Δήμητρα, πάρε την! Δεν αντέχω άλλο! Αηδιάζω ακόμα και να την αγγίζω!
Η Λίζα έτρεμε ολόκληρη. Το μωρό στην αγκαλιά της έκλαιγε γοερά.
Η Δήμητρα πήρε στα χέρια της την ανιψιά της, κούνησε το κεφάλι και είπε:
Εντάξει. Αλλά να ξέρεις, αυτό είναι απόφαση δική σου. Δεν θα έχεις παράπονα αργότερα;
Όχι, ποια παράπονα; Πάρε την και φύγε! Δεν τη θέλω!
Το μικρό κορίτσι είχε έρθει στον κόσμο μόλις πριν από έναν μήνα. Από την αρχή της εγκυμοσύνης, κάτι δεν πήγαινε καλά με τη Λίζα. Η Δήμητρα απέδιδε τις εναλλαγές της διάθεσης στην προχωρημένη εγκυμοσύνη. Η αδελφή της ήταν χήρα για πάνω από εφτά χρόνια. Τα μεγαλύτερα παιδιά μεγάλωσαν και ζούσαν πια μακριά. Ένα ταξίδι στη θάλασσα, ένας σύντομος έρωτας, και η απρόσμενη εγκυμοσύνη αιφνιδίασε τους πάντες. Η Λίζα ποτέ δεν ήταν άνθρωπος της παρόρμησης. Στην αρχή φάνηκε πως η προοπτική του παιδιού της πρόσφερε χαρά. Σύντομα όμως, η Δήμητρα παρατήρησε πως η αδελφή της πότε αγόραζε με ενθουσιασμό βρεφικά ρούχα, πότε χανόταν στη σιωπή για εβδομάδες, λες και κρυβόταν πίσω από πέτρινο τοίχο.
Λίγο πριν από τον τοκετό, η Λίζα έκοψε κάθε επαφή με την οικογένεια. Ούτε στη μητέρα ούτε στη Δήμητρα ούτε στα παιδιά της τηλεφωνούσε. Ανησυχώντας πολύ, η Δήμητρα βρήκε τη Λίζα στο μαιευτήριο, έτοιμη να γράψει υπεύθυνη δήλωση εγκατάλειψης.
Λίζα, τι συμβαίνει; Γιατί το κάνεις αυτό;
Δεν ξέρω. Δεν νιώθω τίποτα. Είναι ξένη για μένα.
Τι λες τώρα; Δικό σου παιδί είναι! Ξένη;
Δεν θα είναι δικό μου. Γύρισε το πρόσωπό της στον τοίχο.
Η Δήμητρα έφερε εσπευσμένα τη μητέρα τους. Η Λίζα τελικά πήρε το μωρό σπίτι. Η μάνα τους επέμεινε να μείνει μαζί τους δήθεν για βοήθεια, αλλά στην ουσία όλοι πρόσεχαν τη Λίζα. Εκείνη φρόντιζε το μωρό μηχανικά, και ποτέ δεν έμενε παραπάνω από όσο χρειαζόταν κοντά στη μικρή. Το όνομα το διάλεξε η γιαγιά και τη φρόντιζε κυρίως η θεία.
Λίζα, θα την πάρω εγώ. Θα τη μεγαλώσω. Όμως σε λίγο, ξέρεις ποια θα λέει μαμά;
Δε με νοιάζει, αρκεί να μην είναι εμένα.
Μια εβδομάδα αργότερα, τα χαρτιά κατατέθηκαν και η Δήμητρα έγινε επίσημα κηδεμόνας της ανιψιάς της. Η Λίζα έφυγε σε άλλη πόλη.
Η μικρή Άρτεμις μεγάλωνε ζωηρή και πάντα γελαστή. Περπάτησε και άρχισε να μιλάει νωρίς. Μαμά της έλεγε τη Δήμητρα.
Δώδεκα χρόνια πέρασαν.
Μαμά, σήμερα πήρα τρεις δεκάρες, και αύριο με όλη την τάξη πάμε σινεμά! ακούστηκε χαρούμενη η φωνή της.
Είναι εκείνη;
Ναι, Λίζα, είναι. Σε παρακαλώ
Χαίρετε! Είμαι η Άρτεμις. Εσείς ποια είστε;
Στο κατώφλι της κουζίνας στεκόταν ένα ψηλό κορίτσι με μεγάλα μάτια, κοιτώντας εναλλάξ τη γυναίκα που καθόταν στο τραπέζι και τη μαμά της, που παγωμένη στεκόταν στο παράθυρο.
Εγώ είμαι η Λίζα. Η μητέρα σου, Άρτεμις.
Σου το είπα! φώναξε αγανακτισμένη η Δήμητρα και πλησίασε την κόρη της. Άρτεμις, θα σου εξηγήσω!
