Να Ζήσεις για να Φτάσεις τον Χρυσό Γάμο: Η ιστορία της Λυδίας και του Γιάννη – Είκοσι Πέντε Χρόνια Μαζί, Η Ενήλικη Ζωή του Γιου τους Μάθιου στην Αθήνα, Τα Σχέδια Γάμου με τη Νεαρή Ιουλία, και το Ανέλπιστο Πάθος της Λυδίας για τον Γείτονα και Φίλο του Συζύγου, Μιχάλη – Μια Θερμή Εξωσυζυγική Σχέση στον Κόσμο της Ελληνικής Επαρχίας, οι Δοκιμασίες του Γάμου, και η Μετάνοια που Οδηγεί στη Συγχώρεση και την Οικογενειακή Συνοχή Παρά τα Όσα Διαδραματίστηκαν

Να φτάσουμε ως τη χρυσή επέτειο

Είκοσι πέντε χρόνια συμβίωσης μετρούσαν η Κλειώ και ο Νίκος. Εκείνη πενήντα χρονών, εκείνος δυο χρόνια μεγαλύτερος. Η ζωή κυλούσε ήσυχα, όπως σε όλα τα χωριά της Εύβοιας. Το σπίτι, οι δουλειές, το περβόλι, η φροντίδα των ζώων. Ο γιος τους, ο Αλέξανδρος, πια ενήλικος, ζούσε στην Αθήνα· είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο και δούλευε σε μια μεγάλη κατασκευαστική.

Ένα Σαββατοκύριακο ήρθε στο χωριό με μια όμορφη κοπέλα.

Να σας συστήσω, γονείς μου, αυτή είναι η Ειρήνη. Σκεπτόμαστε να παντρευτούμε, θα πάμε σύντομα στο δημαρχείο να δηλώσουμε τα χαρτιά μας.

Χαίρετε, είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη, και τα μάγουλά της κοκκίνησαν.

Καλώς όρισες, Ειρηνούλα, πέρνα μέσα, σπίτι μας απλό, νιώσε άνετα, πέταξε με χαρά η πεθερά, στρώνοντας τραπέζι.

Η Ειρήνη άρεσε στους γονείς, πέρασαν όμορφα, ύστερα έφυγαν για την Αθήνα. Ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε λίγες μέρες μετά και είπε πως το καλοκαίρι θα παντρευτούν. Η Κλειώ το πήρε χαρμόσυνα, το μοιράστηκε με τον Νίκο, κι εκείνος χάρηκε.

Όλα έβαιναν καλώς, μα ένα ανείπωτο άγχος βασάνιζε την Κλειώ. Ποιος να το φανταζόταν πως στα πενήντα της θα ερωτευόταν τον γείτονα και μάλιστα τον κολλητό του άντρα της, τον Μιχάλη.

Ο Μιχάλης, ο γείτονας, πέρασε ένα βράδυ στο σπίτι τους με ένα μπουκάλι Metaxa. Η γυναίκα του, η Μαρίνα, δούλευε αεροσυνοδός, έλειπε συχνά. Η Μαρίνα άφηνε τον Μιχάλη μόνο του χωρίς πολλές έγνοιες, λες και δεν φοβόταν τα «αταξίματα».

Η κόρη τους, η Δέσποινα, ζούσε Αθήνα, ερχόταν καμιά φορά να φέρει φαγητά στον πατέρα όταν η μητέρα έλειπε. Έτσι μιλούσαν στο τηλέφωνο Μαρίνα με άντρα και κόρη, και όταν επέστρεφε, έμενε δέκα μέρες κι έπειτα πάλι φευγάτη.

Μιχάλη, να σου δείξω το σούπερ δραπανοκατσάβιδο που πήρα στον Πειραιά. Από καιρό το ήθελα, πετάχτηκε ο Νίκος κι έφυγε για την αποθήκη.

