Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με τον μικρότερο αδερφό μου και τον γιο σου – Όλα. Αντίο. Το αγόρι κοιμόταν έξω από την πόρτα της. Η Ειρήνη παραξενεύτηκε – γιατί ένα παιδί να κοιμάται τόσο πρωί σε ξένη πολυκατοικία; Ήταν δασκάλα με δεκαετή εμπειρία και δεν μπορούσε απλά να το προσπεράσει. Έσκυψε πάνω του και τον κούνησε προσεκτικά από τον αδύνατο ώμο: – Έι, νεαρέ μου, ξύπνα! – Τι; – Ο μικρός σηκώθηκε αδέξια. – Ποιος είσαι; Γιατί κοιμάσαι εδώ; – Δεν κοιμάμαι. Απλά… το χαλάκι σας είναι μαλακό. Καθόμουν και με πήρε ο ύπνος άθελά μου, – απάντησε. Η Ειρήνη έμενε σε αυτή την πολυκατοικία μόλις μισό χρόνο, μετά το διαζύγιό της. Δεν ήξερε καλά τους γείτονες, όμως κατάλαβε πως το παιδί δεν ήταν από το σπίτι. Ο μικρός ήταν γύρω στα 10–11, καθαρά αλλά φθαρμένα ρούχα, άλλαζε βάρος από πόδι σε πόδι υπαινισσόμενος ότι του χρειαζόταν τουαλέτα: – Πήγαινε γρήγορα. Καθυστερώ για δουλειά, – του άνοιξε. Της έκλεψαν το βλέμμα τα περίεργα γαλανά μάτια του – σπάνιο χρώμα σκέφτηκε. Όσο ο επισκέπτης της έπλενε τα χέρια, του έφτιαξε ένα τοστ με σαλάμι. – Πάρε, δυνάμωσε. – Ευχαριστώ! – ήδη στεκόταν στην πόρτα. – Με σώσατε. Τώρα περιμένω ήσυχος. – Ποιον περιμένεις; – ρώτησε η Ειρήνη. – Τη γιαγιά Αντωνία Πετρίβνα. Μένει δίπλα. Μήπως τη γνωρίζετε; – Λίγο μόνο, αλλά χθες προχθές τη μετέφεραν στο νοσοκομείο με το ΕΚΑΒ. Επέστρεφα όταν τη βγάζαν με φορείο. – Σε ποιο νοσοκομείο; – ανησύχησε. – Χθες εφημέρευε το 20ό αστικό. Πιθανότατα εκεί. – Κατάλαβα. Πώς σας λένε; – αποφάσισε να συστηθεί με τη σωτήρα του. – Ειρήνη Θεοδώρου, – του απάντησε βιαστικά. Στη δουλειά, το μυαλό της έτρεχε στο παιδί. «Μάλλον βγήκε στη φόρα το ανεκπλήρωτο μητρικό ένστικτο» σκέφτηκε λυπημένη. Δεν είχε παιδιά – εξ ου και ο χωρισμός. Το είχε αποδεχτεί. Ο πρώην της ήδη είχε προχωρήσει. Στο διάλειμμα τηλεφώνησε στο νοσοκομείο. Εγκεφαλικό η γιαγιά, άσχημη πρόγνωση, 78 ετών. Μετά τη δουλειά ξαναβρήκε το αγόρι στο κλιμακοστάσιο να την περιμένει – η γιαγιά θα μείνει καιρό, δεν τον αφήνουν να τη δει. – Πώς σε λένε; – Φώτης. Φώτης και όχι Φώτακος. Στον πλυμένο κιΐ χορτασμένο επισκέπτη έκανε «ανάκριση»: – Το ’σκασες από το σπίτι; Οι γονείς σου θα ανησυχούν! – Δεν έχω γονείς. Ζω με τη θεία. – Άρα η θεία ανησυχεί. – Όχι. Είπα πως θα πήγαινα στη γιαγιά. Δεν ξέρει πως είναι στο νοσοκομείο. Δεν θέλω να μένω εκεί, κι ας είναι καλή και σχεδόν δεν πίνει. Αλλά ο θείος καθημερινά πίνει κι αγριεύει. Τέσσερα δικά τους παιδιά και πάλι άλλο ένα εγώ. Είπαν θα με στείλουν στο ίδρυμα. Δεν θέλω να πάω. Δεν σας ενοχλώ πολύ; Η μαμά μου έλεγε ότι είμαι υπερκινητικό παιδί, όλο τον πατέρα… Έχω μάτια σαν τα δικά του. Η μαμά δεν ζει πια, δυο χρόνια. – Πώς τη λέγαν; – Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο. Καλή και όμορφη γυναίκα. Δούλευε γραμματέας σε διευθυντή χημικού εργοστασίου – δεν θυμάμαι το όνομα. – Ο πατέρας σου; – Δεν είχα ποτέ πατέρα, – αποκρίθηκε μελαγχολικά. Της Ειρήνης, οι γαλανές ματιές της φάνηκαν οικείες… Μόνο σε έναν άνθρωπο τις είχε δει: τον πατέρα της. Ο οποίος ήταν διευθυντής εργοστασίου. Στενάζοντας, έδιωξε το Φώτη να φέρει ψωμί απ’ το παντοπωλείο