Με τέτοια χέρια… Όλο το βράδυ ήταν δίπλα της. Μίλαγαν για δημιουργίες, για το πώς ξεχνάμε τον εαυτό μας στην καθημερινότητα. Ο Ορέστης την κάλεσε για χορό, της έφερε σαμπάνια, γελούσε μαζί της. Η Νατάσα έβλεπε τον άντρα της να μαυρίζει. Όταν έφευγε, ο Ορέστης την πήγε στο αυτοκίνητο. – Αν θελήσεις να ξανασχοληθείς με κοσμήματα, πάρε με, – και της έδωσε κάρτα. – Έχω γνωστούς που το εκτιμούν πραγματικά. Την πήρε. Στο σπίτι, ο Ντένις δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά. – Τι ξεφτίλα ήταν αυτή; Όλο με τον Ορέστη ήσουν! Είδε όλος ο κόσμος πως η γυναίκα μου τριγυρνά μ’ άλλον! – Δεν τριγύρισα με κανέναν. Μίλαγα. – Μίλαγες! Χόρεψες μαζί του τρεις φορές! Τρεις! Ο Βαγγέλης με ρώτησε τι συμβαίνει. Ντράπηκα! – Πάντα ντρέπεσαι, – είπε ήσυχα η Νατάσα. – Ντρέπεσαι να με πάρεις μαζί, ντρέπεσαι όταν με κοιτάνε. Τίποτα δεν σε αφήνει αδιάφορο; – Σκάσε. Νομίζεις, επειδή φόρεσες ένα πανί, άλλαξες; Είσαι τίποτα. Νοικοκυρά. Τρως τα λεφτά μου κι παριστάνεις και βασίλισσα. Κάποτε θα έκλαιγε. Θα έπεφτε στο κρεβάτι. Μα τώρα μέσα της κάτι άλλαξε. – Αδύναμοι άντρες φοβούνται δυνατές γυναίκες, – είπε ήρεμα. – Είσαι γεμάτος κόμπλεξ, Ντένις. Φοβάσαι να δεις πόσο μικρός είσαι. – Σήκω φύγε. – Θα ζητήσω διαζύγιο. Αυτός σιώπησε. Δεν οργίστηκε, μόνο χάθηκε. – Τι θα κάνεις με δύο παιδιά; Με χάντρες δεν θα ζήσεις. – Θα ζήσω. Το πρωί κάλεσε τον Ορέστη. Εκείνος πρότεινε να συναντηθούν σε καφέ για δουλειές. Μίλησε για γνωστή του γκαλερίστα χειροτεχνίας, την αξία της χειροποίητης τέχνης. – Έχεις μεγάλο ταλέντο, Νατάσα. Και γούστο. Ξεκίνησε να φτιάχνει ξανά. Ο Ορέστης τα πήγαινε στη γκαλερί. Μέσα σε εβδομάδα εξαντλήθηκαν. Άρχισαν παραγγελίες. – Ο Ντένις ξέρει; – Δεν μου μιλά καν. – Το διαζύγιο; – Βρήκα δικηγόρο. Ξεκινάμε. Ο Ορέστης πρόσφερε βοήθεια διακριτικά. Έδωσε επαφές, τη βοήθησε να βρει σπίτι. Όταν μάζεψε τις βαλίτσες της, ο Ντένις γέλασε. – Σε βδομάδα θα γυρίσεις. Έκλεισε τη βαλίτσα και έφυγε. Έξι μήνες μετά. Δυάρι στη Νέα Σμύρνη, τα παιδιά της, δουλειά. Παραγγελίες πολλές. Η γκαλερί πρότεινε έκθεση. Προφίλ στα social media, φωτογραφίες, ακόλουθοι. Ο Ορέστης βοηθούσε διακριτικά. – Μαμά, σου αρέσει ο Ορέστης; – ρώτησε η Σοφία μια μέρα. – Μου αρέσει. – Και σε εμάς αρέσει. Δεν φωνάζει ποτέ. Ένα χρόνο μετά, ο Ορέστης της έκανε πρόταση. Απλά, πάνω στο φαγητό: – Θέλω να είστε μαζί μου. Όλοι σας. Η Νατάσα ήταν έτοιμη. Πέρασαν δύο χρόνια. Ο Ντένις περπατούσε στο Mall. Δουλεύει πια φορτοεκφορτωτής – ο Βαγγέλης είχε μάθει για τη συμπεριφορά του και τον απέλυσε. Νοίκιαζε ένα δωμάτιο, χρέη, μοναξιά. Τους είδε έξω από κοσμηματοπωλείο. Η Νατάσα με ανοιχτόχρωμο παλτό, μαλλιά φτιαγμένα, στο λαιμό η ίδια αβεντουρίνη. Ο Ορέστης της κρατούσε το χέρι. Ο Κωνσταντίνος και η Σοφία γελούσαν. Ο Ντένις στάθηκε στη βιτρίνα. Τους είδε να μπαίνουν στ’ αυτοκίνητο. Ο Ορέστης άνοιξε την πόρτα στη Νατάσα. Εκείνη χαμογέλασε. Κοίταξε τον εαυτό του στο τζάμι. Φθαρμένο μπουφάν, γκρι πρόσωπο, κενά μάτια. Είχε χάσει τη βασίλισσά του. Κι εκείνη έμαθε να ζει χωρίς αυτόν. Κι αυτή ήταν η χειρότερη τιμωρία του – να καταλάβει πολύ αργά τι είχε… Σας ευχαριστώ θερμά, αγαπητοί αναγνώστες, για τα όμορφα σχόλια και τα like σας!

Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, ο Δημήτρης ούτε που σήκωσε το βλέμμα απ το κινητό του. Εκεί θα είναι άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι.

Η Ευγενία στεκόταν δίπλα στο ψυγείο, ένα μπουκάλι γάλα στα χέρια της. Δώδεκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά. Και τώρα, ήταν ντροπή.

Θα βάλω το μαύρο φόρεμα, εκείνο που μου είχες αγοράσει εσύ ο ίδιος.

Δεν είναι το φόρεμα το θέμα, επιτέλους γύρισε και την κοίταξε. Το θέμα είσαι εσύ. Έχεις αφεθεί. Τα μαλλιά σου, το πρόσωπό σου… όλη εσύ. Εκεί θα είναι ο Βασίλης με τη γυναίκα του. Αυτή είναι στυλίστρια. Κι εσύ… καταλαβαίνεις.

Δηλαδή δε θα έρθω.

Σωστά κάνεις. Θα πω ότι έχεις πυρετό. Κανείς δεν θα πει τίποτα.

Πήγε για ντους και η Ευγενία έμεινε στην κουζίνα, να κοιτά το πάτωμα. Στο διπλανό δωμάτιο τα παιδιά κοιμούνταν. Ο Κωστής δέκα, η Αναστασία οκτώ. Ενοίκιο, λογαριασμοί, συγκεντρώσεις γονέων. Είχε γίνει ένα με το σπίτι αυτό, κι ο άντρας της είχε αρχίσει να ντρέπεται για εκείνη.

Τι ακούω, έχει τρελαθεί; η Σοφία, κομμώτρια και φίλη της, την κοιτούσε σα να άκουσε το τέλος του κόσμου.

Ντρέπεται να σε πάει στη δεξίωση; Ποιος νομίζει πως είναι;

Υπεύθυνος αποθήκης. Πήρε προαγωγή.

Και τώρα δεν του κάνεις; η Σοφία έβρασε νερό με ένταση. Άκου με. Θυμάσαι τι έκανες πριν τα παιδιά;

Ήμουν δασκάλα.

Όχι τη δουλειά. Τα κοσμήματα που έφτιαχνες. Με χάντρες. Ακόμη έχω εκείνο το κολιέ με τον μπλε λίθο. Όλοι με ρωτούν πού το βρήκα.

Η Ευγενία θυμήθηκε. Κάποτε συναρμολογούσε κοσμήματα τα βράδια, όταν ο Δημήτρης την έβλεπε με θαυμασμό.

Ήταν παλιά αυτά.

Αν το έκανες τότε, μπορείς και τώρα, είπε γρήγορα η Σοφία. Πότε είναι η δεξίωση;

Το Σάββατο.

Τέλεια. Αύριο έρχεσαι σπίτι μου. Σου κάνω μαλλιά, μακιγιάζ. Θα πάρω τη Μυρτώ έχει φορέματα. Τα κοσμήματα τα βρίσκεις εσύ.

