– Και μπανάνες για τη γιαγιά Νάνσυ! Μην ξεχάσεις! Μόνο μικρές, όπως τις προτιμά εκείνη! Την προηγούμενη φορά αγόρασες κάτι, δεν ξέρω κι εγώ τι! Ελένη, πώς γίνεται έτσι; Είναι τόσο δύσκολο να κάνεις αυτό που σου ζητάνε;
Η Ελένη Ανδρεάδου, αρχιλογίστρια σε μεγάλη εταιρεία στην Αθήνα, μάνα δύο παιδιών και, απ όσο λέει ίδια, μια ευτυχισμένη σύζυγος, αναστέναξε κι έγνεψε θετικά στον αέρα, αν και ήξερε καλά πως η μητέρα της δεν τη βλέπει. Αρκούσε που ήξερε ότι η μάνα της καταλάβαινε πάντα με ακρίβεια πώς αντιδρά στα παραγγέλματα.
– Και μην κουνάς το κεφάλι, να το κάνεις! Σε ξέρω καλά! Άνεμος στο μυαλό σου, Ελένη! Ώρα να ωριμάσεις!
Δε το ξανάκουνησε. Είπε απλά «Ναι, μαμά, καλά», και αποχαιρέτησε.
Ώρα πια να ωριμάσω… Μα βέβαια, όπως πεις! Σαράντα και κάτι… Ωραία ηλικία για ενηλικίωση…
Έμεναν ακόμα μισή ώρα μέχρι να σχολάσει. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στις οικονομικές καταστάσεις. Τίποτα. Το μυαλό της γεμάτο σκέψεις, συνήθως δυσάρεστες. Αλλά εκείνη ήταν πάντα «καλό κορίτσι». Έτσι έλεγε πάντα η μάνα της.
– Η Ελενίτσα μας είναι πανέξυπνη! Υπέροχο κορίτσι!
Ακούγονταν γλυκό, όταν η Ελενίτσα πήγαινε ακόμη παιδικό σταθμό. Φιογκάκια στα μαλλιά, φουστίτσες, γελαστά μάγουλα. Το θαύμα της γειτονιάς.
Ναι, καλά… Το θαύμα; Γιατί η Ελένη όταν την έπαιρναν από τον σταθμό, κάθε άλλο παρά ήταν το ήσυχο κορίτσι που ονειρευόταν η μητέρα της.
– Ελένη! Τι είναι αυτό στο κεφάλι σου;
– Φωλιά! Ε, έτσι μου είπε η δασκάλα, Κυρία Δέσποινα. Μου πρότεινε να σταθώ ήσυχα στην αυλή, μήπως και έρθουν πουλιά να κάνουν μικρά. Αν μη τι άλλο, κάποιο όφελος να έχει το χτένισμα μου!
– Και τα φιογκιά;
– Δε θυμάμαι… Ο Γιώργος πήρε το ένα, ήθελε άγκυρα για το βαρκάκι του. Κυρία Δέσποινα μας το έδειξε σήμερατο έφτιαξε ο πατέρας του, μας έβαλε και στη λεκάνη με το νερό και έπλεε…
– Και το άλλο φιόγκο;
– Η Κωνσταντίνα το ζήτησε και… κάπου το έβαλε. Μαμά, γιατί φυσάει άνεμος;
– Ελένη!
– Τι;
– Αρκετά μ αυτές τις ερωτήσεις! Πονοκέφαλος με πιάνει!
Σιωπούσε, και παρατηρούσε κρυφά τη μητέρα της στον δρόμο προς το σπίτι. Μήπως υποφέρει; Κι αν δεν γίνει ποτέ καλά το κεφάλι της; Και τότε, πριν φτάσουν στη μέση, η μικρή Ελένη άρχιζε τα αναφιλητά και το δυνατό κλάμα, ταράζοντας τελείως τη μητέρα της.
– Ελένη! Τι είναι αυτά τα σόου;
Φυσικά δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο. Ένιωθε τόσο λυπημένη για τη μαμά, το κεφάλι της, τη διάθεσή της, που ήθελε να κλάψει ακόμα πιο δυνατά, όπως ο Ηρακλής, το σκυλί του γείτονα.
Ο Ηρακλής ήταν λίγο κουτός σκύλος. Ουρλιάζε για ψύλλου πήδημα αλλά πραγματική τραγωδία προκαλούσε όταν ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Αντρέας, ο υδραυλικός, το παράκανε με το ούζο. Τότε δεν σταματούσε για μέρες, και τα παιδιά της πολυκατοικίας παρακαλούσαν τους γονείς τους να τον πάρουν από το μεθύστακα. Οι γονείς νευρίαζαν, φώναζαν τον διαχειριστή, αλλά ο Ηρακλής έμενε πάντα εκεί. Μονάχα όταν, μια φορά, έσβησε ο κύριος Αντρέας, σταμάτησε απότομα τα ουρλιαχτά, σ ένα πονεμένο κρεσέντο· όλοι κατάλαβαν πως κάτι κακό συνέβη.
