Μπιφτέκια της πεθεράς
Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια και κάτι από τότε που ο Μάρκος με τη Δήμητρα ήταν παντρεμένοι, και σόλο αυτό το διάστημα η Δήμητρα είχε πάει στο σπίτι της πεθεράς της μετρημένες φορές. Μονάχα Χριστούγεννα, Πάσχα, καμιά γιορτή και πάντα για λίγες μόνο ώρες· έπειτα πίσω στην Αθήνα, στο δικό τους διαμέρισμα.
Κι εκείνο το φθινόπωρο, ο Μάρκος άρχισε να το συζητά πιο έντονα. Η μητέρα του είχε τηλεφωνήσει τρεις φορές μέσα στην εβδομάδα: ότι της έλειπαν, πως ο πατέρας του, ο κύριος Αριστείδης, είχε σκαρφαλώσει στη σκεπή του παλιού αποθήκης και πιάστηκε η μέση του, πως ο κήπος και το μποστάνι είχαν γεμίσει χόρτα, κι εκείνη δεν είχε πια δυνάμεις, πως ένιωθε μοναξιά. Ο Μάρκος, παιδί με καλό χαρακτήρα, πάντα τηλεφωνούσε στην μητέρα του τις Κυριακές, χωρίς να το ξεχνά, και συμφωνούσε σε όλα, ακόμα και στα παράπονά της. Τούτη τη φορά την κοιτούσε στο τραπέζι, ενώ έτρωγαν μακαρόνια με λουκάνικα, με ένα βλέμμα ικετευτικό.
Δημητρούλα, είπε απομακρύνοντας το πιάτο και σταυρώνοντας τα χέρια του στο τραπέζι, πάλι πήρε η μάνα μου τηλέφωνο. Λέει, μας ξεχάσατε, ούτε που θυμάστε πια πώς μοιάζω. Πάμε το σαββατοκύριακο; Το πολύ για τρεις μέρες, στο λόγο μου. Έλα, σε παρακαλώ.
Μάρκο, το Σάββατο έχω ραντεβού για τα νύχια, προσπάθησε να αντισταθεί η Δήμητρα, ξέροντας όμως μέσα της πως τα επιχειρήματά της ήταν αδύναμα.
Μετακίνησέ το, βρε Δημητρούλα, είπε εκείνος σαν να 'ταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. Ξέρεις, αν δεν πάμε θα το πάρει στα κατάκαρδα. Μου έχει τάξει κεφτεδάκια, πίτες, σου λέει ότι δε μας βλέπει πια.
Ο πατέρας σου πώς είναι; Πήρε μπρος η μέση του; ρώτησε η Δήμητρα τυπικά, γιατί οι σχέσεις της με τον πεθερό ήταν απλώς ευγενικές.
Μια χαρά είναι, έλα τώρα, όλο γκρινιάζει τζάμπα, έκανε ο Μάρκος. Πάντα κάποια ζαβολιά θα σκαρώσει. Σκέφτομαι, να το πάρεις απόφαση, φεύγουμε Παρασκευή απόγευμα και Κυριακή βράδυ είμαστε εδώ. Θα χαρεί πολύ.
Η Δήμητρα αναστέναξε, όμως δεν προχώρησε σε αντιπαράθεση. Είχε μάθει στα τρία χρόνια γάμου πως ο Μάρκος, άπαξ και «αποφάσισε» κάτι, ήταν ανούσιο να τον μεταπείσει. Άλλωστε, δεν είχε και κάτι συγκεκριμένο να χάσει.
Την Παρασκευή γέμισαν το πορτμπαγκάζ με τσάντες και ένα καλάθι με ψώνια. Ο Μάρκος είχε διαλέξει για τη μητέρα του μια απαλή κουβέρτα και για τον πατέρα του ένα μπουκάλι τσίπουρο. Η διαδρομή για το χωριό στη Μεσσηνία ήταν περίπου δύο ώρες, αν δεν τύχαινες κίνηση στο δρόμο.