Σοφία, μου το απαγόρευσε…

Στ αλήθεια στα κομμάτια να πάει και το απαγόρευσε! Θα πας στη δεξίωση. Και θα τον κάνεις να ιδρώσει απ το φόβο του.

Η Μυρτώ έφερε ένα μακρύ, δαμασκηνί φόρεμα, με ανοιχτούς ώμους. Μια ώρα δοκιμές, καρφίτσες, προσαρμογές.

Θέλει κάτι ξεχωριστό αυτό το χρώμα στα κοσμήματα, γύριζε η Μυρτώ γύρω της. Όχι ασήμι. Ούτε χρυσό.

Η Ευγενία άνοιξε το παλιό σεντούκι της. Στον πάτο, τυλιγμένο σε ύφασμα, ήταν ένα σετ κολιέ και σκουλαρίκια.

Μπλε αβεντουρίνης, χειροποίητα. Τα είχε φτιάξει πριν οκτώ χρόνια για μια περίσταση που δεν ήρθε ποτέ.

Θεέ μου, είναι αριστούργημα! η Μυρτώ έμεινε άφωνη. Εσύ τα έκανες;

Εγώ.

Η Σοφία της έκανε μαλλιά απαλό κύμα, χωρίς υπερβολές. Το μακιγιάζ λιτό, αλλά έντονο. Η Ευγενία έβαλε το φόρεμα, έκλεισε τα κοσμήματα γύρω από τον λαιμό της. Η πέτρα ακούμπησε παγωμένη, βαριά.

Πήγαινε, δες την έσπρωξε η Μυρτώ στον καθρέφτη.

Η Ευγενία πλησίασε. Και δεν είδε πια εκείνη τη γυναίκα που δώδεκα χρόνια έπλενε πατώματα και έβραζε φασολάδες. Είδε τον εαυτό της. Εκείνη που κάποτε ήταν.

Εστιατόριο στην παραλία της Γλυφάδας. Η αίθουσα γεμάτη τραπέζια, κοστούμια, βραδινά, μουσική. Η Ευγενία μπήκε αργά, όπως είχε σχεδιάσει. Οι συζητήσεις κόπασαν για δευτερόλεπτα.

Ο Δημήτρης στεκόταν στο μπαρ, γελούσε με κάποιον. Μόλις την είδε, το πρόσωπό του πάγωσε. Πέρασε δίπλα του χωρίς να κοιτάξει, κάθισε γαλήνια στο μακρινότερο τραπέζι.

Συγγνώμη, η θέση είναι ελεύθερη;

Άντρας γύρω στα σαράντα πέντε, γκρι κουστούμι, έξυπνα μάτια.

Ελεύθερη.

Ορέστης. Συνεργάτης του Βασίλη από άλλο μαγαζί, φούρνος. Εσείς αν επιτρέπετε;

Ευγενία. Σύζυγος του υπεύθυνου αποθήκης.

Την κοίταξε, μετά τα κοσμήματα.

Αβεντουρίνη; Χειροποίητο, φαίνεται. Η μάνα μου μάζευε πετράδια. Σπάνιο να δεις τέτοια.

Μόνη μου τα έφτιαξα.

Σοβαρά; ο Ορέστης πλησίασε, εξετάζοντας την πλέξη. Είναι επίπεδο. Τα πουλάτε;

Όχι. Απλώς… είμαι νοικοκυρά.

Περίεργο μού φαίνεται. Με τέτοια χέρια σπάνια μένουν σπίτι.

Όλο το βράδυ καθόταν δίπλα της. Συζητούσαν για πέτρες, δημιουργία, πώς χάνεται ο εαυτός μας στη ρουτίνα.

Ο Ορέστης της ζήτησε χορό, της έφερε μοσχάτο, γελούσε. Η Ευγενία έβλεπε τα βλέμματα του Δημήτρη απ την άλλη άκρη της αίθουσας. Το πρόσωπό του σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο.

Όταν εκείνη έφυγε, ο Ορέστης τη συνόδεψε ως το αυτοκίνητο.

Αν αποφασίσετε να ξαναφτιάξετε κοσμήματα, πάρτε με, της έδωσε την κάρτα του. Έχω φίλους που τα εκτιμούν. Πραγματικά τα θέλουν.