Ο Μιχάλης τότε, αμέσως, άδραξε την Κλειώ από τη μέση και κόλλησε τα χείλη του στον λαιμό της. Ένα κύμα ταραχής την πλημμύρισε. Μόλις άκουσε την πόρτα από τη βεράντα να ανοίγει, τινάχτηκε πέρα, πήρε να σκουπίζει το τραπέζι με βλοσυρό βλέμμα, μην τολμώντας να κοιτάξει τον άντρα της. Τα μάτια της όμως έλαμπαν το ήξερε.

Ο Νίκος δεν παρατήρησε το κοκκινισμένο της πρόσωπο, ούτε τον ελαφρώς ταραγμένο φίλο του, και του έδωσε το κουτί.

Μπράβο, ρε φίλε, καλό εργαλείο! Μεγάλη ευκαιρία. Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε, είπε, γεμίζοντας μικρά ποτήρια με κονιάκ. Κλειώ, μαζί;

Όχι παιδιά, νιώθω κουρασμένη, πάω να ξαπλώσω είπε κι έφυγε στο δωμάτιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. «Ντροπή, Κλειώ, λες κι είσαι δεκαοχτώ, δες πως λαμποκοπάνε τα μάτια σου», είπε στον εαυτό της χαμογελώντας με πονηριά.

Στα πενήντα της είχε πάρει κιλά, το στήθος φούσκωσε, το πρόσωπο στρογγύλεψε, μα τα χαρακτηριστικά της όμορφα, και τα μάτια της ακόμα πιο όμορφα από ποτέ. Λίγο έμοιαζε παρατημένη, μα στα καλά της ήταν ακόμη γοητευτική γυναίκα.

Ήξερε πώς να βαφτεί, πώς να φορέσει το ωραιότερο φόρεμα της, τακούνια πρώτη στα πανηγύρια του χωριού. Τον Μιχάλη τον έβρισκε από παλιά ιδιαίτερα αρρενωπό. Λίγο καιρό πριν κατάλαβε πως κι εκείνος τη λαχταρούσε χρόνια.

Ο Μιχάλης, πενήντα τεσσάρων χρονών, παντρεμένος χρόνια με τη Μαρίνα, καλοί γείτονες με τους άλλους. Πρόσφατα, καθώς πήγαινε η Κλειώ στον φούρνο, τη φώναξε ο Μιχάλης:

Γεια σου, Κλειώ, πέρασε να με βοηθήσεις να βράσω τα γεμιστά, δεν ξέρω πόση ώρα.

Αχ, Μιχάλη, βιάζομαι στο μαγαζί, είπε κοκκινίζοντας που ούτε είχε φτιαχτεί ούτε μαλλί χτενισμένο.

Κι όμως, ξαφνικά, χωρίς καλά καλά να το αποφασίσει, τρύπωσε γοργά στην αυλή του, ανέβηκε τα σκαλιά. Εκείνος την άρπαξε μεστωμένα στα μπράτσα του, μόλις πρόλαβαν να κλείσουν την πόρτα. Τα φιλιά του την τρέλαιναν, δεν πρόβαλε αντίσταση.

Το μαγαζί δεν χάνεται, ψιθύριζε ο Μιχάλης, μα δεν ξέρω στα αλήθεια πώς βράζουν αυτά τα φαγητά, και ήδη την είχε πάει στο σπίτι.

Δέκα λεπτά, φτάνουν, είπε η Κλειώ, πρώτη φορά τα φτιάχνεις;

Πολλά για πρώτη φορά, ειδικά τελευταία. Χωρίς γυναίκα, τα χάνω όλα, γέλασε πικρά.

Να σου τα φτιάξω εγώ;

Μη σκοτίζεσαι, έχουμε μεταξύ μας άλλα ανοιχτά και την άρπαξε δυνατότερα στο κορμί του.

Το παλτό της έπεσε χάμω και χώθηκε στο στήθος της.

Μιχάλη, είμαι παντρεμένη.

