– Κι όταν μεγαλώσω, θα γίνω νεράιδα!
– Ειρήνη μου, γιατί νεράιδα;
– Γιατί έτσι θέλω!
Η Ειρήνη κατέβηκε από την αγκαλιά της μητέρας της, όπου δεχόταν ευχές για τα πέμπτα της γενέθλια, και φούσκωσε τη φούστα της με καμάρι.
– Μαμά, όλες οι νεράιδες είναι όμορφες και έξυπνες! Και μπορούν τα πάντα! Κι εγώ θα μπορώ!
– Μα φυσικά και θα μπορείς! Η Μαργαρίτα τεντώθηκε να αγκαλιάσει την κόρη της, αλλά εκείνη απομακρύνθηκε με ένα πηδηματάκι.
– Μαμά, που είναι η τούρτα;
– Σε λίγο! Πήγαινε, αγάπη μου, παίξε με τα άλλα παιδιά προς το παρόν. Μόλις είναι έτοιμη η τούρτα θα σε φωνάξω, εντάξει;
– Εντάξει!
Η Μαργαρίτα χαμογέλασε, βλέποντας τις μπούκλες που είχε πλέξει με κόπο το πρωί να χορεύουν στους ώμους της. Μια τόσο αποφασιστική και πανέξυπνη κόρη μεγαλώνει! Ποιο άλλο παιδί στα πέντε του μιλάει τόσο ξεκάθαρα; Θα τα καταφέρει!
– Το μόνο που μετράει είναι να μη χαθεί μέσα της αυτή η πίστη! σχολίασε η Άννα, η καλύτερη φίλη της Μαργαρίτας. – Άλλοι ακούνε κάτι τέτοιο και αμέσως λένε να δεις τη πραγματικότητα, να παλέψεις, τίποτα δεν χαρίζεται. Εγώ λέω να πιστεύεις στο παιδί σου, και όλα θα τα καταφέρει. Κι η μικρή μου Κατερίνα όταν πήγε πρώτη φορά στη σχολή χορού…
– Καλά, όλοι ξέρουμε πόσο υπέροχη είναι η Κατερίνα σου! Κορίτσια, να με βοηθήσετε; Ήρθε η ώρα για τούρτα. Η Μαργαρίτα γύρισε με σταθερό βήμα προς τη κουζίνα.
Το σπίτι έσφυζε από φωνές παιδιών. Το πάτωμα ήταν γεμάτο κομφετί και σπασμένα κομμάτια από μπαλόνια. Ένα μπουκέτο τουλίπες, παρατημένο στη γωνιά, της θύμισε ότι τα είχε στείλει η μητέρα της, η Χρυσούλα, που τώρα έμενε μαζί τους αλλά παλιά προτιμούσε το δικό της διαμέρισμα.
– Δεν νιώθω άνετα εδώ, κόρη μου. Φοβάμαι μην κάνω ζημιά ή λερώσω κάτι. Είναι όλα υπερβολικά για μένα.
– Μαμά, μην υπερβάλλεις! Ό,τι έχουμε, το κερδίσαμε με τον Παύλο με δουλειά. Έχουμε κάθε δικαίωμα να ζούμε άνετα!
– Παρ’ όλ’ αυτά, προτιμώ τη γαλήνη του σπιτιού μου.
– Ό,τι πεις. Το πιο σημαντικό είναι να είναι καλά η Ειρήνη.
Η Χρυσούλα φρόντιζε την εγγονή της από τη γέννηση.
– Δεν προλαβαίνω, μαμά. η Μαργαρίτα έβαφε τα χείλη της βιαστικά πριν φύγει στην δουλειά. Αν σταματήσω και λίγο, όλα όσα πάλεψα αυτά τα χρόνια πάνε χαμένα. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Είμαι υπεύθυνη και για τους ανθρώπους που δουλεύουν για μένα πέρα απ’ τις δικές μας ανάγκες. Πρέπει να σκέφτομαι το μέλλον της Ειρήνης.
– Και αν είναι πιο σημαντικό απ’ όλα να είσαι κοντά της όσο είναι μικρή;
– Μην αρχίζεις! Ξέρω τι κάνω! Ποιος άλλος θα φροντίσει το παιδί μου;
– Ο Παύλος;
– Μαμά, είσαι αστεία; Θα βοηθήσει, αλλά οι άντρες έρχονται και φεύγουν. Αν φύγει κι ο Παύλος; Τι θα κάνω τότε;
– Από που τα σκέφτεσαι αυτά, κορίτσι μου; Έχει κάποια άλλη;
– Πού να ξέρω! Εγώ δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ και αν έχει, εμένα δε με αφορά. Μετά τη γέννα ένιωθα ότι η ζωή μου είχε σταματήσει. Πρέπει να προλάβω ό,τι έχασα, μαμά Και θέλω να με βοηθήσεις, σωστά;
– Σωστά, ό,τι χρειάζεται. Η Χρυσούλα κοιτούσε με στοργή τη μικρή εγγονή της.
