Η Μαρία, νέα μητέρα με την μικρή της Αιθήλια στο μπράτσο, κατέβηκε από το λεωφορείο στο μικρό σήμα που έδειχνε: «Κλειδοχώρι». Το όνομα έμοιαζε με μικρό κλειδί, αλλά η καρδιά της έμοιαζε με κλειδαριά που μόλις άνοιγε.
Μαρία! φώναξε η γηρή Δέσποινα, τυλιγμένη στο λευκό της μπανιέρα. Πάρε μου τη Σοφία!
Οι χωρικοί κάτοικοι κοίταζαν περίεργα τη νεαρή με το μωρό, αλλά η Δέσποινα με τη Μαρία, τρέχοντας χωρίς να κοιτάξουν πίσω, μπήκαν στο σπίτι, κλείσανε την πύλη και έσπευσαν στο εσωτερικό.
Μαμά! φώναξε η Αιθήλια, κλαίγοντας στο τραπέζι, αγκαλιάζοντας τη μαμά της.
Έφυγα από τον Άγγελο ξεκίνησε η Μαρία, δάκρυα κυλούνααα. Εμένα με έσφαγαν με λόγια, με άγριες εντολές, μού απείλησαν να μου κλέψουν το παιδί. Δεν αντέχω άλλο.
Η γηρή Δέσποινα, με ένα βλέμμα που μιλάει περισσότερο από τις λέξεις, σχολίασε:
Παρά μόνο τρία χρόνια γάμου και το σπίτι έχει ήδη ραγίσει. Τι πια η εποχή μας!
Η Μαρία σταμάτησε τα δάκρυα, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τη γιαγιά της.
Γιαγιά αν δεν με καταλάβεις, θα φύγω. Έφυγα από τον Άγγελο γιατί δεν καταλαβαίνει, με σκιάζει, μου λέει «υποκρίσου, ο άντρας δεν σε αξίζει». Πώς να ζήσω εμένα μόνη;
Η Δέσποινα, αν και σκεπτική, άγγιξε τα μαλλιά της Εγγονής και είπε:
Μείνε. Δεν θα σου πω τίποτα αν δεν θες. Έχω μόνο μια στέγη, αλλά αν μείνεις, θα είναι και δική σου. Είσαι η κόρη μου, η μικρή μου άγγελος
***
Η Μαρία, κορίτσι από την Αθήνα, ξέχασε το αστικό τη ζωή. Στο χωριό κυκλοφορούσαν φήμες πως είχε παντρευτεί μπάσιν (ακόμα και εκείνη τσιγγούνταν λίγο). Έφυγε με βαλίτσα, μωρό και μια ευκαιρία να κρυφτεί. Στο χωριό βρήκε δουλειά ταχυδρόμου και κέρδισε το σεβασμό των χωρικών.
Τα Γεωργίου είναι τρυφεροί έλεγε η Μαρία. Πάντα βοηθούν.
Στον κήπο της γιαγιάς Δέσποινας η Μαρία έδειχνε στην Αιθήλια τα φρούτα.
Μη φοβάσαι, μικρή μου, μαζεύουμε βατόμουρα, φράουλες, και το βατόμουρο είναι το πράσινο, το κόκκινο το κεράσι.
Ξαφνικά, από τον φράχτη βγήκε ο Σκούρος, ένας μαύρος σκύλος με λευκές κηλίδες, άνοιξε το αυτί και γάβγισε.
Σκύλος, χαμογέλασε η Μαρία.
Τότε έσκασε κι ένας ατέρι, ἀγριός, με κατσαρά μαλλιά. Ο Πάσχος, τοπικός καημένος, άκουσε τη φωνή του παππού του, του κουνάρη.
Καλημέρα είπε ο παππούς με έναν παχύ λογοτεχνικό τόνο. Πώς πάει η ζωή;
Καλημέρα απάντησε η Μαρία.
Ο Πάσχος έτρεξε στο φράχτη, έπιασε το χέρι της Αιθήλιας και χαιρέτησε.
Πάμε να μοιραστούμε τα φρούτα; προκάλεσε η Μαρία.
Ο παππούς, γέλασε και είπε:
Ποτέ δεν ήξερα ότι έχετε Αιθήλια! Εμείς έχουμε τον γείτονα Πάσχο, που τριγυρίζει μόνος, μαζί με τον Σκούρο, το σκυλί μας.
Η Μαρία, χαρούμενη, πρόσκλησε τον Πάσχο στην αυλή:
Ελάτε, κουμπάρε μου. Θα παίξετε με την Αιθήλια, και θα φάτε μελιτζάνες.
Ο Πάσχος έσπευδε, πήδηξε το κενό στο φράχτη, ακολουθούμενος από τον Σκούρο. Τα παιδιά έγιναν αμέσως φίλοι· το γέλιο τους χόρευε μέχρι το σούρουπο.