Ε, και; Κι εγώ το ίδιο μα πολύ σε θέλω κι απ ό,τι βλέπω κι εσύ με κοιτάς με λαχτάρα· ο Νίκος σου δε σε κανακεύει πια, χαμογελάς σπάνια.

Η Κλειώ δεν αντέτεινε, χρόνια είχε να ακούσει χάδι, γλύκα. Άξιζε λίγη τρυφερότητα. Ύστερα ήρθαν καυτά φιλιά και μια αληθινή προδοσία. Στην αγκαλιά του Μιχάλη, εκεί που ανήκε η Μαρίνα, δε βασανιζόταν από τύψεις έλεγε πως το αξίζει.

Αχ, Κλειώ μου, θα ήθελα να ήμασταν μαζί, έλεγε ο Μιχάλης. Με τη Μαρίνα μόνο στο τηλέφωνο μιλάμε πια, φεύγει και μ αφήνει να περιμένω. Στο πλευρό μου, εσύ, τιμωρία σου να μην έχει δικό της έρωτα κι εκείνη τόσα ταξίδια. Ποιος ξέρει με ποιον περνάει τον καιρό της

Τα καυτά του φιλιά γύριζαν το μυαλό. Ξαφνικά θυμήθηκε τη δουλειά της, ντύθηκε βιαστικά, κι εκεί καθώς ήταν έτοιμη να φύγει, ακούστηκε η φωνή της Δέσποινας.

Θεία Κλειώ, γεια σας! Η Κλειώ ταράχτηκε αλλά το κάλυψε.

Γεια σου, κορίτσι μου. Έδειξα στον πατέρα σου τα γεμιστά, να μην τα αφήσει να καούνε χωρίς τη Μαρίνα.

Μα τον έχω διδάξει, είπε η Δέσποινα, πηγαίνοντας στην κουζίνα. Ξέρω πως πεινάει πάντα χωρίς τη μαμά, γι αυτό του έφερα φαγητά.

Να φύγω τώρα, είπε η Κλειώ χαμογελαστή, η Δεσποινούλα σου τα εξηγήσει όλα.

Η καρδιά της χτύπαγε δυνατά. Είχε ερωτευτεί τον γείτονα που πάντα της φαινόταν μακρινός. Τώρα όμως, ο πιο αρρενωπός άντρας του χωριού την ανήκε.

Πήγαινε πια ξανά και ξανά στο σπίτι του. Χωρίς να το παίρνει είδηση, ήδη στο χωριό κυκλοφορούσαν κουτσομπολιά.

Πολύ ώρα κάνεις στο μανάβικο, πέταξε μια μέρα ειρωνικά ο Νίκος. Εκείνη δεν κατάλαβε τον υπαινιγμό. Και τι ήθελες στο σπίτι του Μιχάλη;

Αχ, παιδεύεται χωρίς τη Μαρίνα, ρωτούσε για μια συνταγή, του την είπα Κι όπως έτυχε ήρθε η Δέσποινα, κοντεύει να παντρευτεί κι αυτή.

Ο Μιχάλης πια μιλούσε ανοιχτά:

Αν μας πιάσουν, θα πούμε την αλήθεια πως αγαπιόμαστε. Η Μαρίνα ας βρει το δικό της, ο Νίκος δεν ήξερε τι να πει και τη φίλησε. Τίποτα παραπάνω.

Αχ, Μιχάλη, τι κάνουμε στα γεράματα; Πενήντα γίνομαι κι ερωτεύομαι σαν μικρή.

Στην αγάπη δεν υπάρχουν ηλικίες, είπε και την αγκάλιασε σφικτά.

Η ντροπή χάθηκε πια, διαλύθηκε. Η Κλειώ τώρα ένιωθε πως δικαιούταν κι εκείνη στη χαρά.

Οι συναντήσεις τους συνεχίστηκαν εβδομάδες, μια μέρα μάλιστα λίγο έλειψε να τους πιάσει ο Νίκος στο σπίτι του Μιχάλη εκείνη κρύφτηκε στη σοφίτα μέχρι να φύγει ο άντρας της.

