Μόλις ενηλικιώθηκα και βρέθηκα ξαφνικά παντρεμένη. Ξαφνικά – αυτή είναι η πιο σωστή λέξη για να περιγράψει την πράξη μου, που αιφνιδίασε και εμένα και τους γύρω μου. Ό,τι έγινε, έγινε. Ξεκινούσε μια νέα ζωή, εντελώς άγνωστη για μένα, με όλα όσα σήμαινε αυτό – συμπεριλαμβανομένης και της γνωριμίας με τους γονείς του νεαρού συζύγου μου, που ήταν το ίδιο χαμένος όσο κι εγώ. Και οι δυο μας πέσαμε από τη φωλιά, χωρίς να έχουμε μάθει ακόμα να πετάμε σωστά.

Мόλις είχα κλείσει τα δεκαοχτώ και παντρεύτηκα σχεδόν ξαφνικά. Η λέξη ξαφνικά είναι η πιο κατάλληλη για να περιγράψει το πόσο αναπάντεχο ήταν αυτό το βήμα και για μένα και για τους γύρω μου. Όμως το νερό μπήκε στ αυλάκι μια καινούρια ζωή ξεκινούσε μπροστά μου, μια ζωή εντελώς άγνωστη, με νέες γνωριμίες, νέους κανόνες, με πρώτο και καλύτερο το γνωριμία με τους γονείς του νεαρού άντρα μου όσο μπερδεμένος ήταν εκείνος, τόσο ήμουν κι εγώ. Και οι δυο μας πέσαμε απ τη φωλιά χωρίς καν να έχουμε μάθει ακόμα να πετάμε.

Ένα πρωινό, όπως σχεδόν κάθε μέρα, η θεία μου η Αντωνία ετοίμαζε ζεστό πρωινόκαι φυσικά πρόσθετε πάντα και κανέναν μεζέ, να με καλοπιάσειόταν μπήκε η κυρά Καλλιόπη η γειτόνισσα, ηλικιωμένη και γεμάτη σοφία. Παρακολουθώντας ετούτη τη φροντίδα, αναστέναξε θλιμμένη:

Εσύ, κορίτσι μου, τώρα καλοπερνάς. Δεν ξέρεις από πίκρες. Κάτσε και θα δεις η πεθερά σου θα σου βγάλει το λάδι.

Έλα τώρα, Καλιοπίτσα μου! Μην τρομάζεις το κορίτσι! την έκοψε η θεία Αντωνία.

Και πράγματι, μεγάλη πίκρα δεν είχα γνωρίσει ποτέ. Η οικογένειά μας ήταν αλλιώτικη: έμενα με τη γιαγιά και τις τρεις κόρες της, μαμά μου ήταν η μικρότερη, η Ευγενία, κι εγώ αγαπημένη της μεγάλης, της Αντωνίας. Άντρες δεν είχαμε στο σπίτι, όλοι χάθηκαν στον πόλεμο. Ζούσαμε όλες μαζί, ενωμένες, και πήραμε κάθε στάλα αγάπης και φροντίδας.

Ως η μικρότερη, ήμουν κι η περισσότερο κανακεμένη. Η κυρά Καλλιόπη είχε δίκιοαπό πραγματικές κακίες δεν είχα ιδέα. Μα το πεθερά που πέταξε η γειτόνισσα αντήχησε τόσο σκληρά: βαρύ, κοφτερό, απειλητικό, κάπως άκαρδο. Τρύπωσε στο μυαλό μου κι έμεινε εκεί ως τη στιγμή που θα αντίκριζα εκείνη τη μυθική φιγούρα.

Η πεθερά, όμως, βγήκε πανέμορφη γυναίκα, ψηλή και δυναμική, με αέρα δικό της. Μόλις με είδε, μου είπε χαμογελαστή: Έλα μέσα, κόρη μου! και αμέσως γλυκάνθηκε η ψυχή μου. Τίποτα το τρομερό. Μας κέρασε, με πήγε στην αυλή να μου δείξει το μποστάνι της, καθαρό και τακτοποιημένο, οι ρίζες ήδη πετούσαν πράσινα φυλλαράκια, μου μίλησε με καμάρι για το γουρουνάκι της.

Νικόλα, Νικόλα, σου φέρνω φαΐ, είσαι καλό γουρουνάκι! είπε γλυκά, και ένιωσα σα να επαινούσε εμένα.