Η Δήμητρα όλη τη διαδρομή κοίταζε έξω το τοπίο, τις ελιές και τα κυπαρίσσια, και τα οδικά καφενεία με τα αστεία ονόματα. Ο Μάρκος τραγουδούσε με το ραδιόφωνο και εκείνη σκεφτόταν ότι ίσως, αυτή τη φορά, να περάσουν ωραία. Τρεις μέρες δεν ήταν τόσες πολλές, και η πεθερά της, η κυρία Καλλιόπη, δεν ήταν δα και κακή γυναίκα.
Έφτασαν βράδυ. Το σπίτι βρισκόταν στο τέλος του δρόμου, φωτισμένο αμυδρά από ένα φως εξώπορτας. Μόλις πάρκαραν, το φως στη βεράντα άναψε, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και φάνηκε η κυρία Καλλιόπη μικροκαμωμένη, στρουμπουλή, με πολύχρωμη ποδιά και ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που νόμιζες θα σπάσει το πρόσωπό της.
Μάρκο μου! φώναξε φανερά χαρούμενη, τρέχοντας να αγκαλιάσει το παιδί της. Είπα, πάλι δεν θα ρθείτε! Έφτιαξα τα καλύτερα φαγητά μου, Δήμητρα, έλα μέσα, μη στέκεσαι στην ψύχρα!
Η Δήμητρα βγήκε από το αυτοκίνητο, ίσιωσε το μπουφάν της και χαμογέλασε ευγενικά, δεχόμενη την αγκαλιά. Η κυρία Καλλιόπη μύριζε τηγανιτό κρεμμύδι και γλυκό σύκο, μυρωδιές που έκαναν τη Δήμητρα να νιώθει ένα παράξενο ανακάτεμα.
Μέσα στο σπίτι επικρατούσε ζέστη και βαρύ άρωμα φαγητού, μια αίσθηση σπιτικής αφθονίας. Ο κουζινικός αέρας έσφυζε από το συριγμό του ελαιολάδου στη φωτιά. Στο τραπέζι του καθιστικού υπήρχαν ποτήρια, λουκάνικο, καρβέλι χωριάτικο ψωμί, βάζο με γλυκό του κουταλιού, και αγγουράκια τουρσί. Ο πατέρας, ο κύριος Αριστείδης, καθόταν δίπλα στην τηλεόραση και έβλεπε ειδήσεις, μα μόλις μπήκαν σηκώθηκε, προσπαθώντας να κρύψει το ανήσυχο ύφος του.
Καλώς τα παιδιά, είπε σφίγγοντας το χέρι του γιου του και χαιρετώντας τη Δήμητρα. Περάστε, αποδυθείτε, πάμε να δειπνήσουμε.
Έψησα μπιφτέκια, ανακοίνωσε ενθουσιασμένη η Καλλιόπη, κινώντας ακανόνιστα τα πιάτα πάνω στο τραπέζι. Με πατατούλες, με σάλτσα κρεμμυδιού. Μάρκο, ξέρεις πόσο τα αγαπάς!
Τα λατρεύω, μαμά, είπε ο Μάρκος, και αμέσως πήγε προς την κουζίνα να μυρίσει τις κατσαρόλες, γεμίζοντας τη μάνα του περηφάνια.
Η Δήμητρα άφησε το παλτό και προχώρησε πίσω του. Η κουζίνα της Καλλιόπης ήταν μικρή, αλλά είχε σπιτική θαλπωρή. Παντού ράφια με βάζα, γυάλες με μπαχαρικά, πανιά, σακούλες με φασόλια, ένα σωρό μπολ σκόρπια.
Κάθισε, Δήμητρα μου, της έσυρε η πεθερά καρέκλα, σκουπίζοντας τη με το ποδιάκι της. Θα κουράστηκες. Σε λίγο όλα έτοιμα.
Έστριψε πάνω στα πόδια της, άνοιξε τον φούρνο, ξεχύθηκε άρωμα από ψημένο κιμά, και το στομάχι της Δήμητρας έσφιξε. Όλη μέρα είχαν φάει μονάχα καφέ απ το θερμός.
Κι εκείνη την ώρα το είδε.