απέναντι κι άρπαξε τηλέφωνο: – Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σου γνωρίσω τον μικρό αδερφό μου – και γιο σου. Αυτά. Τα λέμε αύριο! – Έστρωσα στον καναπέ. Πλύσου και κοιμήσου, – είπε στο παιδί. Δεν ήξερε τι θ’ ακολουθούσε, ήξερε όμως ότι δεν θα άφηνε τον αδερφό της στους συγγενείς – και, κυρίως, όχι σε ίδρυμα! Ο πατέρας εμφανίστηκε νωρίς πρωί Κυριακής. Πάντα στηρίγμα της από μικρή, ο λογικός άνθρωπος του σπιτιού. Της στάθηκε σε κάθε της βήμα. Έτσι και τώρα, μαζί στο τραπέζι, του τα εξήγησε όλα. – Είναι αλλόκοτο όλο αυτό! Ναι, είχα γραμματέα Ναταλία Μαρτινένκο, νέα, όμορφη, ερωτευμένη. Δεν ήμουν αδιάφορος σ’ αυτό… Υπέκυψα, το ομολογώ. Λίγο μετά με ρώτησε αν θέλω γιο. Της είπα, έχω κόρη, γιο τώρα πια αργά. Έφυγε σε χωριό για τη μάνα της. Επέστρεψε μετά από έναν χρόνο, παντρεμένη λέει και με αγοράκι. Μα ποτέ δεν έμαθα κάτι άλλο. Τρία χρόνια πριν, η Ναταλία πέθανε νέη. Τότε το έμαθα. – Δεν σε κοροϊδεύω μπαμπά. Δεν παντρεύτηκε. Γύρισε, γέννησε κρυφά. Είπε ψέματα για να μην έχεις τύψεις. Ο Φώτης λέει πως πατέρα δεν είχε ποτέ. Καταλαβαίνεις; – Κι η θεία, γιαγιά; Η Ναταλία ήταν μοναχοπαίδι. Ο μικρός άκουγε απ’ την πόρτα: – Η θεία Βάσω δεν είναι αληθινή θεία μου. Είναι μακρινή συγγενής. Ήρθαν όταν η μαμά δεν μπορούσε πια να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Η γιαγιά Τόνια η μάνα της θείας. Με πήραν μετά. Παίρνουν και χρήματα για μένα. Ο θείος φωνάζει πως είναι λίγα. – Το πρόσωπό σας, Φώτη Μιχαήλ! Μου θύμισε κάποιον. Σκέφτηκα πως είστε διάσημος ηθοποιός! Ρωτούσα τη μαμά και μου έλεγε θα μου πει όταν μεγαλώσω… Η Ειρήνη φρόντισε για το πρωινό και έστειλε το Φώτη στον πρωινό κινηματογράφο, να σκεφτούν οι μεγάλοι. – Λοιπόν, σαφείς οι αμφιβολίες; – ρώτησε μετά. – Μάλλον όχι. Αλλά θα χρειαστεί τεστ DNA, δικαστική αναγνώριση, – αποκρίθηκε ο πατέρας. Ακολούθησαν: κρίσεις, υποτιθέμενο έμφραγμα από τη γυναίκα του, και ταξίδι για την ηρεμία της. Τον Φώτη ανεχόταν για λίγες επισκέψεις αλλά όχι στο σπίτι της. Ο Φώτης συνδέθηκε με τον πατέρα του και βρήκαν ίδια γούστα (π.χ. μίσησαν το σιμιγδάλι, λάτρεψαν τις γάτες) και ίδια ελαφριά ψευδοστομία. Όταν όλα τα διαδικαστικά τέλειωσαν – μήνες μετά– ο Φώτης Μιχαήλ πήρε τα χαρτιά και άκουσε: – Από σήμερα, σύμφωνα με το νόμο, είσαι γιος μου. Αυτό ήσουν πάντα, απλώς δεν το ήξερα. Συγγνώμη αν μπορείς. Δεν σε πιέζω να με λες μπαμπά. Απλά να θυμάσαι – δεν είσαι μόνος στον κόσμο. Έχεις στήριγμα – εμένα και την αδερφή σου, την Ειρήνη. – Εγώ αμέσως κατάλαβα πως είσαι εσύ ο πατέρας, – χαμογέλασε ο μικρός. – Με το που σε είδα… Έμεινε με τη μεγάλη αδερφή του, επισκέπτεται τη μητριά του σπάνια, ο πατέρας τους καθημερινά. Και μαζί βρήκαν γατάκι – τον Μούργο. PS: O πατέρας έστησε λευκό μαρμάρινο μνήμα στη Ναταλία. Με τον Φώτη, συχνά πάνε με λουλούδια. Μια μέρα, ο Φώτης αποκάλυψε: – Ξέρεις, μπαμπά, τη μέρα πριν η μαμά φύγει… Μου είπε να μη λυπάμαι πολύ, θα συνεχίσει να με προσέχει από αλλού, και ακόμα θα με βοηθάει. Και τώρα καταλαβαίνω πως αυτή φρόντισε να με βρει η Ειρήνη – μετά κι εσύ! Το ξέρω σίγουρα! Με πιστεύεις; – Φυσικά, σε πιστεύω, – απάντησε ο πατέρας.