Όχι, μαμά. Άσε να ακούσουμε. Λοιπόν; Εσείς λέτε πως είστε η μητέρα μου. Και;
Ήρθα να σε πάρω μαζί μου. Θέλω να ζήσουμε μαζί.
Γιατί;
Γιατί είσαι η κόρη μου.
Όχι, δεν είμαι. Εγώ έχω μια μαμά, και στέκεται εδώ. Άλλη δε χρειάζομαι. Εσάς σας βλέπω πρώτη και ελπίζω τελευταία φορά. Η Άρτεμις γύρισε και βγήκε από την κουζίνα.
Η Δήμητρα σωριάστηκε στην καρέκλα.
Πέτυχες τίποτα;
Όχι ακόμα, αλλά θα πετύχω. Να είσαι σίγουρη. Αν χρειαστεί, και δικαστικά.
Γιατί το κάνεις αυτό; Εσύ η ίδια την άφησες, δεν ήθελες να τη δεις ποτέ. Κανένας μας δεν κατάλαβε γιατί και πώς. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, περιμένεις να σε αποδεχθεί άμεσα; Συγγνώμη, Λίζα, καλύτερα να πας τώρα στη μαμά, θα τα πούμε αργότερα. Πρέπει να δω την κόρη μου.
Την ανιψιά! απάντησε η Λίζα.
Η Δήμητρα αναστέναξε, έκλεισε την πόρτα, και πήγε στο δωμάτιο της Άρτεμις.
Άρτεμι
Μαμά, περίμενε. Πριν πεις οτιδήποτε, θέλω να ξέρεις πως ξέρω τα πάντα. Πέρσι, όταν κάναμε καθαριότητα με τη γιαγιά, βρήκα τα χαρτιά της επιτροπείας. Στην αρχή θύμωσα τόσο που δεν μου είχατε μιλήσει ποτέ. Ήθελα να τη δω να τη ρωτήσω γιατί. Μα μετά κατάλαβα, πως δε με αφορά. Εσύ είσαι η μαμά μου. Είναι αρκετό!
Κορίτσι μου! Δε θα σε δώσω σε κανέναν.
Ούτε κι εγώ! γέλασε η Άρτεμις. Θυμάσαι τον συμμαθητή μου, τον Μανώλη; Η μαμά του είναι δικηγόρος, οικογενειακού δικαίου μάλιστα. Πάρε της τηλέφωνο!
Ε, κόρη μου, σιγάσιγά με το μεγάλωμα, μην τρέχεις τόσο! Όλα τα ξέρεις εσύ! Αλλά εγώ είμαι ακόμη η μεγάλη και η μαμά, έτσι; Γέλασε η Δήμητρα αγκαλιάζοντας τη μικρή. Θα το κανονίσουμε, εννοείται.
Ακολούθησαν αρκετές εντάσεις και δικαστήρια, αλλά ο δικαστής άφησε τα πράγματα όπως είχαν. Λήφθηκε υπόψη η άποψη της Άρτεμιδος, που αρνήθηκε να ζήσει με τη βιολογική της μητέρα.
Οι δυο αδερφές στέκονταν έξω από το δικαστήριο.
Έλα, τέλος πια. Τελείωσε αυτός ο εφιάλτης, είπε ανακουφισμένη η Δήμητρα. Και τώρα, τι θα κάνεις;
Θα φύγω, Δήμητρα. Δεν πρόκειται να σταθώ εμπόδιο. Θέλω να βοηθάω, μη μου το αρνηθείς. Έχω ανοίξει λογαριασμό για την Άρτεμι, τα χαρτιά τα άφησα στη μαμά.
Γιατί, Λίζα; Γιατί τότε άφησες το παιδί;
Δεν υπήρξε ποτέ έρωτας, Δήμητρα, τίποτα δεν ήταν όπως νόμιζες. Ήταν ένα σκοτεινό πάρκο, ένα βράδυ
Η Δήμητρα κόπηκε.
Και όλα αυτά τα χρόνια; Τα κράτησες μέσα σου;
Δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα. Για αυτό και σιώπησα. Ούτε κατάλαβα αμέσως ότι ήμουν έγκυος, νόμιζα πως μπήκα νωρίς στην εμμηνόπαυση. Και αργότερα ήταν πια αργά. Στην Άρτεμις μην πεις τίποτα. Δε χρειάζεται να ξέρει. Η ζωή της να μην επισκιαστεί απ αυτό. Εμένα ίσως κάποτε με συγχωρέσει.
Η Δήμητρα αγκάλιασε τη Λίζα και κοίταξαν και οι δύο προς τη μεριά όπου η Άρτεμις στεκόταν με τη γιαγιά της.
Ξέρεις, το πιο φοβερό μπορεί να γίνει το πιο όμορφο. Είναι τόσο όμορφη! είπε η Λίζα σκουπίζοντας τα μάτια της, και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Δήμητρα είδε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της αδερφής της.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





