Ντρέπομαι να σε πάρω μαζί μου στη δεξίωση, ο Δημήτρης ούτε που σήκωσε το βλέμμα απ το κινητό του. Εκεί θα είναι άνθρωποι. Κανονικοί άνθρωποι.
Η Ευγενία στεκόταν δίπλα στο ψυγείο, ένα μπουκάλι γάλα στα χέρια της. Δώδεκα χρόνια γάμου, δύο παιδιά. Και τώρα, ήταν ντροπή.
Θα βάλω το μαύρο φόρεμα, εκείνο που μου είχες αγοράσει εσύ ο ίδιος.
Δεν είναι το φόρεμα το θέμα, επιτέλους γύρισε και την κοίταξε. Το θέμα είσαι εσύ. Έχεις αφεθεί. Τα μαλλιά σου, το πρόσωπό σου… όλη εσύ. Εκεί θα είναι ο Βασίλης με τη γυναίκα του. Αυτή είναι στυλίστρια. Κι εσύ… καταλαβαίνεις.
Δηλαδή δε θα έρθω.
Σωστά κάνεις. Θα πω ότι έχεις πυρετό. Κανείς δεν θα πει τίποτα.
Πήγε για ντους και η Ευγενία έμεινε στην κουζίνα, να κοιτά το πάτωμα. Στο διπλανό δωμάτιο τα παιδιά κοιμούνταν. Ο Κωστής δέκα, η Αναστασία οκτώ. Ενοίκιο, λογαριασμοί, συγκεντρώσεις γονέων. Είχε γίνει ένα με το σπίτι αυτό, κι ο άντρας της είχε αρχίσει να ντρέπεται για εκείνη.
Τι ακούω, έχει τρελαθεί; η Σοφία, κομμώτρια και φίλη της, την κοιτούσε σα να άκουσε το τέλος του κόσμου.
Ντρέπεται να σε πάει στη δεξίωση; Ποιος νομίζει πως είναι;
Υπεύθυνος αποθήκης. Πήρε προαγωγή.
Και τώρα δεν του κάνεις; η Σοφία έβρασε νερό με ένταση. Άκου με. Θυμάσαι τι έκανες πριν τα παιδιά;
Ήμουν δασκάλα.
Όχι τη δουλειά. Τα κοσμήματα που έφτιαχνες. Με χάντρες. Ακόμη έχω εκείνο το κολιέ με τον μπλε λίθο. Όλοι με ρωτούν πού το βρήκα.
Η Ευγενία θυμήθηκε. Κάποτε συναρμολογούσε κοσμήματα τα βράδια, όταν ο Δημήτρης την έβλεπε με θαυμασμό.
Ήταν παλιά αυτά.
Αν το έκανες τότε, μπορείς και τώρα, είπε γρήγορα η Σοφία. Πότε είναι η δεξίωση;
Το Σάββατο.
Τέλεια. Αύριο έρχεσαι σπίτι μου. Σου κάνω μαλλιά, μακιγιάζ. Θα πάρω τη Μυρτώ έχει φορέματα. Τα κοσμήματα τα βρίσκεις εσύ.
Σοφία, μου το απαγόρευσε…
Στ αλήθεια στα κομμάτια να πάει και το απαγόρευσε! Θα πας στη δεξίωση. Και θα τον κάνεις να ιδρώσει απ το φόβο του.
Η Μυρτώ έφερε ένα μακρύ, δαμασκηνί φόρεμα, με ανοιχτούς ώμους. Μια ώρα δοκιμές, καρφίτσες, προσαρμογές.
Θέλει κάτι ξεχωριστό αυτό το χρώμα στα κοσμήματα, γύριζε η Μυρτώ γύρω της. Όχι ασήμι. Ούτε χρυσό.
Η Ευγενία άνοιξε το παλιό σεντούκι της. Στον πάτο, τυλιγμένο σε ύφασμα, ήταν ένα σετ κολιέ και σκουλαρίκια.
Μπλε αβεντουρίνης, χειροποίητα. Τα είχε φτιάξει πριν οκτώ χρόνια για μια περίσταση που δεν ήρθε ποτέ.
Θεέ μου, είναι αριστούργημα! η Μυρτώ έμεινε άφωνη. Εσύ τα έκανες;
Εγώ.
Η Σοφία της έκανε μαλλιά απαλό κύμα, χωρίς υπερβολές. Το μακιγιάζ λιτό, αλλά έντονο. Η Ευγενία έβαλε το φόρεμα, έκλεισε τα κοσμήματα γύρω από τον λαιμό της. Η πέτρα ακούμπησε παγωμένη, βαριά.