Πήρε την κάρτα, χωρίς να πει κάτι.

Στο σπίτι, ο Δημήτρης ξέσπασε μετά από πέντε λεπτά.

Τι έκανες εκεί μέσα; Όλο το βράδυ μ αυτόν τον Ορέστη! Όλοι κοιτούσαν, κατάλαβες; Όλοι σε είδαν να κολλάς πάνω του!

Δεν κολλούσα. Μιλούσα.

Μιλούσες; Τρεις φορές χόρεψες μαζί του! Τρεις! Ο Βασίλης με ρώτησε τι γίνεται. Ντράπηκα!

Ντρέπεσαι πάντα η Ευγενία έβγαλε τα παπούτσια στον διάδρομο. Ντρέπεσαι να με πάρεις, ντρέπεσαι άμα με κοιτούν. Για κάτι σου περισσεύει η ντροπή;

Σκάσε. Νομίζεις ότι φόρεσες ένα κουρέλι και έγινες κάποια; Τίποτα δεν είσαι. Νοικοκυρά. Ζεις από τα λεφτά μου, κι όλο το παίζεις βασίλισσα.

Παλιά θα έκλαιγε. Θα πήγαινε στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο. Μα κάτι άλλαξε μέσα της. Ή μπήκε στη θέση του.

Οι αδύναμοι άντρες φοβούνται τις δυνατές γυναίκες, μίλησε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά. Είσαι ανασφαλής, Δημήτρη. Φοβάσαι μήπως δω πόσο μικρός είσαι.

Φύγε από εδώ.

Καταθέτω χαρτιά για διαζύγιο.

Σώπασε. Την κοίταξε και στα μάτια του για πρώτη φορά δεν φάνηκε οργή, αλλά πανικός.

Πού θα πας με δύο παιδιά; Με τις χαντρούλες σου δεν θα ζήσεις.

Θα ζήσω.

Το πρωί πήρε την κάρτα και κάλεσε το νούμερο.

Ο Ορέστης δεν την πίεσε. Βρέθηκαν σε καφέ, συζήτησαν για δουλειά. Εκείνος μίλησε για μια φίλη που έχει γκαλερί χειροποίητων πως πια η τέχνη έχει αξία, πως επιτέλους κουράστηκε ο κόσμος από τα μαζικά.

Είσαι ταλαντούχα, Ευγενία. Σπάνιο να χεις και γούστο και χέρια.

Άρχισε να δουλεύει νύχτες. Αβεντουρίνη, ίασπις, καρνεόλη. Κολιέ, βραχιόλια, σκουλαρίκια. Ο Ορέστης πήγαινε τα έτοιμα στη γκαλερί. Σε μια βδομάδα, τη συναντούσε όλα εξαντλήθηκαν. Η ζήτηση ανέβαινε.

Ο Δημήτρης το ξέρει;

Δεν μιλάμε καθόλου.

Το διαζύγιο;

Βρήκα δικηγόρο. Ξεκινάμε διαδικασίες.

Ο Ορέστης βοήθησε. Όχι με φανφάρες, απλά. Έδωσε επαφές, τη βοήθησε να βρει σπίτι με ενοίκιο. Όταν έφτιαχνε βαλίτσες, ο Δημήτρης στεκόταν στην πόρτα και γελούσε.

Σε μια βδομάδα θα γυρίσεις. Με τα γόνατα θα έρθεις πίσω.

Έκλεισε τη βαλίτσα χωρίς να απαντήσει και έφυγε.

Πέρασαν έξι μήνες. Δυάρι στα δυτικά προάστια, παιδιά, δουλειά. Οι παραγγελίες ασταμάτητες. Η γκαλερί της πρότεινε έκθεση. Άνοιξε λογαριασμό στα κοινωνικά, ανέβαζε φωτογραφίες. Ερχόταν κι άλλος κόσμος.

Ο Ορέστης ερχόταν, έφερνε βιβλία στα παιδιά, τηλεφωνούσε συχνά, ποτέ πιεστικά. Ήταν απλά εκεί.

Μαμά, σου αρέσει; ρώτησε ένα βράδυ η Αναστασία.

Μου αρέσει.

Κι εμάς μας αρέσει. Δεν φωνάζει.