Το ίδιο βράδυ ο Νίκος την κάλεσε για εξηγήσεις.

Όλα τα ξέρω Ο Γιάννης μού το είπε, σε είδε να μπαίνεις στην αυλή του Μιχάλη. Σε τρεις μέρες έχουμε την επέτειό μας στο παραδοσιακό σπίτι του χωριού, καλεσμένοι όλοι κι εσύ

Συγχώρεσέ με, Νίκο, χαμήλωσε τα μάτια εκείνη, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Και στους άντρες τυχαίνει μια ζαβολιά και στις γυναίκες φαίνεται Ο άντρας την καταράστηκε αισχρά.

Πες με ό,τι θες, δε με νοιάζει. Κάνε κουράγιο, όλα θα γίνουν όπως παλιά. Είναι κι ο γάμος του γιού μας μπροστά, τι να του πούμε; είπε κρυφά δακρυσμένη.

Λοιπόν, θα κάνουμε το γλέντι σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Μόλις περάσει, χωρίζουμε. Εσύ να μιλήσεις στον γιο, μάνα του είναι, σαν κατσίκα πηδάς από τον έναν στον άλλον.

Την ημέρα της επετείου είχαν συγκεντρωθεί όλοι στην αίθουσα του χωριού. Η Κλειώ, καλοντυμένη, με τα νέα της ρούχα, βαμμένη, φόραγε μαργαριταρένιο κολιέ και κοιτούσε κλεφτά τον Μιχάλη μόνος του, η Μαρίνα ακόμα έλειπε σε ταξίδι.

Δεν στενοχωριόταν, σκεφτόταν: Δεν ξέρουν πως αυτό που ζούμε με τον Μιχάλη είναι αληθινός έρωτας· τι ξέρουν αυτοί για αγάπη;

Το τραπέζι γεμάτο καλούδια, οι καλεσμένοι καμιά φορά της χαμογελούσαν πονηρά ήξεραν τα μισά και φαντάζονταν τα υπόλοιπα. Το καταλάβαινε η ίδια.

Ας σκέφτονται ό,τι θέλουν, σκεφτόταν ήρεμα, εγώ ξέρω πως με τον Μιχάλη αγαπιόμαστε στ αλήθεια Δεν ξέρουν τίποτα για την αγάπη

Ήρθαν τα θερμά ευχετήρια, ακόμα κι ο Μιχάλης σήκωσε ποτήρι:

Να ζήσετε άλλα τόσα χρόνια, με υγεία και αν μπορούμε έτσι όλοι μαζί να τα γιορτάσουμε και στα πενήντα, ήπιε μια ρακή μονορούφι και άρχισαν τα χειροκροτήματα.

Μετά τη γιορτή, ο Νίκος αποφάσισε να μιλήσει για διαζύγιο. Δεν άντεχε πια τα κουτσομπολιά, ούτε να βλέπει τη γυναίκα του να χαμηλογελούν με τον φίλο του. Από τον Μιχάλη κράτησε πια αποστάσεις.

Απόψε θα τα πούμε καθαρά, αποφάσισε, καθώς έκανε δουλειές στην αυλή.

Η Κλειώ πήγε στο μπακάλικο, και στη διαδρομή πέρασε να βρει δύναμη στον Μιχάλη.

Τον βρήκε να βγαίνει απ το υπόστεγο μόλις την αντίκρισε, σήκωσε το χέρι, «μην πλησιάζεις», της έγνεψε.

Γύρισε η Μαρίνα, της ψιθύρισε.

Και της είπες τίποτα;

Τι να της πω;

Να της πεις για εμάς

Σιγά, κοίταξε ανήσυχα προς το σπίτι. Κλειώ, μεγάλη γυναίκα είσαι, παίξαμε όσο παίξαμε, φτάνει πια. Αγαπώ τη Μαρίνα. Μόλις γύρισε, έπεσε στην αγκαλιά μου. Κατάλαβα ότι δεν έχει άλλον, ούτε εγώ άλλη. Μέναμε μόνοι, και τώρα τέλος οι ανοησίες, χαμογέλασε αμήχανα.