***
Ο πατέρας του Πάσχου, ο Αντώνιος, ήρθε τα Σαββατοκύριακα σε ένα παλιό βαν με μια παλιά μπαλίστικη, έφερε λουλούδια, δώρα, και το καλοκαίρι ταξίδεψε με τη Μαρία στο ποτάμι. Η Δέσποινα έτριγυρνούσε το «καλό» παιδί.
Μαρία, αυτός είναι καλός άνθρωπος. Έφυγε από τη σύζυγό του, που δεν τον σεβόταν. Φροντίζει τον Πάσχο μόνος του.
Η Μαρία άρχισε να νιώθει κάτι για τον Αντώνιο, αλλά φοβόταν ότι ο πρώην σύζυγος της θα εμφανιστεί. Στο τέλος, όμως, ο Αντώνιος είπε:
Θα σε περιμένω όσο θέλεις, Μαρία. Θα σε πάρω στην Αθήνα όταν είσαι έτοιμη.
Η Μαρία, τυλιγμένη στον καναπέ, έπλυνε τα χέρια της και είπε:
Ευχαριστώ, Αντώνιε. Είσαι σαν το φρέσκο ψωμί μετά από διακοπή.
Τα χρόνια περνούσαν. Η Δέσποινα γέλασε, η Μαρία τη φρόντιζε, η Αιθήλια πήγε στο δημοτικό. Ο πρώην σύζυγος δεν εμφανίστηκε. Ο Πάσχος έγινε αδιάλειπτος «τσακιστής», ο παππούς του άρχισε να πονάει και έμεινε σπίτι.
Ο Αντώνιος εμφανιζόταν σπάνια, αλλά όταν έπρεπε έφερνε καρότα από τον κήπο του και τα έβαζε στο μπαλκόνι της Μαρίας. Μικρά πράγματα, αλλά ένιωθε την αγάπη του.
***
Μια μέρα η Αιθήλια, μεγαλωμένη, ήρθε στο σαλόνι της μητέρας της, φορούσε καπέλο και είχε το μανίκι τυλιγμένο.
Μαμά, με βοηθήσες; ρώτησε, με μια φωνή που έμοιαζε με κλαμάρι.
Τι; απάντησε η Μαρία, κουνώντας το κεφάλι της.
Ο κήπος… το σπίτι… όλα είναι σπασμένα.
Η Μαρία κοίταξε έξω. Ο φράχτης είχε σπάσει, τα κήποι ήταν λερωμένα, το άλογο του γειτόνου είχε τσουγκρίσει το φράχτη. Αλλά η Μαρία βρήκε την ενέργεια να το διορθώσει.
Πάω να μιλήσω με τον Πάσχο είπε, περπατώντας στο κήπο. Πού είναι ο Σκούρος;
Ο Πάσχος, που έβλεπε το σκυλί να τριγυρνάει με τη γλώσσα έξω, γελούσε.
Μαμά, ο Σκούρος είναι καλά, δεν έσπασε τίποτα.
Η Μαρία έσκασε στο σπίτι, πήρε το τηλέφωνο και κάλεσε τη μητέρα της στην Αθήνα. Η φωνή της ήταν κρύα, αλλά η Αιθήλια αντέδρασε.
Μητέρα, πες μου γρήγορα τι κάνεις! ρώτησε. Είμαι μόνο μου εδώ!
Η μητέρα απάντησε απλώς:
Είμαι απασχολημένη, δουλεύω, δεν έχω χρόνο.
Τι δουλειά; παρακίνησε η Μαρία. Με τη νέα σου οικογένεια;
Όχι, δεν είναι για μένα.
Τα λόγια τους έτρεξαν σαν τηλέφωνο σε κενό, η Μαρία θλίβτηκε, αλλά έβαλε μια τελευταία κλήση και, με έναν μικρό κραυγμό, έφυγε για την Αθήνα, στέλνοντας γρήγορο μήνυμα στον Αντώνιο.
Στο τρένο, η Μαρία έφτασε στην Αθήνα και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του Αντώνιου. Μία νέα γυναίκα άνοιξε, χαμογελώντας.
Καλημέρα, είμαστε οι Γεωργίου. Είμαι η Ελένη.
Η Μαρία άνοιξε το στόμα, όμως ο Αντώνιος της φώναξε:
Μην το πεις
Τελικά, οι γείτοι Δεληλουνόπουλος και Γεωργίου συναντήθηκαν στην ταβέρνα του χωριού. Η κουβέντα τους γέμισε αστεία σχόλια, μικρές παρεξηγήσεις και την παλιά φήμη ότι ο Αντώνιος ήταν «ο τζόμπι» που έφερνε τον Σκούρο στο χωριό για να «τρέξει».
Η ιστορία τελείωσε με το νέο γαμήλιο γεύμα: η Μαρία, ο Αντώνιος, η Αιθήλια, ο Πάσχος και ο Σκούρος κάθονταν στ τραπέζι, γελούν
Α, πόσο καιρό! είπε ο Πάσχος, τρώγοντας κεφτάδα με φέτα.
Και έτσι, στην ήσυχη Κλειδοχώρι, η ζωή κυλούσε σαν λογοτεχνικό εφήμερο.