Μετά από ένα χρόνο, ο Ορέστης έκανε πρόταση. Χωρίς γονάτισμα, χωρίς τριαντάρια. Απλά στο τραπέζι, είπε:

Θέλω να είστε μαζί μου. Όλοι σας.

Η Ευγενία ήταν έτοιμη.

Δύο χρόνια μετά. Ο Δημήτρης περπατούσε στο Mall της Αθήνας. Μετά την απόλυση, δούλευε σε μεταφορική ο Βασίλης είχε μάθει πως συμπεριφέρθηκε στη γυναίκα του και τον έδιωξε μέσα σε τρεις μήνες. Ενοικιαζόμενο δωμάτιο, χρέη, μοναξιά.

Τους είδε μπροστά από κοσμηματοπωλείο.

Η Ευγενία, με ανοιχτόχρωμο παλτό, τα μαλλιά τόσο περιποιημένα, γύρω της το ίδιο κολιέ αβεντουρίνη. Ο Ορέστης της κρατούσε το χέρι. Ο Κωστής και η Αναστασία γελούσαν, έλεγαν ιστορίες.

Ο Δημήτρης στάθηκε στη βιτρίνα. Τους παρατηρούσε που έμπαιναν στο αυτοκίνητο. Πώς ο Ορέστης άνοιγε την πόρτα στην Ευγενία. Πώς εκείνη του χαμογελούσε.

Κοίταξε το είδωλό του. Τριμμένο μπουφάν, γκρίζο πρόσωπο, άδεια μάτια. Είχε χάσει τη βασίλισσά του. Κι εκείνη είχε μάθει να ζει χωρίς εκείνον.

Κι αυτό ήταν το χειρότερο τίμημα να καταλάβει πολύ αργά τι είχε…

Σας ευχαριστώ, αγαπητοί αναγνώστες, για τα σχόλιά σας και τα „μου αρέσει” σας!