Η Καλλιόπη στεκόταν μπροστά στη λεκάνη με το ωμό κιμά. Βουναλάκι ροδαλό καλοδουλεμένο, πλάι μπιφτέκια στρογγυλά, έτοιμα στη σειρά πασπαλισμένα με φρυγανιά. Η πεθερά πήρε ένα κομμάτι κιμά, το έπλασε σε μπάλα, το πάτησε να πάρει σχήμα, και με το ίδιο χέρι, εκείνο που λίγο πριν είχε βυθιστεί στον ωμό κιμά, το έβαλε κάτω από τη μασχάλη της.
Όχι απλώς το ξύσε αφηρημένα, αλλά μπήκε όλη η παλάμη, με θόρυβο κι ανακούφιση, έτριψε, και μετά συνέχισε να πλάθει μπιφτέκια, χωρίς καν να σκουπίσει το χέρι της.
Η Δήμητρα ένιωσε την αναγούλα να ανεβαίνει.
Κοίταζε αυτό το χέρι γυναικείο, με κοντά νύχια, χοντρό χρυσό βέρα ψηλά, λεπτές ρυτίδες αραιά, και δε μπορούσε πια να πάρει το βλέμμα της αλλού. Το χέρι μόλις είχε συναντήσει τη μασχάλη και τώρα τον κιμά, που θα γινόταν μπιφτέκι.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Καλλιόπη τους έστελνε κατάψυξη ολόκληρες σακούλες με τέτοια μπιφτέκια ψήνανε, τρώγανε, επαινούσαν. Η ίδια η Δήμητρα είχε πει στης πεθεράς το τηλέφωνο ότι τα μπιφτέκια της ήταν „μαγικά”. Όχι ψέμα η γεύση ήταν πράγματι μοναδική…
Μαμά, έχεις τσάι; Παγώσαμε στο δρόμο, ακούστηκε ο Μάρκος από το σαλόνι.
Φτιάχνω τώρα, απάντησε η πεθερά, συνεχίζοντας να πλάθει. Τελειώνω και ερχόμαστε να φάμε.
Ξαναπήρε κιμά στα χέρια, και η Δήμητρα παρατήρησε ένα γκριζωπό, μικρό σημάδι πάνω στην ξύλινη επιφάνεια, πλάι από τα τακτοποιημένα μπιφτέκια εκεί που το χέρι της άγγιξε το σανίδι. Ή μήπως το φαντάστηκε; Ανάσανε βαθιά, μα μπροστά της ίδια εικόνα: χέρι, μασχάλη, χέρι, κιμάς.
Καλλιόπη, μήπως να βοηθήσω; Να σου πλάσω εγώ τα τελευταία μπιφτεκάκια κι εσύ να ετοιμάσεις το τσάι; ρώτησε διστακτικά.
Όχι, έχεις δρόμο, είσαι φιλοξενούμενη! απάντησε η πεθερά, κουνώντας τα χέρια, κι η Δήμητρα ξανασφίχτηκε. Δεν έμεινε σχεδόν τίποτα!
Και, για να επιβεβαιώσει, πιάνει το τελευταίο κομμάτι κιμά, το πλάθει, το αραδιάζει στη σειρά, μετά κοιτάει τα χέρια της, τα ξεπλένει στο νεροχύτη για δυο-τρεις στιγμές, χωρίς σαπούνι, απλώς τα βρέχει, στραγγίζει το νερό στη γωνία και τα σκουπίζει στη ποδιά της.
Η αηδία μέσα στη Δήμητρα μεγάλωνε.
Με δυσκολία σκέφτηκε εδώ δε χάθηκε ο κόσμος! Έξυσε λίγο τη μασχάλη της, και τι έγινε; Στο κάτω κάτω, κι η γιαγιά της Δήμητρας, όταν έζυμωνε, συχνά έστρωνε τα μαλλιά, κι όλοι αρτιμελείς ήμασταν. Ίσως απλώς αυτή, η Δήμητρα, ήταν πολύ αποστειρωμένη
Αλλά η σκηνή έμενε στο μυαλό: χέριμασχάληχέρικιμάς.