Μπαμπά, θυμάσαι τη Νάντια Αλεξάνδρου Μαρτίνου; Είναι αργά απόψε, αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με τον μικρό μου αδερφό… και δικό σου γιο. Αυτά. Καληνύχτα.

Το αγόρι κοιμόταν σχεδόν δίπλα στην πόρτα της. Η Ειρήνη απόρησεπώς γίνεται παιδί να κοιμάται τέτοια ώρα σε ξένη πολυκατοικία; Με δέκα χρόνια δασκαλικής εμπειρίας, αδύνατο να προσπεράσει. Έσκυψε πάνω του και τον κούνησε απαλά στον ώμο:

Ε, νεαρέ! Ξύπνα λίγο!

Τι; ανασηκώθηκε ξαφνιασμένος.

Ποιος είσαι; Γιατί κοιμάσαι εδώ;

Δε κοιμάμαι… απλώς… το χαλάκι σας είναι μαλακό. Κάθισα και αποκοιμήθηκα κατά λάθος, απάντησε ντροπαλά.

Η Ειρήνη έμενε σε αυτό το συγκρότημα μόλις μισό χρόνο. Είχε αγοράσει το διαμέρισμα μετά το διαζύγιο. Γνωστούς δεν είχε πολλούς, αλλά ήξερε ότι το παιδί δεν ήταν από το κτίριο.

Δέκα με έντεκα χρονών; Φορώντας παλιά αλλά καθαρά ρούχα. Δεν ήξερε πού να βάλει τα χέρια του και χόρευε ελαφρώς με τα πόδια.

Η Ειρήνη κατάλαβε πως μάλλον ήθελε τουαλέτα.
Πήγαινε γρήγορα. Μόνο, κάνε γρήγορα. Αργώ στη δουλειά, του άνοιξε την πόρτα.

Το αγόρι την κοίταξε δύσπιστα με δυσεύρετα ανοιχτά γαλανά μάτια.

«Τι σπάνιο χρώμα», σκέφτηκε ξαφνικά. Όσο εκείνος έπλενε τα χέρια στο μπάνιο, του ετοίμασε σάντουιτς με σαλάμι.

Πάρε, να φας κάτι.

Ευχαριστώ! είπε ο μικρός και ήδη στεκόταν στην πόρτα. Με σώσατε. Τώρα μπορώ να περιμένω ήρεμος.

Και ποιον περιμένεις; ρώτησε η Ειρήνη.