Oceń artykuł
Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, – ο Ντένις ούτε που σήκωσε τα μάτια του από το κινητό. – Θα είναι εκεί άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι. Η Νατάσα στεκόταν δίπλα στο ψυγείο, κρατώντας ένα μπουκάλι γάλα. Δώδεκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά. Και τώρα, ντροπή. – Θα βάλω το μαύρο φόρεμα. – Αυτό που εσύ μου είχες αγοράσει. – Δεν είναι το φόρεμα το θέμα, – είπε τελικά εκείνος. – Το θέμα είσαι εσύ. Έχεις εγκαταλείψει τον εαυτό σου. Τα μαλλιά, το πρόσωπο… Είσαι αγνώριστη. Θα είναι εκεί ο Βαγγέλης με τη γυναίκα του. Αυτή είναι στυλίστρια. Κι εσύ… καταλαβαίνεις. – Δηλαδή, να μη φύγω; – Μπράβο. Θα πω ότι έχεις πυρετό. Κανείς δεν θα πει λέξη. Πήγε για ντους και η Νατάσα έμεινε στην κουζίνα. Στο διπλανό δωμάτιο κοιμόντουσαν τα παιδιά. Ο Κωνσταντίνος δέκα χρονών, η Σοφία – οκτώ. Δάνειο, λογαριασμοί, σχολικά ζητήματα. Εκείνη είχε χαθεί μέσα στο σπίτι αυτό κι ο άντρας της ένιωσε ντροπή γι’ αυτήν. – Μα καλά, τι λέει αυτός; – Η Ελένη, φίλη και κομμώτρια, την κοίταζε λες κι έπεσε ο ουρανός. – Ντρέπεται να πάρει τη γυναίκα του στη δεξίωση; Και ποιος νομίζει ότι είναι; – Υπεύθυνος αποθήκης. Πήρε προαγωγή. – Και τώρα η γυναίκα του δεν του κάνει; – Η Ελένη έβαλε βραστό νερό. – Θυμάσαι τη ζωή πριν τα παιδιά; – Δούλευα δασκάλα. – Όχι για τη δουλειά. Έφτιαχνες κοσμήματα. Απ’ αυτές τις χάντρες. Το μπλε κολιέ, το έχω ακόμα. Όλοι με ρωτούν από πού το πήρα. Η Νατάσα το θυμήθηκε. Έφτιαχνε τέτοια κοσμήματα τις νύχτες όταν ο Ντένις τη θαύμαζε ακόμη. – Ήταν παλιά. – Άρα μπορείς να το ξανακάνεις, – είπε η Ελένη. – Πότε είναι η δεξίωση; – Το Σάββατο. – Τέλεια. Αύριο έρχεσαι σε μένα. Σου κάνω μαλλιά και μακιγιάζ. Παίρνουμε την Όλγα για φόρεμα. Κοσμήματα, θα τα βρεις μόνη σου. – Ελένη, αυτός είπε… – Σιγά τον… Εσύ θα πας στη δεξίωση. Και θα τρομάξει. Η Όλγα έφερε μια δαμασκηνί μακριά τουαλέτα. Τη δοκίμασαν, τη ρύθμισαν. – Θέλει ιδιαίτερα κοσμήματα, – σχολίασε η Όλγα. – Ούτε ασήμι, ούτε χρυσό. Η Νατάσα άνοιξε το παλιό κουτί της. Στον πάτο βρήκε το κολιέ και τα σκουλαρίκια. Μπλε αβεντουρίνη, χειροποίητα. Τα είχε φτιάξει πριν οκτώ χρόνια, για μια ιδιαίτερη περίσταση που δεν ήρθε ποτέ. – Θεέ μου, αριστούργημα! – είπε η Όλγα. – Δικό σου έργο; – Ναι. Η Ελένη της έκανε μαλλί και μακιγιάζ διακριτικό. Η Νατάσα φόρεσε τη τουαλέτα, το κόσμημα κρύωνε στο λαιμό της. – Πήγαινε, κοίταξέ σου στον καθρέφτη. Η Νατάσα είδε τον εαυτό της. Όχι εκείνη που σφουγγάριζε δώδεκα χρόνια, αλλά τη γυναίκα που ήταν κάποτε. Ρεστοράν στο Μικρολίμανο. Ανοιχτή σάλα γεμάτη κοστούμια, βραδινές εμφανίσεις, μουσική. Μπήκε αργά, όπως ήθελε. Για μια στιγμή όλοι σώπασαν. Ο Ντένις γελούσε στο μπαρ. Τη βλέπει – κοκαλώνει. Εκείνη περνά δίπλα του και κάθεται μακριά. – Είναι ελεύθερη η θέση; – Ρώτησε ένας άντρας, γύρω στα σαράντα πέντε. – Ελεύθερη. – Ορέστης. Συνεργάτης του Βαγγέλη σε άλλο χώρο. Φούρνοι. Εσείς; – Νατάσα. Γυναίκα του υπευθύνου αποθήκης. Κοίταξε τα κοσμήματα. – Αβεντουρίνη; Χειροποίητο, σωστά; Ξέρω, η μητέρα μου μάζευε πέτρες. Σπάνιο. – Το έφτιαξα μόνη μου. – Αλήθεια; – Κοίταξε πιο κοντά. – Επίπεδο εξαιρετικό. Πουλάτε; – Όχι. Είμαι νοικοκυρά. – Παράξενο. Με