Το φαγητό σερβιρίστηκε στη σάλα, σε τραπέζι σκεπασμένο μένα τραπεζομάντηλο με γαρύφαλλα. Η Καλλιόπη έφερε το τηγάνι με αχνιστά, ροδοψημένα μπιφτέκια οπτικά άψογα, όμορφα, τραγανά, με μυρωδιά από ψιλοκομμένο κρεμμύδι και φρέσκο μοσχαρίσιο κιμά. Δίπλα, η πατατοσαλάτα, φρέσκα αγγουροντομάτες, τουρσιά, ψωμί, γλυκό βύσσινο.
Εμπρός παιδιά! μοίρασε πιάτα, δίνοντας στη Δήμητρα τα καλύτερα μπιφτεκάκια. Αυτά κράτησα για εσάς, τα καλύτερα!
Η Δήμητρα τα κοίταζε. Φυσιολογικά ήταν. Φαινόταν λαχταριστά. Ο Μάρκος πήρε δυο, έριξε μπόλικο πουρέ, έκοψε ντομάτα, κι άρχισε να τρώει με όρεξη.
Μμμ, μάνα, θεϊκά! μουρμούρισε με γεμάτο στόμα.
Ε, δόξα τω Θεώ, χαμογέλασε η Καλλιόπη, κι έκοψε ένα μεγαλύτερο κομμάτι ψωμί, έβαλε μπιφτέκι στο πιάτο της. Φοβόμουν μην έβαλα λίγο αλάτι ή παραπάνω κρεμμύδι.
Όλα τέλεια, όπως πάντα, είπε ο Μάρκος, καταβροχθίζοντας.
Ο κύριος Αριστείδης έτρωγε αμίλητος, κάνοντας ένα μικρό καταφατικό νεύμα πού και πού. Όσο καιρό η Δήμητρα τον ήξερε, το πιο μακροσκελές του σχόλιο αφορούσε το πώς αλλάζει λάδι στο αυτοκίνητο.
Δήμητρα, εσύ γιατί δεν τρως; ρώτησε με ανησυχία η Καλλιόπη, βλέποντας το πιάτο σχεδόν ανέγγιχτο. Δεν σου άρεσε; Μήπως έβαλα πολύ αλάτι;
Όχι, όλα καλά, βιάστηκε η Δήμητρα να απαντήσει, νιώθοντας ότι αν δεν φάει έστω μία μπουκιά, θα δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Απλώς κουράστηκα λίγο στη διαδρομή, το στομάχι μου ξέρετε. Θα φάω λίγα.
Πήρε ένα μικρό κομμάτι απτο τραγανό μέρος και το έβαλε στο στόμα της. Η μυρωδιά ήταν όπως έπρεπε, λαχταριστή, αλλά εκείνη τη στιγμή που σκέφτηκε πως το ίδιο χέρι που πριν λίγο ξύστηκε, πλάθει τώρα το μπιφτέκι, εκείνο το κομμάτι κόλλησε στον λαιμό της· κατάφερε να το καταπιεί, με κόπο.
Ωραίο είναι, ψιθύρισε, απομακρύνοντας το πιάτο. Καλλιόπη, να πάρω μόνο λίγη πατατούλα και μια ντομάτα. Τα μπιφτέκια σας τέλεια, μα σήμερα το στομάχι μου δεν
Ωχού, γλυκούλα μου, έκανε η Καλλιόπη. Φάε μόνο πουρέ, θα σου βάλω και μερικά μπιφτεκάκια να τα πάρεις μαζί, να τα απολαύσετε αργότερα.
Ο Μάρκος την κοίταξε μια στιγμή, ύστερα συνέχισε να τρώει, αδιάφορος για τις φοβίες περί υγιεινής.
Η Δήμητρα έπαιζε με το πιρούνι τον πουρέ, έτρωγε ντοματόσαλατα, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν είναι τίποτα, ότι έτσι κάπως ζουν όλοι, και φτάνουν γεροί μέχρι τα βαθιά γεράματα. Όμως το χέρι παρέμενε στην εικόνα.
Μετά το φαγητό, η Καλλιόπη μάζεψε τα πιάτα. Ο Μάρκος πήγε με τον πατέρα του στο γκαράζ, να δουν κάτι εργαλεία. Η Δήμητρα έμεινε με την πεθερά, που ετοίμαζε το τσάι στην παλιά τσαγιέρα που είχε σπασμένο ραμ.