Τη γιαγιά Αντωνία Πετρίδου. Μένει δίπλα σας. Την ξέρετε;

Την ξέρω λιγάκι, αλλά την προχθεσινή μέρα την πήγανε στο νοσοκομείο. Επέστρεφα από τη δουλειά όταν περνούσαν φορείο.

Σε ποιο νοσοκομείο; αγχώθηκε το παιδί.

Μάλλον στο «Ευαγγελισμός» εκεί είχαν βάρδια χθες.

Μάλιστα Εσάς πώς σας λένε;

Ειρήνη Φωτεινού, είπε βιαστικά καθώς έφευγε.

Η Ειρήνη μπλέχτηκε στη δίνη των συνηθισμένων σχολικών προβλημάτων, όμως ο μικρός την απασχολούσε συνέχεια.

«Να ξυπνάει επιτέλους το ανεκπλήρωτο μητρικό μου ένστικτο;» σκεφτόταν πικραμένα. Δεν είχε δικά της παιδιά γι αυτό χώρισε. Άφησε τον άντρα της ήρεμα να δημιουργήσει νέα οικογένεια με τη γυναίκα που του χάρισε κόρη.

Στο διάλειμμα τηλεφώνησε στο νοσοκομείο. Η γιαγιά είχε πάθει εγκεφαλικό. Ήταν ήδη 78 ετών, δύσκολα τα πράγματα.

Το απόγευμα ξαναβρήκε το αγόρι στο κλιμακοστάσιο. Καθόταν στο περβάζι.

Εσάς περιμένω, είπε χαρούμενα. Τη γιαγιά μου θα τη βγάλουν αργά, δεν με άφησαν να τη δω.

Η Ειρήνη ρώτησε το όνομά του.
Ήταν Φίλιππος. Μόνο Φίλιππος, όχι Φίλιππας.

Αφού πλύθηκε και έφαγε, η Ειρήνη άρχισε να ρωτάει ευγενικά:

Το έσκαγες απ το σπίτι; Οι γονείς σου ανησυχούν;

Δεν έχω γονείς. Ζω με μια θεία.

Δηλαδή, η θεία θα σε ψάχνει πανικόβλητη, συνέχισε με έγνοια.

Όχι. Της είπα πως πάω στη γιαγιά. Εκείνη δεν ξέρει ότι η γιαγιά είναι στο νοσοκομείο. Δεν θέλω να επιστρέψω. Είναι καλή σχεδόν, δεν πίνει πολύ, αλλά ο θείος πίνει κάθε μέρα και γίνεται κακός. Έχουν ήδη τέσσερα παιδιά, το πέμπτο έρχεται. Και με μένα, βαρυγκομάνε.

Μου είπαν, άμα συνεχίσω, θα με στείλουν σε ίδρυμα. Δεν θέλω! Δεν σας ενοχλώ, έτσι; Η μητέρα μου μου έλεγε πάντα ότι είμαι πολύ ζωηρός, ίδιος ο πατέρας μου, με αυτά τα μάτια. Η μητέρα μου έφυγε πριν δυο χρόνια.

Πώς τη λέγανε;

Νάντια Αλεξάνδρου Μαρτίνου. Δούλευε γραμματέας σε ένα χημικό εργοστάσιο, δεν θυμάμαι ποιο.

Κι ο πατέρας σου;

Δεν υπήρξε ποτέ… είπε μελαγχολικά ο Φίλιππος.

Η Ειρήνη κατάλαβε ξαφνικά γιατί συγκινήθηκε τόσο. Τα μάτια, τα ίδια μάτια είχε δει μόνο σε έναν άνθρωπο. Τον πατέρα της. Τον διευθυντή του εργοστασίου.

Έμεινε για λίγο άφωνη. «Έρωτας διευθυντή και γραμματέως τόσο κοινότυπο τάχα; Άραγε ήξερε ότι απέκτησε γιο; Κατάλαβε άραγε ποτέ το χαμό της; Έδωσε στ αλήθεια το όνομά του στο παιδί της τον αγάπησε σίγουρα πολύ»

Η ίδια ήταν μοναχοκόρη. Πάντα ήθελε ένα αδερφάκι.

Πήγαινε, σε παρακαλώ, να αγοράσεις ψωμί απέναντι, και του έδωσε λίγα ευρώ.