Ο κήπος, το γουρουνάκι τουόλα γνώριμα από τα παιδικά μου χρόνια. Κι εμείς πάντα τους λέγαμε Νικόλα, δεν ξέρω γιατί. Όλα αυτά με ηρεμούσαν και άρχιζαν να μου αρέσουν.

Το πρωί, οι άντρες (πατέρας και σύζυγος) σηκώνονταν νωρίς να φύγουν για τη δουλειά στο εργοτάξιο, ενώ εμείς με τη μάνα του μέναμε πίσω με τις δουλειές του σπιτιού. Παρ όλα αυτά, το πεθερά με σκάλιζε, δεν μου έβγαινε να τη φωνάξω κάπως. Μέχρι που μια μέρα, εκείνη μου έκανε κομπλιμέντο για τ όνομά μου και άρχισα να της διηγούμαι για τη Θάλεια, την Αθηναία. Μου γέλασε και είπε: Να, λοιπόν, να με φωνάζεις Θάλεια κι εμέναταιριάζει, ε; Σ αρέσει το όνομα;

Έτσι βρέθηκε λύση, και από τότε τη φώναζα Θάλεια, πάντα με το πατρικό, Γεωργίου. Ήταν ολόχαρη, σβέλτη, όλα γίνονταν αθόρυβα. Ξυπνούσα κι έβρισκα πρωινό έτοιμο, τα πατώματα να λάμπουν, το μποστάνι καθαρό κι ο Νικόλας ταΐσμενος.

Καθόμασταν στα σκαλοπάτια και μιλούσαμε, εκείνη γελούσε συχνά, διηγούνταν με απίστευτη αντοχή τα βάσανα του πολέμου με τρεις γιους, πώς κόπηκε στα δύο στη δασική υπηρεσία, πώς, όταν τα παιδιά έχασαν τα δελτία για το ψωμί, ένας καλός άνθρωπος τη βοήθησε δίνοντάς της υπολείμματα ψωμιού. Αυτός έσωσε το γιο της τον άντρα μου, που ήταν και το πιο αδύναμο παιδί.

Το μυαλό μου τα ζωγράφιζε όλα ζωντανά, γέμιζε με νέες εικόνες, νέα συναισθήματα, μέχρι που συνέβη το τραγικό.

Ένα πρωινό η Θάλεια με ξύπνησε:

Κόρη μου, πάνε να μαζέψουν βατόμουρα οι γυναίκες κι είπα να πάω κι εγώ μαζί, να σας φέρω κάνα κεράκι. Θα ταΐσεις εσύ τον Νικόλα; Τα έχω ετοιμάσει όλα. Μπορείς;

Μα φυσικά, τι λες τώρα, αφήστε το σε μένα, της είπα με σιγουριά κι έμεινα μόνη.

Σε λίγο ακούστηκε ένα διαπεραστικό γκάρισμα: ο Νικόλας απαιτούσε πρωινό. Πήρα το κουβά και προχώρησα στις στάβλους. Ήταν πια καλοθρεμμένοςκαι μόλις άνοιξα λίγο τη θύρα, με μια απίστευτη δύναμη την άνοιξε διάπλατα, μου άρπαξε τον κουβά κι έτρεξε τρέχοντας προς τον κήπο και τα παρτέρια. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ισοπέδωσε κάθε ζαρζαβατικό και ζαρζαβικάκι, αναποδογύρισε, κυλίστηκε ευτυχισμένος στη γη, κι εγώ αποσβολωμένη, να κλαίω από απόγνωση.

Αμέσως κατάλαβα πως κάτι έπρεπε να κάνωκι έπεσα κι εγώ στις πατημένες σπορές, προσπαθώντας να τον βάλω ξανά στο μαντρί. Άδικα όμως: όσες φορές τον άρπαζα, τόσο γρήγορα μου ξέφευγε, πιανόταν στην ελευθερία και το διασκέδαζε. Άλλαξα τακτικήέτρεξα στο σπίτι, πήρα ψωμί και τον παραπλάνησα. Πλησίαζε, έπαιρνε ψωμί απ το χέρι μου, προχωρούσαμε προς τη στάνη, αλλά κάθε φορά που φτάναμε κοντά, το ριχνε ποδαράκι και πάλι από την αρχή. Τι δεν έκανε ο άτιμος, ακόμα και το μικρό θερμοκήπιο γκρέμισε με τις ντομάτες που μόλις είχαν πάρει τα επάνω τους.