Να μη με παρεξηγάς, που σας καλώ έτσι πιεστικά, είπε η Καλλιόπη, μοιράζοντας το τσάι. Χαίρομαι τόσο να σας βλέπω. Η καρδιά της μάνας ανησυχεί, να ξέρει ότι όλα πηγαίνουν καλά.
Όλα καλά, Καλλιόπη, απάντησε η Δήμητρα, κρατώντας το φλυτζάνι. Δουλειά, σπίτι, τα ίδια με όλους.
Δόξα τω Θεώ, είπε η πεθερά, ακουμπώντας το μάγουλο στη χούφτα της, κοιτώντας τη «νύφη» της με ένα παράξενο ύφος. Τα μπιφτέκια μου τα αγαπάτε, το ξέρω. Ο Μάρκος πάντα μου τα ζητάει. Στην πόλη δεν θα βρείτε τέτοια! Όλα κρυμμένα βιομηχανικά. Εδώ όλα δικά μου, και το κρέας από τους γνωστούς μου, εγώ το αλέθω πάντα.
Η Δήμητρα ήπιε καυτό τσάι, μα την έπιασε ναυτία. Όσο σκεφτόταν τα χέρια που φτιάξανε το τσάι, που πλύνανε τις κούπες, δεν άντεξε να πιει δεύτερη γουλιά.
Να πάω να ξαπλώσω λίγο; Ζαλίστηκα απ το ταξίδι, είπε ψιθυριστά.
Πήγαινε παιδί μου, έκανε η Καλλιόπη. Έβαλα καθαρά σεντόνια, κι ο Μάρκος ξέρει πού είναι. Αν θέλεις κάτι, φώναξε.
Η Δήμητρα πήγε στο δωμάτιο των φιλοξενουμένων και κάθισε στο κρεβάτι. Νόμιζε πως θα λιποθυμήσει. Πήγε στην τουαλέτα και πρόλαβε. Έπειτα έμεινε πολλή ώρα εκεί, ανασαίνοντας βαριά.
Ο Μάρκος τον βρήκε να κάθεται στο κρεβάτι, σκυφτή και χλωμή.
Τι έχεις; ρώτησε.
Μάρκο, είπε με αποφασισμό η Δήμητρα, θα σου πω κάτι, μην γελάσεις, μόνο άκουσέ με.
Λέγε, είπε εκείνος καχύποπτα.
Κι εκείνη του τα είπε όλα: το χέρι, τη μασχάλη, τον κιμά, τα μπιφτέκια, τη ναυτία. Σιγή.
Κοίτα, μάνα σου δεν το έκανε επίτηδες, απάντησε τελικά ο Μάρκος. Τι να κάνουμε, χιλιάδες γιαγιάδες στα χωριά ποτέ δεν έπλεναν χέρια κάθε τρεις και λίγο. Είναι το φαγητό της σπιτιού.
Μάρκο, δεν έπλυνε καν το χέρι, έτρεμε η φωνή της. Απλά τα έβρεξε. Και εγώ τώρα, τα φέρνω στο νου μου όλα αυτά που μας έστελνε σε κατάψυξη, και δεν μπορώ άλλο.
Ε, τι προτείνεις; Να της το πεις; Καταλαβαίνεις τι θα συμβεί; Θα πληγωθεί άσχημα.
Δεν θέλω να πω τίποτα, σήκωσε τα χέρια της η Δήμητρα. Απλά δεν μπορώ άλλο. Δεν θέλω να ξαναβάλω μπουκιά. Δεν ξέρω τι να κάνω.
Ο Μάρκος τσαντίστηκε φανερά.
Δραματοποιείς, της είπε. Δεν είμαστε χειρουργοί, σπίτι είναι. Αν κοιτάς λεπτομέρειες έτσι, δεν θα απολαύσεις ποτέ τίποτα.
Εγώ πλένω τα χέρια μου, του απαντά με παράπονο. Με σαπούνι πάντα.
Ωραία εσύ. Η μάνα μου έτσι μαγείρευε μια ζωή. Εγώ με αυτά μεγάλωσα, και μια χαρά είμαι, σχεδόν άγρια της το είπε.