Τηλεφώνησε αμέσως στον πατέρα της:

Μπαμπά, θυμάσαι τη Νάντια Μαρτίνου; Είναι αργά σήμερα, αύριο έλα σε μένα. Θα σε γνωρίσω με τον μικρό μου αδερφό και δικό σου γιο. Αυτά για απόψε! και έκλεισε τη γραμμή.

Σου έχω ετοιμάσει το καναπέ στο σαλόνι. Κάνε ντους και ξάπλωσε, είπε στον Φίλιππο όταν γύρισε.

Δεν ήξερε τι θα γίνει μετά, αλλά ήξερε καλά πως δεν θα άφηνε τον αδερφό της να πάει σε ακατάλληλους συγγενείς, ούτε βέβαια σε ίδρυμα.

Ο πατέρας ήρθε νωρίς το πρωί. Κανονικά, τα Σαββατοκύριακα, η Ειρήνη κοιμόταν μέχρι αργά, αλλά εκείνη τη φορά πάλευε με τον ύπνο όλη νύχτα.

Τον αγαπούσε πάντα. Ήταν εκεί για κάθε της κίνηση, για όλες τις δυσκολίες της. Εκείνος είχε στηρίξει την επιλογή του Πανεπιστημίου, ενώ η μητέρα της φώναζε πως τα Παιδαγωγικά είναι για «χωριάτισσες και αποτυχημένες».

Η μητέρα ποτέ δεν το παραδέχθηκε, παρότι είχε φυτρώσει σε χωριό. Ο μπαμπάς, όμως, ήταν στήριγμα ευχήθηκε ακόμα και το γάμο της, μάζεψε τα κομμάτια όταν χώρισε.

Στο τραπέζι όλο το πρωινό συζητούσαν.

Παράξενη υπόθεση! είπε ο πατέρας της. Είχα όντως μια γραμματέα, η Νάντια Μαρτίνου. Έξυπνη, νέα, όμορφη… Με κοιτούσε με μάτια γεμάτα θαυμασμό. Κι εγώ άντρας… Συγγνώμη, δεν άντεξα. Τέλειοι, αψεγάδιαστοι άντρες σπάνιοι πια. Με κολάκευε η προσοχή της, είχε μαγεία… Μονάχα να… Δε σκέφτηκα ποτέ να χωρίσω τη μάνα σου.

Κάποτε με ρώτησε, τάχα μου, αν ήθελα γιο. Είπα ότι έχω κόρη, αργά μου είναι πια. Ύστερα, άρρωστησε η μητέρα της. Ζήτησε μεγάλη άδεια, έφυγε στο χωριό.

Έβαλαν στη θέση της κάποια μεγαλύτερη γυναίκα. Μετά από περίπου χρόνο, επέστρεψε. Φώτισε, φρέσκια. Τη ρώτησα αστειευόμενος αν παντρεύτηκε. Μου απάντησε ναι, γέννησε κι ένα γιο. Ο άντρας καλός, νοικιάζανε σπίτι. Το επίθετο δεν άλλαξεΜαρτίνου.

Τελευταία χρόνια όλοι με σύμφωνο ζουν… Μετά, μόνο τυπικοί συναδελφικοί χαιρετισμοί.

Πριν τρία χρόνια, άκουσα πως έφυγε η Νάντια. Τώρα εσύ μου λες για γιο; Ήταν παντρεμένη εγώ τι σχέση έχω; είπε με απορία.

Τότε μπήκε κι ο μικρός να χαιρετήσει. Ο πατέρας πάγωσε. Το οικογενειακό βλέμμα ήταν αναμφισβήτητο.

Για να γνωριστούμε… και διστακτικά πρότεινε το χέρι. Φίλιππος Νικολάου.

Φίλιππος Φιλίππου Μαρτίνου, απάντησε ο μικρός με εμπιστοσύνη.

Τα φρύδια και των δύο σηκώθηκαν το ίδιο απορημένα. Η Ειρήνη χαμογέλασε.

Όλο Φιλίππους έχουμε στη φιλοξενία σήμερα, είπε.

Αφού ο μικρός πήγε στο μπάνιο, ο πατέρας της τη ρώτησε:

Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μοιάζει τόσο με εμένα πιτσιρικά. Εκείνη όμως ισχυρίστηκε γάμο.