Όλο το τετράγωνο συνοδεύε τον Αντρέα. Ήταν καλός άνθρωπος, πρόθυμος για βοήθεια. Όπως είπε η μαμά, «λίγος στη θέληση». Ο Ηρακλής έκατσε στο κατώφλι και κοιτούσε τον κόσμο που σκορπούσε λουλούδια στο δρόμο. Δεν έκλαψεήταν σα να το έκανε. Εκείνη τη μέρα, που η μάνα μου δεν με πήγε σχολείο για να πάμε στον οδοντίατρο, τον χάιδεψα και ούτε κουνήθηκε. Στην επιστροφή καθόταν ακόμη, ακίνητος, και θα σιγούραζα πως ο σκύλος έκλαιγε.
– Μαμά, γιατί δεν φαίνονται τα δάκρυά του;
Τι είχε εκείνη η ερώτηση, δεν ξέρω. Η μάνα μού όμως θορυβήθηκε, πλησίασε τον Ηρακλή, άπλωσε το χέρι:
– Έλα, Ηρακλή… Θα έρθεις μαζί μου. Δεν θα ξαναγυρίσει…
Κατάλαβε άραγε; Ποιος ξέρει… Η μάνα μου τον πήρε αγκαλιά, μού είπε να ακολουθήσω. Και έτσι ο Ηρακλής έγινε ο σκύλος μας. Έζησε πολλά χρόνιαδεν ξέρω πόσα πριν έρθει σε μας. Αλλά στη δική μας οικογένεια έμεινε άλλα δεκαεπτά. Τελείωσα σχολείο, παντρεύτηκα, κι ούτε μια φορά δεν τον ξανάκουσα να κλαίει. Μόνο μια ανάσα άφησε όταν «έφυγε», με τη μουσούδα του στα δάκρυά μου. Δεν πήρα ποτέ ξανά σκύλο, όσο κι αν τα παιδιά ζητούσαν ένα κουτάβι· πάντα θυμόμουν το βλέμμα του.
Στη ζωή μου πάντως ήμουν γενικά χαρούμενο παιδί. Μαμά, μπαμπάς, δύο γιαγιάδες, ένα λαγουδάκι χωρίς αυτί, τηγανίτες με γιαούρτι τα Σαββατοκύριακα… Και το εξοχικό της γιαγιάς Δήμητρας, της μαμάς του πατέρα μου, όπου πήγαινα σπάνια με τη μητέρα μου. Τότε δεν ήξερα γιατί, αλλά ήταν „μυστικό”.
Περισσότερο λαχταρούσα τα ταξίδια στη θάλασσα με τη γιαγιά Νάνσυ, που δεν απέφευγε καμία ερώτηση και πάντα έβρισκε τρόπο να μου εξηγεί τα πάντα, όπως – έλεγε η μαμά – δεν έπρεπε.
– Θεέ μου, μαμά! Γιατί λες τέτοια στο παιδί; Δεν καταλαβαίνει!
– Κι εσύ μικρή, μια χαρά καταλάβαινες. Και η Ελένη σου μοιάζει!
Με έπιανε νευρικό γέλιο, αλλά νόμιζα πως καταλάβαινα πάντα τα μισά από αυτά που μας έλεγε για το πώς έρχονται τα παιδιά στον κόσμο. Κι όμως, έλεγα πως θα ρωτήσω και κάτι άλλο την επόμενη φοράγιατί, άραγε, οι μεγάλοι σπάνια λένε αλήθεια στα παιδιά.
Η ερώτηση δεν ήταν καθόλου τυχαία.
Φρόντιζαν να μη μάθω τι συνέβαινε στο σπίτι. Μα νά σκάβει η ένταση πίσω από κλειστές πόρτες, καυγάδες, ήσυχα κλάματα της μαμάς. Στο εξοχικό η γιαγιά Δήμητρα έσφιγγε τα χείλη της και απέφευγε τα μάτια της μητέρας μου. Εγώ τραβούσα τη μαμά στην κουζίνα, να μας δείξει η γιαγιά την περίφημη τάρτα της.
– Μαμά, έλα, να σου δείξει η γιαγιά! Να τη φτιάξεις και σπίτι!
Η μαμά μου, αρνήθηκε με κούνημα του κεφαλιού.