Πήγαινε, δες την έσπρωξε η Μυρτώ στον καθρέφτη.
Η Ευγενία πλησίασε. Και δεν είδε πια εκείνη τη γυναίκα που δώδεκα χρόνια έπλενε πατώματα και έβραζε φασολάδες. Είδε τον εαυτό της. Εκείνη που κάποτε ήταν.
Εστιατόριο στην παραλία της Γλυφάδας. Η αίθουσα γεμάτη τραπέζια, κοστούμια, βραδινά, μουσική. Η Ευγενία μπήκε αργά, όπως είχε σχεδιάσει. Οι συζητήσεις κόπασαν για δευτερόλεπτα.
Ο Δημήτρης στεκόταν στο μπαρ, γελούσε με κάποιον. Μόλις την είδε, το πρόσωπό του πάγωσε. Πέρασε δίπλα του χωρίς να κοιτάξει, κάθισε γαλήνια στο μακρινότερο τραπέζι.
Συγγνώμη, η θέση είναι ελεύθερη;
Άντρας γύρω στα σαράντα πέντε, γκρι κουστούμι, έξυπνα μάτια.
Ελεύθερη.
Ορέστης. Συνεργάτης του Βασίλη από άλλο μαγαζί, φούρνος. Εσείς αν επιτρέπετε;
Ευγενία. Σύζυγος του υπεύθυνου αποθήκης.
Την κοίταξε, μετά τα κοσμήματα.
Αβεντουρίνη; Χειροποίητο, φαίνεται. Η μάνα μου μάζευε πετράδια. Σπάνιο να δεις τέτοια.
Μόνη μου τα έφτιαξα.
Σοβαρά; ο Ορέστης πλησίασε, εξετάζοντας την πλέξη. Είναι επίπεδο. Τα πουλάτε;
Όχι. Απλώς… είμαι νοικοκυρά.
Περίεργο μού φαίνεται. Με τέτοια χέρια σπάνια μένουν σπίτι.
Όλο το βράδυ καθόταν δίπλα της. Συζητούσαν για πέτρες, δημιουργία, πώς χάνεται ο εαυτός μας στη ρουτίνα.
Ο Ορέστης της ζήτησε χορό, της έφερε μοσχάτο, γελούσε. Η Ευγενία έβλεπε τα βλέμματα του Δημήτρη απ την άλλη άκρη της αίθουσας. Το πρόσωπό του σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο.
Όταν εκείνη έφυγε, ο Ορέστης τη συνόδεψε ως το αυτοκίνητο.
Αν αποφασίσετε να ξαναφτιάξετε κοσμήματα, πάρτε με, της έδωσε την κάρτα του. Έχω φίλους που τα εκτιμούν. Πραγματικά τα θέλουν.
Πήρε την κάρτα, χωρίς να πει κάτι.
Στο σπίτι, ο Δημήτρης ξέσπασε μετά από πέντε λεπτά.
Τι έκανες εκεί μέσα; Όλο το βράδυ μ αυτόν τον Ορέστη! Όλοι κοιτούσαν, κατάλαβες; Όλοι σε είδαν να κολλάς πάνω του!
Δεν κολλούσα. Μιλούσα.
Μιλούσες; Τρεις φορές χόρεψες μαζί του! Τρεις! Ο Βασίλης με ρώτησε τι γίνεται. Ντράπηκα!
Ντρέπεσαι πάντα η Ευγενία έβγαλε τα παπούτσια στον διάδρομο. Ντρέπεσαι να με πάρεις, ντρέπεσαι άμα με κοιτούν. Για κάτι σου περισσεύει η ντροπή;
Σκάσε. Νομίζεις ότι φόρεσες ένα κουρέλι και έγινες κάποια; Τίποτα δεν είσαι. Νοικοκυρά. Ζεις από τα λεφτά μου, κι όλο το παίζεις βασίλισσα.
Παλιά θα έκλαιγε. Θα πήγαινε στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο. Μα κάτι άλλαξε μέσα της. Ή μπήκε στη θέση του.
Οι αδύναμοι άντρες φοβούνται τις δυνατές γυναίκες, μίλησε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά. Είσαι ανασφαλής, Δημήτρη. Φοβάσαι μήπως δω πόσο μικρός είσαι.
Φύγε από εδώ.
Καταθέτω χαρτιά για διαζύγιο.