Ποτέ δεν παντρεύτηκε αποκρίθηκε η Ειρήνη. Πήγε στο χωριό να γεννήσει κρυφά. Αναζήτησε τα στοιχεία της άδειάς της στη διοίκηση.

Το παραμύθι του γάμου ήταν για να μη σε βασανίζει. Ο Φίλιππος είπε πως πατέρα δεν είχε ποτέ. Καταλαβαίνεις;

Περίμενε, κι η θεία και η γιαγιά; Δεν είχε αδέρφια η Νάντια! απόρησε ο μπαμπάς.

Απάντησε ο Φίλιππος απ την πόρτα:

Η θεία Βάσω δεν είναι πραγματική μου θεία, μακρινοί συγγενείς ήτανε. Ήρθαν όταν πέθανε η μαμά, η γιαγιά Αντωνία είναι μαμά της θείας Βάσως. Με πήρε μαζί της γιατί δεν ήξεραν πού αλλού να με αφήσουν. Για μένα παίρνουν και επίδομα. Ο θείος παραπονιέται πως είναι λίγα τα λεφτά.

Και εσάς, κύριε Φίλιππε… σας θυμήθηκα! Η φωτογραφία σας ήταν στο καθρέφτη της μαμάς, τώρα στο άλμπουμ. Νόμιζα πως ήσασταν αγαπημένος της καλλιτέχνης. Μου πε πως όταν μεγαλώσω, θα μου μιλήσει.

Η Ειρήνη τον έστειλε στον πρωινό κινηματογράφο και πήγε να ρωτήσει τον πατέρα της:

Τώρα πια; Έχεις αμφιβολία;

Όχι… Αλλά θα πρέπει να γίνει τεστ DNA. Μόνο έτσι θα αναγνωριστεί νόμιμα.

Ακολούθησαν υστερίες, «κρίση» και σχεδόν «έμφραγμα» της Λουκίας Ιωάννου της συζύγου του πατέρα.

Γρήγορα ταξίδεψε όμως για ξεκούραση στην Κρήτη και αργότερα, πιο ήρεμα, γνώρισε τον Φίλιππο. Της φάνηκε συμπαθής, αλλά δεν ήθελε να τον μεγαλώσει. Επισκέψεις δεχόταν, μόνιμα όμως όχι«η υγεία μου δεν το αντέχει, τα νεύρα μου». Δεν πίεσε κανείς.

Ο πατέρας περνούσε πολύ χρόνο με τον μικρότου έκανε καλό. Όλο και έβλεπε κοινά: και οι δυο μισούσαν το σιμιγδάλι αλλά λάτρευαν τις γάτες. Όμως, στο σπίτι της Λουκίας, λόγω αλλεργίας, πάντα απαγορευόταν να έχουν γάτα. Όσο για τον Φίλιππο, δικό του σπίτι δεν είχε ποτέ.

Ήταν απίστευτο πόσο φτύνανε ο ένας τον άλλον όχι μόνο στην εμφάνιση. Μέχρι και στο ελαφρύ ψευδισμά τους.

Όταν τελείωσαν οι τυπικές διαδικασίες (δύο μήνες ταλαιπωρίακαι στην Ελλάδα τα γραφειοκρατικά δεν αστειεύονται), ο Φίλιππος Νικολάου πήγε στον Φίλιππο και του είπε:

Από σήμερα είσαι επίσημα ο γιος μου. Ορίστε τα νέα σου χαρτιά. Να ξέρεις, ήσουν πάντα γιος μου, απλώς δεν το ήξερα. Συγχώρεσέ με αν μπορείς! Δε θα σε πιέσω να με λες «μπαμπά», μόνο να ξέρεις πως δεν είσαι πια μόνος σ αυτόν τον κόσμο. Έχεις εμένα για στήριξη. Έχεις κι αδερφή, την Ειρήνη.

Το είχα καταλάβει, χαμογέλασε ο Φίλιππος. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα.

Τα παιδιά είναι πολύ οξυδερκή στις μέρες μας… είπε ο πατέρας συγκινημένος και τον αγκάλιασε.