– Όχι!
Κανείς δεν εξηγούσε τίποτα. Αργότερα, κατάλαβα καλύτερα: συγγένεια δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα δεθείς με όλους τους συγγενείς.
Οι γονείς χώρισαν όταν ήμουν δέκα.
Το πάρτυ που η μητέρα μου είχε ετοιμάσει για τα γενέθλιά μου ήταν στο αποκορύφωμά του όταν άνοιξε απότομα η πόρτα και η μαμά, στο βλέμμα μου, απάντησε απλά:
– Αυτό ήταν!
Ο Ηρακλής, που κατάλαβε πράγματα καλύτερα από εμένα, πλησίασε και ακούμπησε στη μάνα μου. Μια φίλη με φώναξε στο σαλόνι. Όταν ξαναγύρισα, είδα τη μάνα μου και τον σκύλο να στέκονται απλά, ακίνητοι, χαμένοι στις σκέψεις τους.
– Θα έχουμε τούρτα, μαμά;
– Βέβαια, πήγαινε! έφερε χαμόγελο και τον τούρτα που ετοίμαζε όλο το βράδυ.
Όταν αδειάσανε το σπίτι, κάθισα δίπλα της. Μου έδωσε το κουτάλι.
– Είναι νόστιμη η τούρτα; Και τι με νοιάζει η δίαιτα, Ελένη; Θα έρθει κι η σειρά μας για γιορτή!
Δεν κατάλαβα για ποια γιορτή εννοούσε. Με τα διατροφολογικά του μπαμπά μόλις που έφταναν να αλλάξω ένα φόρεμα. Γιορτή είχαμε μόνο στα γενέθλια και την Πρωτοχρονιά. Η μαμά δικιά της δε γιόρταζε πια.
Η γιαγιά Νάνσυ, αδιάφορη για το αν ακούω, έλεγε πως η κόρη της έπρεπε να ξαναζήσει τη ζωή της. Η μαμά πάντα με το ίδιο «Φτάνει, ως εδώ ήταν».
Πολλές φορές αργότερα αναρωτιόμουν αν θα ήταν αλλιώς αν ξανάφτιαχνε τη ζωή της, αν επέτρεπε στον εαυτό της ξανά χαρά…
Δεν ήρθε ποτέ απάντηση. Φανταζόμουν να είχα αδερφό ή αδερφή και η μαμά να γελάειόχι να παραπονιέται για πονοκέφαλο.
Στην πραγματικότητα είχε κόψει το γέλιο. Δυσκολευόμουν να μην της απαντήσω απότομα στα παράπονα, ειδικά ως έφηβη. Όσο τολμούσα, δίπλα ερχόταν ο Ηρακλής και τα μικρά δυνατά δόντια του ήταν αρκετά για να κατανοήσω ότι μερικές φορές, πρέπει να σωπαίνεις.
Μόνο η γιαγιά μου ξεδιάλυνε κάπως τα πράγματα:
– Τι θέλεις από την κόρη σου; Όποια γυναίκα μένει μόνη, γίνεται κακιά…
– Εμείς όμως τη νοιαζόμαστε…
– Δεν αρκεί, Ελενίτσα. Θέλει και σύντροφο. Εγώ τα έζησα, όταν έφυγε ο παππούς σου. Είχα γνωριμίες… Μην γελάς! Κι όμως, ποτέ δεν ξέχασα, ποτέ δεν μπήκε άλλος στη θέση του παππού σου. Όσο για τη μάνα σου, ερωτεύτηκε τον πατέρα σου και τράβηξε ταλαιπωρίαοι δικοί του δεν την ήθελαν. Κατάφερε να συγχωρέσει όλα εκτός από την προδοσία. Αυτό είναι το πιο βαθύ τραύμα. Πέρασε πολλά, αλλά μαθαίνεις αλήθειες, όχι για να μισήσεις τον πατέρα σουάδικα είναι όλα αυτά. Δικός σου πάντα θα μένει ό, τι κι αν γίνει. Και δεν κόβεις τίποτα από μέσα σου.
– Η μαμά ποτέ δεν είπε κακό λόγο για τον μπαμπά.
– Ούτε και θα το κάνει. Ξέρει ότι για σένα είναι μόνο ο μπαμπάς σου.
– Τον αγαπάει ακόμα;
– Το πιστεύω. Γι αυτό δεν προχωράει.
– Γιαγιά, λες να αγαπήσω κι εγώ έτσι ποτέ;
– Δεν ξέρω, κορίτσι μου. Μακάρι να βρεις κάποιον που να το αξίζει.