τέτοια χέρια… Όλο το βράδυ ήταν δίπλα της. Μίλαγαν για δημιουργίες, για το πώς ξεχνάμε τον εαυτό μας στην καθημερινότητα. Ο Ορέστης την κάλεσε για χορό, της έφερε σαμπάνια, γελούσε μαζί της. Η Νατάσα έβλεπε τον άντρα της να μαυρίζει. Όταν έφευγε, ο Ορέστης την πήγε στο αυτοκίνητο. – Αν θελήσεις να ξανασχοληθείς με κοσμήματα, πάρε με, – και της έδωσε κάρτα. – Έχω γνωστούς που το εκτιμούν πραγματικά. Την πήρε. Στο σπίτι, ο Ντένις δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά. – Τι ξεφτίλα ήταν αυτή; Όλο με τον Ορέστη ήσουν! Είδε όλος ο κόσμος πως η γυναίκα μου τριγυρνά μ’ άλλον! – Δεν τριγύρισα με κανέναν. Μίλαγα. – Μίλαγες! Χόρεψες μαζί του τρεις φορές! Τρεις! Ο Βαγγέλης με ρώτησε τι συμβαίνει. Ντράπηκα! – Πάντα ντρέπεσαι, – είπε ήσυχα η Νατάσα. – Ντρέπεσαι να με πάρεις μαζί, ντρέπεσαι όταν με κοιτάνε. Τίποτα δεν σε αφήνει αδιάφορο; – Σκάσε. Νομίζεις, επειδή φόρεσες ένα πανί, άλλαξες; Είσαι τίποτα. Νοικοκυρά. Τρως τα λεφτά μου κι παριστάνεις και βασίλισσα. Κάποτε θα έκλαιγε. Θα έπεφτε στο κρεβάτι. Μα τώρα μέσα της κάτι άλλαξε. – Αδύναμοι άντρες φοβούνται δυνατές γυναίκες, – είπε ήρεμα. – Είσαι γεμάτος κόμπλεξ, Ντένις. Φοβάσαι να δεις πόσο μικρός είσαι. – Σήκω φύγε. – Θα ζητήσω διαζύγιο. Αυτός σιώπησε. Δεν οργίστηκε, μόνο χάθηκε. – Τι θα κάνεις με δύο παιδιά; Με χάντρες δεν θα ζήσεις. – Θα ζήσω. Το πρωί κάλεσε τον Ορέστη. Εκείνος πρότεινε να συναντηθούν σε καφέ για δουλειές. Μίλησε για γνωστή του γκαλερίστα χειροτεχνίας, την αξία της χειροποίητης τέχνης. – Έχεις μεγάλο ταλέντο, Νατάσα. Και γούστο. Ξεκίνησε να φτιάχνει ξανά. Ο Ορέστης τα πήγαινε στη γκαλερί. Μέσα σε εβδομάδα εξαντλήθηκαν. Άρχισαν παραγγελίες. – Ο Ντένις ξέρει; – Δεν μου μιλά καν. – Το διαζύγιο; – Βρήκα δικηγόρο. Ξεκινάμε. Ο Ορέστης πρόσφερε βοήθεια διακριτικά. Έδωσε επαφές, τη βοήθησε να βρει σπίτι. Όταν μάζεψε τις βαλίτσες της, ο Ντένις γέλασε. – Σε βδομάδα θα γυρίσεις. Έκλεισε τη βαλίτσα και έφυγε. Έξι μήνες μετά. Δυάρι στη Νέα Σμύρνη, τα παιδιά της, δουλειά. Παραγγελίες πολλές. Η γκαλερί πρότεινε έκθεση. Προφίλ στα social media, φωτογραφίες, ακόλουθοι. Ο Ορέστης βοηθούσε διακριτικά. – Μαμά, σου αρέσει ο Ορέστης; – ρώτησε η Σοφία μια μέρα. – Μου αρέσει. – Και σε εμάς αρέσει. Δεν φωνάζει ποτέ. Ένα χρόνο μετά, ο Ορέστης της έκανε πρόταση. Απλά, πάνω στο φαγητό: – Θέλω να είστε μαζί μου. Όλοι σας. Η Νατάσα ήταν έτοιμη. Πέρασαν δύο χρόνια. Ο Ντένις περπατούσε στο Mall. Δουλεύει πια φορτοεκφορτωτής – ο Βαγγέλης είχε μάθει για τη συμπεριφορά του και τον απέλυσε. Νοίκιαζε ένα δωμάτιο, χρέη, μοναξιά. Τους είδε έξω από κοσμηματοπωλείο. Η Νατάσα με ανοιχτόχρωμο παλτό, μαλλιά φτιαγμένα, στο λαιμό η ίδια αβεντουρίνη. Ο Ορέστης της κρατούσε το χέρι. Ο Κωνσταντίνος και η Σοφία γελούσαν. Ο Ντένις στάθηκε στη βιτρίνα. Τους είδε να μπαίνουν στ’ αυτοκίνητο. Ο Ορέστης άνοιξε την πόρτα στη Νατάσα. Εκείνη χαμογέλασε. Κοίταξε τον εαυτό του στο τζάμι. Φθαρμένο μπουφάν, γκρι πρόσωπο, κενά μάτια. Είχε χάσει τη βασίλισσά του. Κι εκείνη έμαθε να ζει χωρίς αυτόν. Κι αυτή ήταν η χειρότερη τιμωρία του – να καταλάβει πολύ αργά τι είχε… Σας ευχαριστώ θερμά, αγαπητοί αναγνώστες, για τα όμορφα σχόλια και τα like σας!