Η Ειρήνη ήταν αδύνατη και συχνά άρρωστη. Πυρετοί, γρίπες, τίποτα δεν τρομοκρατούσε πια τη Χρυσούλα, που είχε πάντα πρόχειρο το τηλέφωνο του οικογενειακού παιδιάτρου.
– Μαμά, δεν έχει πια σαράντα πυρετό, εντάξει; Κάνετε ό,τι είπε ο γιατρός; Δεν μπορώ τώρα, έχω σύσκεψη.
Η Ειρήνη κουρνιασμένη στον ώμο της γιαγιάς της, ψιθύριζε:
– Τίποτα, τιποτάκι, μικρούλα μου. Θα σου φτιάξω χυμό με φρούτα, θα κοιμηθείς λίγο και θα γίνεις περδίκι. Θέλεις να διαβάσουμε παραμύθι;
– Για νεράιδα;
– Όποιο θες.
– Ναι!
Ένα ωραίο εικονογραφημένο βιβλίο είχε φέρει ο Παύλος από το Βερολίνο.
– Παύλο, είναι στα αγγλικά! η Χρυσούλα ξεφύλλιζε τις σελίδες.
– Γιατί όχι; Να μάθει η μικρή μια ακόμη γλώσσα. Εσύ δεν ήσουν φιλόλογος τόσα χρόνια; Θα τα καταφέρεις με το βιβλίο.
– Φυσικά, θα το δούμε μαζί. Μόνο να ξεκινήσουμε λίγα αγγλικά πιο νωρίς…
Τα μαθήματα, οι χαρές και τα γι αυτούς μικρά προβλήματα της Ειρήνης, γέμιζαν πια τις μέρες της Χρυσούλας. Ξαναβρήκε το νόημα: είχε λόγο να ζει.
Τα δέκα τελευταία χρόνια, απ’ όταν η Μαργαρίτα παντρεύτηκε και τέλειωσε το πανεπιστήμιο, η Χρυσούλα την έβλεπε σπάνια. Είχε σταματήσει να ζητάει συναντήσεις, δεν ήθελε να τη φέρνει σε δύσκολη θέση. Πόσο της έλειπαν τα απογεύματα που η Μαργαρίτα, μόλις γύριζε σπίτι, καθόταν στην κουζίνα και διηγιόταν τα νέα της. Όλη της η ζωή ήταν η κόρη της.
Γέννησε νέα, πριν τα είκοσι. Ο γάμος της με έναν συμφοιτητή κράτησε λίγο, και μετά κοίταξε να σταθεί στα πόδια της με τη μικρή Μαργαρίτα. Πολύ αργότερα, όταν πέθανε η μητέρα της Χρυσούλας, τα επόμενα δώδεκα χρόνια έγιναν άγρυπνες νύχτες και αμείλικτη καθημερινότητα. Δεν είχε ενέργεια να σκεφτεί τίποτα άλλο, ούτε να κοιτάξει ξανά τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Η Μαργαρίτα, όμως, πήρε τα καλύτερα χαρακτηριστικά της. Και το κυριότερο, τη θέληση να πετύχει. Η Χρυσούλα την πήγαινε σε χορευτικό, μουσική, ξένες γλώσσες. Όταν τέλειωσε το σχολείο η κόρη της, ήξερε καλά πως είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια. Μόνο ένα πράγμα την ανησυχούσε: η Μαργαρίτα ήταν απόλυτη όταν ήθελε κάτι. Όλα έπρεπε να υπακούουν στη θέλησή της.
– Μαμά, αυτά τα παπούτσια χρειάζομαι. Δεν γίνεται να πάω στην πρώτη μου συνέντευξη με τα παλιά. Θέλω να δείχνω επαγγελματίας, καταλαβαίνεις;
Η Χρυσούλα έδινε χωρίς δεύτερη σκέψη τα ευρώ που είχε βάλει στην άκρη για τις διακοπές. Δεν πειράζει η θάλασσα αρκεί να ευημερήσει το παιδί της.
Ο γάμος με τον Παύλο ήταν το επιστέγασμα όλων των κόπων της. Την ημέρα του γάμου, η Χρυσούλα δάκρυζε από χαρά βλέποντας την όμορφη κόρη της. Για τον Παύλο ποτέ δεν είχε εντυπωσιαστεί. Αλλά, σκεπτόμενη ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ πραγματικά μεγάλους επιχειρηματίες, χαμογελούσε με το επιχείρημα της κόρης της πριν παντρευτεί:
– Μαμά, ο γάμος δεν είναι μόνο αγάπη. Έχουμε και συμφωνία, με όρους. Ακόμα πιο σίγουρο από τον έρωτα.