Με τον άντρα μου, τον Πέτρο, γνωριστήκαμε όπως μου είχε προβλέψει. Τρέχοντας αγχωμένη για το πρώτο μάθημα στη Νομική, έπεσα πάνω του. Δεν θυμάμαι το πρόσωπό του, μόνο τα χέρια του που με συγκράτησαν και το πειραχτήρι του ύφος:
– Κορίτσι, είσαι σίφουνας! Πες μου γρήγορα το τηλέφωνό σου πριν ξαναφύγεις!
Δε το είπα φυσικά, αλλά όταν τέλειωσα την εξέταση, τον βρήκα να με περιμένει.
– Τώρα δεν βιάζεσαι, έτσι;
Παντρευτήκαμε μετά από τρία χρόνια. Ζήσαμε στην αρχή με τη μητέρα μουδύσκολα. Η μαμά δεν τον συμπαθούσε. Τι επάγγελμα ήταν, έλεγε, ο «προγραμματιστής»; Μόνο στον υπολογιστή, να τρώει διαρκώς…
– Κάποια στιγμή, θα γίνεις ελεφαντάκι δίπλα του!
– Μαμά, υπερβάλεις…
– Σε σένα λυπάμαι…
Ο Πέτρος έκανε τα πάντα να την αλλάξει γνώμη, και μετά από μια δεκαετία τελικά ακούσαμε ότι είναι πραγματικό «διαμάντι».
Εμείς μείναμε σε δυάρι. Ο Πέτρος βρισκόταν στο γραφείο να στήσει τη δική του εταιρεία, κι εγώ τριγύριζα από διαμέρισμα σε διαμέρισμαοι κτηματομεσίτες ζουν από τα πόδια τους. Τα παιδιά κρατούσαν γιαγιάδες, και ευχαριστούσα που και οι δύο ήταν σχετικά υγιείς και διαύγεις.
Τα πρώτα σημάδια, όταν περίμενα το δεύτερο παιδί…
– Ελένη, τι φαντάζεσαι; Χάθηκες για μια ώρα! Έχω να κάνω τόσα! φώναζε η μαμά ενώ ανακάτευε το σπανακόρυζο του Πέτρου. Εντάξει, φεύγω! Να κανονίζεις καλύτερα!
Δεν ήξερα τι να πω. Η ώρα του γιατρού ήταν εχθές, όχι σήμερα. Μόνο που η μαμά είχε διοργανώσει τραπέζιπάλι μπέρδεμα. Δεν ήθελε να πάει σε γιατρούς.
– Δεν έχω τίποτα. Άστα τούτα. Δες τη γιαγιά σου, αυτή χρειάζεται γιατρούς.
Με συνεννόηση με τον μπαμπά, ήρθε διάγνωση από ειδικό. Ο γιατρός στο σπίτι είπε:
– Δεν έχω ευχάριστα νέα. Θέλει έλεγχο και υπομονήέρχονται δύσκολα.
Μούδιασα. Η μαμά μου; Ήταν τόσο νέα ακόμα! Από πού βγήκαν όλ αυτά;
– Λίγη σημασία έχει το γιατί. Σημασία έχει να περιοριστούν οι επιπτώσεις.
– Γίνεται;
– Μπορούμε να καθυστερήσουμε, να δώσουμε λίγο χρόνο…
Από τότε κατάλαβα ότι η ζωή γύρισε σελίδακαι ήξερα πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Ναι, έχω άντρα, παιδιά, μπαμπά, γιαγιά. Αλλά η μαμά είναι η μαμά… Και χρέος μου να κάνω τη ζωή της πιο ήρεμη. Γιατροσόφι και ηρεμία πάνε μαζί.
Δεν θέλω να θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να την φέρω στη νέα μας μονοκατοικία. Ο Πέτρος έκανε τα αδύνατα δυνατά, χρεωθήκαμε. Τελικά, όμως, μετακομίσαμε.
– Θα τα βγάλουμε πέρα, είπε. Εμείς να είμαστε καλά όλοι μαζί.
Ήρθε έτσι, που η μητέρα μου, συχνά, ξεχνά που βρίσκεται και θέλει να «γυρίσει σπίτι» της.
– Μανούλα, εδώ είναι το δωμάτιό σου, δίπλα στον διάδρομο.
– Δεν θέλω το δικό σου ξενώνα. Το σπίτι μου έχω.
– Σίγουρα. Αλλά αύριο κρατάς τα αγόρια, και η γιαγιά έχει αδυναμία. Μείνε, σε παρακαλώ.
– Ένταξει. Μην νομίζεις πως θα είμαι πάντα εδώ! Έχω κι εγώ ζωή!