Τελικά, λάδωσε το νιοκάθισε βαριά πάνω στις χοντρές ποδαρές του και ρουφούσε χαρούμενα το χώμα. Εκεί θυμήθηκα πώς στα παιδικά μας χαϊδεύαμε τις γάτες και τα σκυλάκια μας δοκίμασα να του τρίψω την κοιλιά. Ζεσταμένος και βαρύς, ο Νικόλας έκλεισε τα μάτια, ξάπλωσε και γουργούριζε ευχαριστημένος.

Είχα πια ξεμείνει από δυνάμεις. Σκέφτηκα πως αν με βρει έτσι η Θάλεια, θα κλάψω από ντροπή και απογοήτευσηκαι αυτό το πεθερά θα το άξιζα στ αλήθεια τότε. Ήμουν βέβαιη πως χάθηκαν οι ελπίδες για δεσμό κι αποδοχή.

Έτσι όπως έκλαιγα αμίλητη δίπλα στο βρώμικο γουρουνάκι, χτύπησε η αυλόπορτα και ήρθε τρέχοντας η Θάλεια.

Έλα, βρε ζουζούνα, σε ταλαιπώρησε ο μπαγάσας! Μ ένα σάλτοτον άρπαξε, τον έσουρε μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Εμένα με σήκωσε απ τα χαλάσματα και με πήγε στην αυλή.

Κάτσε, κόρη μου, περίμενε να σου ρίξω λίγο νερό να συνέλθεις, είπε και μου φερε μια μεγάλη λεκάνη, που είχε κουβαλήσει η ίδια απ τη βρύση.
Μου ριχνε νερό στα πόδια, στα χέρια, στο πρόσωπο. Όταν το νερό και τα δάκρυα κατέβαιναν με τα χώματα, κάτι εντός μου καθάριζε για πάντα μαζί έπαψε να υπάρχει κι εκείνο το φοβερό κι αγκάθινο πεθερά.

Μέσα στη γλύκα της ανακούφισης, αυθόρμητα μου ξέφυγε: Ω, μαμά μου! Εκείνη γέλασε, με πήρε αγκαλιά και με τράβηξε μέσα να με κεράσει βατόμουρα.

Για το μποστάνι δεν ειπώθηκε σχεδόν λέξηκι ένευσε αδιάφορα: Έλα, μωρέ, ας το. Θα φυτρώσει πάλι πρασινάδα, όσο χρειαζόμαστε. Κι οι ντοματούλες θα ξανανήξουν, θα δεις. Τι να πάρεις από το γουρούνι, έτρεξεας είναι!. Κι έτσι με έβαλε να ξαποστάσω μέχρι να γυρίσουν οι άντρες μας, ενώ εκείνη ετοίμαζε γρήγορα το μεσημεριανό.

Αναρωτιόμουνπού βρήκε τόση υπομονή μια γυναίκα με τέτοια ζωή, τόση καλοσύνη και σοφία; Δεν ξέρω ποιος της χάρισε τέτοια γενναιοδωρία ψυχής, μα ξέρω πώς και γιατί μεγαλώνουν στην Ελλάδα δυνατοί, ευγενικοί και τρυφεροί γιοι, που αυτές οι μανάδεςπου άδικα κάποιοι λένε πεθερέςχαρίζουν απλόχερα σε κορίτσια σαν εμένα.

Oceń artykuł
Μόλις ενηλικιώθηκα και βρέθηκα ξαφνικά παντρεμένη. Ξαφνικά – αυτή είναι η πιο σωστή λέξη για να περιγράψει την πράξη μου, που αιφνιδίασε και εμένα και τους γύρω μου. Ό,τι έγινε, έγινε. Ξεκινούσε μια νέα ζωή, εντελώς άγνωστη για μένα, με όλα όσα σήμαινε αυτό – συμπεριλαμβανομένης και της γνωριμίας με τους γονείς του νεαρού συζύγου μου, που ήταν το ίδιο χαμένος όσο κι εγώ. Και οι δυο μας πέσαμε από τη φωλιά, χωρίς να έχουμε μάθει ακόμα να πετάμε σωστά.