Η Ειρήνη είδε δάκρυα στα μάτια του, αλλά τα μαζεύτηκε γρήγορα. Ο μικρός έμεινε να ζει με την Ειρήνη, είχαν όμως συχνή επαφή με όλους. Κι όταν έψαξαν για γατάκι, βρήκαν έξω από τον Σκλαβενίτη έναν παππού που τα χάριζε. Ο Φίλιππος διάλεξε το πιο αδύναμο και το βάφτισαν Μέμο.

Εκείνη τη στιγμή, ο Φίλιππος ένιωσε για πρώτη φορά ευτυχισμένος.

ΥΓ:
Ο Φίλιππος Νικολάου έφτιαξε μνημείο με λευκό μάρμαρο για τη Νάντια.

Συχνά πήγαιναν οι δυο τους, έφερναν λουλούδια.

Μια μέρα, μπροστά στο μνήμα, ο Φίλιππος γύρισε στον πατέρα του:

Ξέρεις, μπαμπά Η μαμά τη μέρα πριν «φύγει» μού είπε να μην κλαίω πολύ. Δε φεύγουν για πάντα οι άνθρωποι, πάνε απλώς σε άλλο κόσμο και φυλούν από εκεί. Κι ότι θα προσπαθήσει ακόμα κι από μακριά να με βοηθάει.

Μόνο τώρα κατάλαβα: ήταν εκείνη που έφερε την Ειρήνη και μετά κι εσένα κοντά μου. Το ξέρω, το νιώθω. Με πιστεύεις, μπαμπά;

Φυσικά και σε πιστεύω, του απάντησε συγκινημένος.

Στο τέλος εκείνης της απρόσμενης διαδρομής, κατάλαβα πως ακόμα και το πιο απλό, μικρό ή τυχαίο συμβάν της ζωής μπορεί, αν του δώσεις μια ευκαιρία, να γίνει μια δεύτερη ευκαιρία για αγάπη· και πως οικογένεια είναι εκείνοι που διαλέγουμε – και εκείνοι που, τελικά, μας βρίσκουν.