– Και ποιοι είναι αυτοί οι όροι;
– Είμαστε ίσοι εταίροι, από τη μέρα του γάμου. Τ Αυτονόητα, όχι περιουσία πριν τη γνωριμία. Κι εγώ να του κάνω έναν γιο, κι έτσι η συμφωνία θα είναι προς όφελός μου.
– Παράξενο μου φαίνεται, Μαργαρίτα.
– Είναι, αλλά είναι και σύγχρονο, μαμά. Άλλαξαν οι εποχές.
– Το μόνο που θέλω είναι να είσαι ευτυχισμένη, ό,τι κι αν γίνει.
Ήρθε η Ειρήνη αντί για γιο, ανατρέποντας τα σχέδια:
– Τρεις υπερηχογραφίες έκανα, μαμά, αγόρι, έλεγαν! Και να σου το κοριτσάκι Είναι κακό;
– Καθόλου, κορίτσι μου! Γυναίκες μεγαλουργούν!
– Ναι, αλλά δεν το περίμενα. Θέλω αγόρι, όπως είχαμε πει, γιατί…
– Θα έρθει κι αγόρι, Μαργαρίτα! Πίστεψέ το!
Όμως το πράγμα δεν εξελισσόταν. Γιατροί, εξετάσεις, άγχος, άχρηστα όλα! Η Χρυσούλα προσπαθούσε να της αλλάξει προσανατολισμό.
– Μήπως καλύτερα να αφιερωθείς στην Ειρήνη που έχεις ήδη; Μια χαρά είναι το κοριτσάκι…
– Μη το συζητάμε, μαμά. Αλλά το σπίτι της είναι εδώ. Δεν μπορεί πια να περνάει την ώρα της σε σένα.
Η πρώτη βαρβάτη ίωση που έπαθε η Ειρήνη μόλις μετακόμισε, ανάγκασε τη Χρυσούλα να μείνει μαζί τους.
Στο σπίτι, η Χρυσούλα φρόντιζε την εγγονή της, αγνοώντας τα προβλήματα του γάμου της κόρης της, που ήταν φανερά. Η Ειρήνη, όλο και πιο τολμηρή, ενθουσιάστηκε με τον χώρο:
– Εδώ είναι πιο μεγάλο το σπίτι! Να πάρω σκύλο, γιαγιά;
– Δεν είναι δικό μου το σπίτι, μικρή. Να ρωτήσεις τους δικούς σου.
Η ίδια έβλεπε ότι το πείσμα της Ειρήνης θύμιζε τη μάνα της. Πίσω απ’ όλα έβλεπε μια μικρή δυναμίτη, που αργά ή γρήγορα θα πετύχαινε ό,τι έβαζε σκοπό.
Εμφανίστηκε το θέμα του σκύλου. Ο Παύλος υπέκυψε. Διάλεξε όποιο θες της είπε. Η Μαργαρίτα αντιστάθηκε, μα στο τέλος υπέκυψαν όλοι. Το σπιτσι-σπιτς ήρθε σπίτι. Το σκυλάκι έγινε φίλη της Ειρήνης και ο κόσμος της ολοκληρώθηκε.
Όλα ανατράπηκαν μετά τον χωρισμό. Μετά από μερικούς μήνες, η Μαργαρίτα αγόρασε δικό της τριάρι στη Νέα Σμύρνη και συνέχισαν τη ζωή τους αλλιώς, χωρίς πολυτέλειες αλλά πιο ξεκάθαρα.
Η Ειρήνη μεγάλωσε απροβλημάτιστη, πεισματάρα, απαιτητική. Η μάνα της της αγόραζε ό,τι επώνυμο ήθελε, της μάθαινε ότι πρώτα μετράει η εικόνα. Το σχολείο έσταζε ζήλια για τα πράγματα της Ειρήνης. Η γιαγιά κοιτούσε σιωπηλή, σπάνια σχολίαζε, μάταιο να διορθώσει κάτι.
Η Ειρήνη μπήκε πανεπιστήμιο, στο ίδιο τμήμα που είχαν τελειώσει μάνα και γιαγιά. Έζησε ανέμελη φοιτητική ζωή. Ώσπου ήρθε το νέο του γάμου:
– Παντρεύομαι. Μη σοκάρεσαι! τραγουδούσε η Ειρήνη στη γιαγιά. Τον λένε Αλέξανδρο, όχι, δε διδάσκει εμένα! Στην ίδια σχολή όμως.