Δεν ήξερα, τον κοίταξε στα μάτια. Τώρα ξέρω. Και δεν το ξεχνώ.
Ε, παράτα το. Σοβαρά τώρα. Η μασχάλη δεν είναι το χειρότερο. Μην ψάχνεις να βρεις μικρόβια παντού.
Μην το συνεχίζεις, είπε η Δήμητρα με βουρκωμένα μάτια. Δεν αντέχω άλλο.
Άκου, μαλάκωσε ο Μάρκος. Δεν θα φας αν δεν θες. Θα πω στη μάνα ότι είσαι άρρωστη του στομάχου, αλλά μην πεις τίποτα εσύ. Θα το πάρει βαριά.
Καλά, ψιθύρισε η Δήμητρα.
Ξάπλωσαν, εκείνος έσβησε το φως και έμειναν να ακούνε ήχους από το διπλανό δωμάτιο: το χαμηλό μουρμουρητό από την τηλεόραση, το περιστασιακό βήξιμο του Αριστείδη, τον ήχο από τα πιάτα της Καλλιόπης στην κουζίνα.
Η Δήμητρα κοίταζε το ταβάνι, νιώθοντας πως όλο αυτό, αυτή η μικρή παρατήρηση, θα άλλαζε κάτι μέσα στη σχέση τους. Σκεφτόταν όλες εκείνες τις φορές που είχε επαινέσει τα μπιφτέκια, ζητώντας ακόμα και συνταγή· ότι ίσως τελικά „το μυστικό συστατικό” να ήταν ακριβώς αυτό που έκανε τα μπιφτέκια της Καλλιόπης τόσο διαφορετικά.
Το πρωί ξύπνησε εξουθενωμένη. Ο Μάρκος δεν ήταν στο δωμάτιο· άκουγε τις φωνές των γονιών του από την κουζίνα. Σηκώθηκε, πλύθηκε με κρύο νερό, μπήκε στην κουζίνα.
Α, Δήμητρα! ξεφώνισε η Καλλιόπη. Μάρκος μου είπε πως τη νύχτα ήσουν χάλια; Θα σου βάλω τσάι με μέλι, μήπως συνέλθεις.
Ευχαριστώ, Καλλιόπη, κάθισε στο τραπέζι, προσπαθώντας να μην κοιτάζει τη μισοάδεια πιατέλα με τα μπιφτέκια καλυμμένα με τούλι. Είμαι λίγο καλύτερα. Μάλλον κάτι έφαγα στο δρόμο.
Αχ, αυτά τα φαγάδικα του δρόμου! κούνησε το κεφάλι η πεθερά. Έχω πει και στον Αριστείδη: καλύτερα στο σπίτι φαΐ, εκεί έξω ποτέ δεν ξέρεις τι τρως. Ορίστε το τσαγάκι, φάε και λίγο γλυκό μήπως γεμίσεις το στομάχι.
Μαμά, δεν σταματήσαμε πουθενά, είπε ο Μάρκος.
Ε, μπορεί και κάτι άλλο. Το σώμα είναι μυστήριο. Πιες μέλι, θα σε γιάνει.
Η Δήμητρα ήπιε μια γουλιά και σκέφτηκε άραγε, έπλενε τα χέρια της όταν ετοίμαζε αυτό το τσάι; Αν συνέχιζε μαυτές τις σκέψεις θα τρελαινόταν. Έπρεπε ναποφασίσει να δεχτεί τα πράγματα ή να μην ξαναπάει ποτέ.
Καλλιόπη, είπε, ευχαριστώ για όλα. Ίσως καλύτερα να φύγουμε σήμερα, να συνέλθω σπίτι μας…
Μα τόσο νωρίς; φάνηκε πληγωμένη η πεθερά. Ήθελα να σας κάνω πίτα! Μάρκο, τα αγαπάς τα φαγητά μου!
Άλλη φορά, μαμά, μπήκε στη μέση ο Μάρκος, την αγκάλιασε. Η Δήμητρα δεν αισθάνεται καλά. Σε λίγες μέρες θα ξανάρθω να βοηθήσω τον μπαμπά, θα τα φάω όλα τότε.