Σώπασε. Την κοίταξε και στα μάτια του για πρώτη φορά δεν φάνηκε οργή, αλλά πανικός.
Πού θα πας με δύο παιδιά; Με τις χαντρούλες σου δεν θα ζήσεις.
Θα ζήσω.
Το πρωί πήρε την κάρτα και κάλεσε το νούμερο.
Ο Ορέστης δεν την πίεσε. Βρέθηκαν σε καφέ, συζήτησαν για δουλειά. Εκείνος μίλησε για μια φίλη που έχει γκαλερί χειροποίητων πως πια η τέχνη έχει αξία, πως επιτέλους κουράστηκε ο κόσμος από τα μαζικά.
Είσαι ταλαντούχα, Ευγενία. Σπάνιο να χεις και γούστο και χέρια.
Άρχισε να δουλεύει νύχτες. Αβεντουρίνη, ίασπις, καρνεόλη. Κολιέ, βραχιόλια, σκουλαρίκια. Ο Ορέστης πήγαινε τα έτοιμα στη γκαλερί. Σε μια βδομάδα, τη συναντούσε όλα εξαντλήθηκαν. Η ζήτηση ανέβαινε.
Ο Δημήτρης το ξέρει;
Δεν μιλάμε καθόλου.
Το διαζύγιο;
Βρήκα δικηγόρο. Ξεκινάμε διαδικασίες.
Ο Ορέστης βοήθησε. Όχι με φανφάρες, απλά. Έδωσε επαφές, τη βοήθησε να βρει σπίτι με ενοίκιο. Όταν έφτιαχνε βαλίτσες, ο Δημήτρης στεκόταν στην πόρτα και γελούσε.
Σε μια βδομάδα θα γυρίσεις. Με τα γόνατα θα έρθεις πίσω.
Έκλεισε τη βαλίτσα χωρίς να απαντήσει και έφυγε.
Πέρασαν έξι μήνες. Δυάρι στα δυτικά προάστια, παιδιά, δουλειά. Οι παραγγελίες ασταμάτητες. Η γκαλερί της πρότεινε έκθεση. Άνοιξε λογαριασμό στα κοινωνικά, ανέβαζε φωτογραφίες. Ερχόταν κι άλλος κόσμος.
Ο Ορέστης ερχόταν, έφερνε βιβλία στα παιδιά, τηλεφωνούσε συχνά, ποτέ πιεστικά. Ήταν απλά εκεί.
Μαμά, σου αρέσει; ρώτησε ένα βράδυ η Αναστασία.
Μου αρέσει.
Κι εμάς μας αρέσει. Δεν φωνάζει.
Μετά από ένα χρόνο, ο Ορέστης έκανε πρόταση. Χωρίς γονάτισμα, χωρίς τριαντάρια. Απλά στο τραπέζι, είπε:
Θέλω να είστε μαζί μου. Όλοι σας.
Η Ευγενία ήταν έτοιμη.
Δύο χρόνια μετά. Ο Δημήτρης περπατούσε στο Mall της Αθήνας. Μετά την απόλυση, δούλευε σε μεταφορική ο Βασίλης είχε μάθει πως συμπεριφέρθηκε στη γυναίκα του και τον έδιωξε μέσα σε τρεις μήνες. Ενοικιαζόμενο δωμάτιο, χρέη, μοναξιά.
Τους είδε μπροστά από κοσμηματοπωλείο.
Η Ευγενία, με ανοιχτόχρωμο παλτό, τα μαλλιά τόσο περιποιημένα, γύρω της το ίδιο κολιέ αβεντουρίνη. Ο Ορέστης της κρατούσε το χέρι. Ο Κωστής και η Αναστασία γελούσαν, έλεγαν ιστορίες.
Ο Δημήτρης στάθηκε στη βιτρίνα. Τους παρατηρούσε που έμπαιναν στο αυτοκίνητο. Πώς ο Ορέστης άνοιγε την πόρτα στην Ευγενία. Πώς εκείνη του χαμογελούσε.
Κοίταξε το είδωλό του. Τριμμένο μπουφάν, γκρίζο πρόσωπο, άδεια μάτια. Είχε χάσει τη βασίλισσά του. Κι εκείνη είχε μάθει να ζει χωρίς εκείνον.
Κι αυτό ήταν το χειρότερο τίμημα να καταλάβει πολύ αργά τι είχε…
Σας ευχαριστώ, αγαπητοί αναγνώστες, για τα σχόλιά σας και τα „μου αρέσει” σας!