– Είναι…
– Όχι, γιαγιά, νέος είναι. Ούτε παιδί έχει, μην ανησυχείς!
Την πικρή αλήθεια τη μάθαμε μετά: Ο Αλέξανδρος ήταν παντρεμένος. Η Μαργαρίτα δεν πτοήθηκε:
– Αν η Ειρήνη θέλει αυτόν, αυτόν θα πάρει.
– Και η γυναίκα του… το παιδί του;
– Μην είσαι παλιάς κοπής, μαμά! Κοιτάς τα ξένα σπίτια;
Η Χρυσούλα, έξαλλη, πέταξε το ποτήρι στον τοίχο. Ο γάμος έγινε χωρίς συγγενείς από τη μεριά του γαμπρού. Ο Παύλος απλώς χάρισε ένα διαμέρισμα και δεν ήρθε.
Το νυφικό λεγόταν Νεράιδα. Παιδί και όνειρο συνδυασμένα. Η Χρυσούλα πήρε ταξί και έφυγε από την τελετή.
Ο ευτυχισμένος γάμος κράτησε λιγότερο από χρόνο. Η Ειρήνη χώρισε αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης τους, της Νίκης. Ο Αλέξανδρος βρήκε άλλη στην σχολή. Η Ειρήνη παρέδωσε τα χαρτιά της αμίλητη κι έφυγε κρατώντας το κεφάλι ψηλά.
– Και τώρα; Θα ζητήσεις τα ρέστα; της είπε η Μαργαρίτα επικριτικά.
– Μαμά, νόμιζα ότι όλα θα γίνονται, όπως εγώ θέλω. Τελικά όμως δεν είμαι μόνη στον κόσμο. Κι αυτή που ήταν πριν από εμένα και αυτή που είναι μετά, όλες ήθελαν κάτι.
– Κάθεσαι και φιλοσοφείς; Δεν σου πήγε το όνειρο, αλλά προχώρα!
– Δεν ξέρω αν είμαι πια νεράιδα. Μεγάλωσα πολύ…
Η Χρυσούλα μάζευε τα πράγματα, φροντίζοντας τη μικρή Νίκη και σκουπίζοντας τα δάκρυα της.
– Όλα θα πάνε καλά! Μαμά σου είναι δυνατή. Εμείς θα τα καταφέρουμε.
Η Ειρήνη αργότερα βρήκε μόνη της τον δρόμο της. Δυνατή πια, νοιάστηκε πρώτα για εκείνη και τη Νίκη.
Μια μέρα, μπήκα στο ημερολόγιό μου να ξαναγράψω δυο λόγια για τη νεράιδα που έγινε άνθρωπος.
Στο παγκάκι του λιμανιού, έβλεπα τη μικρή μου Νίκη να τρέχει μέσα στο άλσος, με τη χάρτινη μαγική ράβδο στο χέρι, μια τσαλακωμένη ασημένια αστερένια στην άκρη.
– Τι είναι αυτό, Νίκη;
– Ραβδάκι νεράιδας! Από τη γιορτή στο νηπιαγωγείο! Ναι, αλλά τσαλακώθηκε…
– Σημασία έχει αν δουλεύει, αγάπη μου! της το ίσιωσα ευλαβικά.
– Και πώς ξέρεις ότι πιάνει; με ρώτησε η μικρή με μάτια γουρλωμένα.
– Μόλις ευχήθηκα να είμαστε καλά κι ευτυχισμένοι!
– Ναι, αλλά η γιαγιά στο νοσοκομείο.
– Δεν είναι τώρα. Είναι σπίτι και μας περιμένει.
– Αλήθεια; φώναξε η Νίκη χαρούμενη.
– Η αληθινή μαγεία είναι να είμαστε μαζί, όσο μπορούμε, και να αγαπιόμαστε πολύ. Να το θυμάσαι. Μαζί ή και μακριά, πάντα με αγάπη.
Η Νίκη σήκωσε τον μαγικό ραβδί και ψιθύρισε:
– Θα ξαναευχηθώ να μείνουμε όλες μαζί για πάντα και να γίνει καλά η γιαγιά. Μαμά, μπορώ;
– Μπορείς και πρέπει! Αυτή είναι η καλύτερη ευχή.
Και αυτό έμαθα τόσα χρόνια: πως η μαγεία δεν είναι να παίρνεις πάντα ό,τι θες, αλλά να ξέρεις να αγαπάς, ακόμα κι όταν χάσεις τα φτερά της νεράιδας. Να κρατάς κοντά αυτούς που αξίζουν. Κι ευτυχία είναι να βρίσκεις το παραμύθι σου στην ίδια τη ζωή, εδώ, με τα απλά και τα αληθινά.