Εγώ τι να κάνω; Ο Νίκος τα έμαθε όλα, το χωριό βουίζει. Για σένα έκανα τόσο κόπο να ομορφύνω!

Να αρέσεις στον άντρα σου, Κλειώ. Καλή είσαι, αλλά ξένη. Εγώ με τη Μαρίνα μου· μάγειρας καλός, νοικοκυρά πρώτη, όλα στη θέση τους.

Η Κλειώ δεν άντεξε περισσότερο, γύρισε κι έφυγε. Εκείνο το βράδυ έγινε η συζήτηση με τον Νίκο.

Αποφάσισα, θέλω διαζύγιο, με ρεζιλεύεις ως άντρα.

Η Κλειώ έβαλε τα κλάματα, την τσάκισε ο πόνος. Ο Νίκος είναι το άλλο της μισό, μια ζωή μαζί· ναι, χάθηκε το πάθος, αλλά μπορούσε να ξαναβρεθεί. Ήξερε όλες του τις συνήθειες, κάθε του μικρή ρουτίνα.

Συγχώρα με, Νίκο, είχα δίκιο που με είπες τρελή προχθές. Το μυαλό μου πήγε περίπατο, συγχώρεσέ με. Όλα θα φτιάξουν, σου το υπόσχομαι. Και τι να πούμε στο παιδί; Ντρέπομαι, ντρέπομαι Έχουμε τον γάμο του μπροστά. Ας περιμένουμε να χαρούμε εγγόνια, μαζί

Ξεθυμαίνει εύκολα η καρδιά του Νίκου· ήξερε ότι την αγαπούσε με τον δικό του τρόπο. Ο χρόνος πέρασε, ο Νίκος της συγχώρεσε. Ζούσαν πάλι μαζί, ήρεμοι, δυο χαριτωμένα εγγόνια ήρθαν να τους γεμίσουν το σπίτι κι η χαρά αναπλήρωσε κάθε κενό όταν ερχόταν ο γιος με τη νύφη.

Ο Μιχάλης συνέχισε τα τρεχάματά του όποτε έλειπε η Μαρίνα, έτρεχε στη χήρα Κατίνα ή σε άλλη. Με τον Νίκο όμως δεν μίλησε ξανά δεν ήταν πια φίλοι. Όταν πήρε σύνταξη η Μαρίνα, έμειναν μαζί, πότε μαλώνουν, πότε γελούν, οι φωνές ακούγονται στο χωριό, μα αυτά τα ξέρει μόνο το σπιτικό τους. Όπως λένε κι οι γριές στα καφενεία της Εύβοιας, «σε κάθε σπίτι, δικά του τα κουδούνια»

Σ ευχαριστώ που το διάβασες, για τη στήριξη και την αγάπη σου. Να έχεις τύχη κι ευτυχία!

Oceń artykuł
Να Ζήσεις για να Φτάσεις τον Χρυσό Γάμο: Η ιστορία της Λυδίας και του Γιάννη – Είκοσι Πέντε Χρόνια Μαζί, Η Ενήλικη Ζωή του Γιου τους Μάθιου στην Αθήνα, Τα Σχέδια Γάμου με τη Νεαρή Ιουλία, και το Ανέλπιστο Πάθος της Λυδίας για τον Γείτονα και Φίλο του Συζύγου, Μιχάλη – Μια Θερμή Εξωσυζυγική Σχέση στον Κόσμο της Ελληνικής Επαρχίας, οι Δοκιμασίες του Γάμου, και η Μετάνοια που Οδηγεί στη Συγχώρεση και την Οικογενειακή Συνοχή Παρά τα Όσα Διαδραματίστηκαν