– Ξέρω, μαμά.
– Ξέρεις, ε… Τι να καταλάβεις εσύ, Ελένη, στην ηλικία σου!
Αν δεν ήταν η γιαγιά μου, θα είχα τρελαθεί. Εκείνη είχε δεχθεί πώς λίγα πια θυμάται η μαμά, κυρίως παλιά.
– Η μνήμη της επιλέγει, μου είπε. Θυμάται πολλά, κυρίως παιδικά. Και βλέπω πόσο χρόνο δεν της έδωσα τότε… Δουλειά, σπίτι, τρεχάματα… Μιλούσαμε λίγο, βλέπαμε το παιδί μόνο λίγες ώρες τη μέρα. Μάνα έγινα σωστά μόνο με σένα. Τη μαμά σου την όρισα η ζωή. Θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνογια συγχώρεση… Όσο μου λέει μαμά, και με κοιτά χαμογελαστά, είναι όμορφα. Γιατί κάθε μάνα θέλει να δει το παιδί της, έστω και για μια στιγμή, ευτυχισμένο.
– Δεν ξέρω πώς αντέχουμε, γιαγιά…
Έβλεπα πόσο δύσκολα το αντέχει η γιαγιά. Όταν έβρισκα τη μαμά καθισμένη στο πάτωμα μπροστά στη γιαγιά, ρωτούσα σιγανά:
– Να τη σηκώσω;
– Άφησέ τες λίγο… Δεν θα κρατήσει πολύ…
Η γιαγιά «έφυγε» ένα χρόνο αφότου κατάλαβα ότι η ζωή μας είχε πια αλλάξει για πάντα.
– Να τη φροντίζεις! Σαν τα μάτια σου! Δεν αντέχω πια…
Έγνεφα, βουβά, και μόνο εύχόμουν να μη φανεί πόσο φοβόμουν να μείνω πια εντελώς μόνη με όλο αυτό.
– Να μη τη βλέπεις σαν μάνα. Θα γίνει παιδί. Στην τρίτη ηλικία γινόμαστε παιδιά. Μόνο συναίσθημα, όχι λογική. Να σκέφτεσαι σαν μάνα προς το παιδί της. Μην τη μαλώσεις, μη θυμώσεις μπροστά της. Φώναξε όσο θες μακριά, αλλά εκεί… δώσ της τρυφερότητα, όπως θα θελες για σένα από τα παιδιά σου. Μου το υπόσχεσαι;
– Στο υπόσχομαι…
Πόσες φορές ακόμη θα το θυμηθώ αυτό… Αμέτρητες. Όπως και τώρα.
Κοίταξα το ρολόι, πήρα την τσάντα. Πορτοφόλι, κλειδιά, ομπρέλαόλα. Ώρα. Να πάρω τον μεγάλο από το μπάσκετ, τον μικρό από το σχολείο, σούπερ μάρκετ. Μπανάνεςτις μικρούλες. Όπως άρεσαν στη γιαγιά.
Γιατί έτσι, η μαμά, βλέποντάς τες, θα σκεφτεί πως η γιαγιά είναι ακόμα ζωντανή. Θα είναι σαν, με δυο βήματα στον διάδρομο, να μπαίνεις στο σαλόνι και να βλέπεις την πολυθρόνα που δεν ταιριάζει, αλλά παραμένει όσο τη θυμόμαστε. Και να πει, γκρινιάζοντας:
– Ελένη! Πόσες φορές να στο πω να καθαρίσεις το ύφασμα; Αγόρασες μπανάνες; Η γιαγιά όπου να ναι έρχεται.
– Φυσικά, μαμά! Κάθισε, να σου βγάλω ένα τσάι.
Και η θέση θα γεμίσει. Θα χεις ακόμα χρόνο να ακουμπήσεις μάγουλο στα χέρια της. Να πιάσεις το αυστηρό, μα στοργικό βλέμμα. Να γελάσεις, ακούγοντας:
– Ελένη, τι είναι αυτά στα μαλλιά σου; Πού σου είναι η βούρτσα; Φέρε, να σε χτενίσω! Θεέ μου, αργά έγινε… Ώρα για ύπνο! Τι θες για πρωινό; Χυλό ή τηγανίτες;
Σ αυτή τη ζωή, όσα χάνεις, προσπαθείς να τα κρατήσεις με μνήμες. Και κατάλαβα: κάποιοι κύκλοι στη ζωή ξαναρχίζουν, κι ας πιστεύεις πως έκλεισαν. Ό,τι έδωσα στη μάνα μου, αυτό θα λάβω. Αυτό είναι ο νόμος της αγάπης.