Η Καλλιόπη σήκωσε τους ώμους, μα τα μάτια της πρόδωσαν ότι κάτι μέσα της κατάλαβε. Κάτι είχε αλλάξει. Και, χωρίς να πει πολλά, πήγε στο ψυγείο και ετοίμασε ένα κουτί κατάψυξης με μπιφτέκια και λίγο γλυκό, το έδωσε στον Μάρκο.
Τα καλύτερά μου, για σας, είπε κοφτά. Φάε να δυναμώσεις.
Ευχαριστούμε, μαμά, την φίλησε ο Μάρκος, αλλά εκείνη απλώς γύρισε, ούτε χαμογέλασε.
Όλη τη διαδρομή μέχρι την Αθήνα η Δήμητρα δεν μίλησε λέξη. Το κουτί με τα μπιφτέκια πίσω, στο πορτμπαγκάζ, έμοιαζε να βαραίνει πάνω της. Ο Μάρκος, θιγμένος, κρατούσε το τιμόνι σφιχτά.
Να τα φας εσύ, είπε χαμηλόφωνα μπαίνοντας στην πόλη. Εγώ δεν πρόκειται.
Καταλαβαίνεις ότι η μάνα μου το κατάλαβε; της είπε με καημό.
Τι κατάλαβε;
Όλα. Γιατί δεν έφαγες, κι ύστερα «αρρώστησες», και φύγαμε ξαφνικά. Το πήρε βαριά, Δήμητρα.
Εμένα καταλαβαίνεις; γύρισε και τον ρωτά απότομα.
Δεν απάντησε.
Στο σπίτι, η Δήμητρα μπήκε στην κουζίνα, κοίταξε τα πεντακάθαρα ράφια, φρεσκοπλυμένες πετσέτες, κοπτήρια λαμπερά, και ένιωσε ότι μόνο εκεί μπορούσε να πάρει ανάσα. Εδώ τα χέρια πλένονται, εδώ δεν έχει μπιφτέκια τρίτης μοιρασιάς.
Ο Μάρκος έβαλε τα μπιφτέκια στην κατάψυξη.
Εσύ δεν θα φας; ρώτησε.
Όχι, του απαντά ψύχραιμα. Όχι.
Γύρισε και έφυγε στο μπάνιο. Έμεινε μόνη, μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε τη βρύση, πήρε το σαπούνι και άρχισε να πλένει τα χέρια της, πολύ ώρα, ξανά και ξανά ως τον αγκώνα σαν να μπορούσε έτσι να ξεπλύνει από πάνω της ό,τι, πια, είχε γραφτεί στη μνήμη.
Δεν ήξερε αν είχε νόημα.
Μόνο ήξερε ότι δεν θα ξανάγγιζε μπιφτέκι φτιαγμένο από τα χέρια της Καλλιόπης. Ούτε με παρακάλια ούτε με παράπονα.
Τρεις μέρες μετά ο Μάρκος έψησε τέσσερα μπιφτέκια, έβαλε πουρέ, έκοψε αγγουράκια τουρσί, κάθισε να φάει.
Θες; την ρώτησε, προσφέροντάς της πιρούνι.
Όχι, είπε η Δήμητρα. Ευχαριστώ.
Σηκώθηκε, πήγε στο καθιστικό, άνοιξε την τηλεόραση δυνατά, να μην ακούει το μάσημα.
Ήξερε βαθιά μέσα της πως αυτό το ταξίδι είχε σημαδέψει κάτι στη σχέση τους, κάτι που ίσως δεν κολλούσε πια. Και όλα αυτά, για ένα απλό χέρι ένα χέρι γυναίκας, που ξύστηκε όπως όλοι κάποτε χρειαστήκαμε.
Έκλεισε τα μάτια. Αποφάσισε να μην σκέφτεται άλλο. Αν σταματήσεις να το αναμασάς, ίσως συνεχίσεις τη ζωή σου. Να μαγειρεύεις μόνη σου, να τρως μόνο από τα δικά σου χέρια. Και να μην βάλεις ποτέ στο στόμα σου φαγητό που έχει φτιαχτεί από άλλα χέρια.