Oceń artykuł
Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με τον μικρότερο αδερφό μου και τον γιο σου – Όλα. Αντίο. Το αγόρι κοιμόταν έξω από την πόρτα της. Η Ειρήνη παραξενεύτηκε – γιατί ένα παιδί να κοιμάται τόσο πρωί σε ξένη πολυκατοικία; Ήταν δασκάλα με δεκαετή εμπειρία και δεν μπορούσε απλά να το προσπεράσει. Έσκυψε πάνω του και τον κούνησε προσεκτικά από τον αδύνατο ώμο: – Έι, νεαρέ μου, ξύπνα! – Τι; – Ο μικρός σηκώθηκε αδέξια. – Ποιος είσαι; Γιατί κοιμάσαι εδώ; – Δεν κοιμάμαι. Απλά… το χαλάκι σας είναι μαλακό. Καθόμουν και με πήρε ο ύπνος άθελά μου, – απάντησε. Η Ειρήνη έμενε σε αυτή την πολυκατοικία μόλις μισό χρόνο, μετά το διαζύγιό της. Δεν ήξερε καλά τους γείτονες, όμως κατάλαβε πως το παιδί δεν ήταν από το σπίτι. Ο μικρός ήταν γύρω στα 10–11, καθαρά αλλά φθαρμένα ρούχα, άλλαζε βάρος από πόδι σε πόδι υπαινισσόμενος ότι του χρειαζόταν τουαλέτα: – Πήγαινε γρήγορα. Καθυστερώ για δουλειά, – του άνοιξε. Της έκλεψαν το βλέμμα τα περίεργα γαλανά μάτια του – σπάνιο χρώμα σκέφτηκε. Όσο ο επισκέπτης της έπλενε τα χέρια, του έφτιαξε ένα τοστ με σαλάμι. – Πάρε, δυνάμωσε. – Ευχαριστώ! – ήδη στεκόταν στην πόρτα. – Με σώσατε. Τώρα περιμένω ήσυχος. – Ποιον περιμένεις; – ρώτησε η Ειρήνη. – Τη γιαγιά Αντωνία Πετρίβνα. Μένει δίπλα. Μήπως τη γνωρίζετε; – Λίγο μόνο, αλλά χθες προχθές τη μετέφεραν στο νοσοκομείο με το ΕΚΑΒ. Επέστρεφα όταν τη βγάζαν με φορείο. – Σε ποιο νοσοκομείο; – ανησύχησε. – Χθες εφημέρευε το 20ό αστικό. Πιθανότατα εκεί. – Κατάλαβα. Πώς σας λένε; – αποφάσισε να συστηθεί με τη σωτήρα του. – Ειρήνη Θεοδώρου, – του απάντησε βιαστικά. Στη δουλειά, το μυαλό της έτρεχε στο παιδί. «Μάλλον βγήκε στη φόρα το ανεκπλήρωτο μητρικό ένστικτο» σκέφτηκε λυπημένη. Δεν είχε παιδιά – εξ ου και ο χωρισμός. Το είχε αποδεχτεί. Ο πρώην της ήδη είχε προχωρήσει. Στο διάλειμμα τηλεφώνησε στο νοσοκομείο. Εγκεφαλικό η γιαγιά, άσχημη πρόγνωση, 78 ετών. Μετά τη δουλειά ξαναβρήκε το αγόρι στο κλιμακοστάσιο να την περιμένει – η γιαγιά θα μείνει καιρό, δεν τον αφήνουν να τη δει. – Πώς σε λένε; – Φώτης. Φώτης και όχι Φώτακος. Στον πλυμένο κιΐ χορτασμένο επισκέπτη έκανε «ανάκριση»: – Το ’σκασες από το σπίτι; Οι γονείς σου θα ανησυχούν! – Δεν έχω γονείς. Ζω με τη θεία. – Άρα η θεία ανησυχεί. – Όχι. Είπα πως θα πήγαινα στη γιαγιά. Δεν ξέρει πως είναι στο νοσοκομείο. Δεν θέλω να μένω εκεί, κι ας είναι καλή και σχεδόν δεν πίνει. Αλλά ο θείος καθημερινά πίνει κι αγριεύει. Τέσσερα δικά τους παιδιά και πάλι άλλο ένα εγώ. Είπαν θα με στείλουν στο ίδρυμα. Δεν θέλω να πάω. Δεν σας ενοχλώ πολύ; Η μαμά μου έλεγε ότι είμαι υπερκινητικό παιδί, όλο τον πατέρα… Έχω μάτια σαν τα δικά του. Η μαμά δεν ζει πια, δυο χρόνια. – Πώς τη λέγαν; – Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο. Καλή και όμορφη γυναίκα. Δούλευε γραμματέας σε διευθυντή χημικού εργοστασίου – δεν θυμάμαι το όνομα. – Ο πατέρας σου; – Δεν είχα ποτέ πατέρα, – αποκρίθηκε μελαγχολικά. Της Ειρήνης, οι γαλανές ματιές της φάνηκαν οικείες… Μόνο σε έναν άνθρωπο τις είχε δει: τον πατέρα της. Ο οποίος ήταν διευθυντής εργοστασίου. Στενάζοντας, έδιωξε το Φώτη να φέρει ψωμί απ’ το παντοπωλείο απέναντι κι άρπαξε τηλέφωνο: – Μπαμπά, θυμάσαι τη Ναταλία Αλεξανδρίβνα Μαρτινένκο; Σήμερα είναι αργά, αλλά αύριο έλα σπίτι μου. Θα σου γνωρίσω τον μικρό αδερφό μου – και γιο σου. Αυτά. Τα λέμε αύριο! – Έστρωσα στον καναπέ. Πλύσου και κοιμήσου, – είπε στο παιδί. Δεν ήξερε τι θ’ ακολουθούσε, ήξερε όμως ότι δεν θα άφηνε τον αδερφό της στους συγγενείς – και, κυρίως, όχι σε ίδρυμα! Ο πατέρας εμφανίστηκε νωρίς πρωί Κυριακής. Πάντα στηρίγμα της από μικρή, ο λογικός άνθρωπος του σπιτιού. Της στάθηκε σε κάθε της βήμα. Έτσι και τώρα, μαζί στο τραπέζι, του τα εξήγησε όλα. – Είναι αλλόκοτο όλο αυτό! Ναι, είχα γραμματέα Ναταλία Μαρτινένκο, νέα, όμορφη, ερωτευμένη. Δεν ήμουν αδιάφορος σ’ αυτό… Υπέκυψα, το ομολογώ. Λίγο μετά με ρώτησε αν θέλω γιο. Της είπα, έχω κόρη, γιο τώρα πια αργά. Έφυγε σε χωριό για τη μάνα της. Επέστρεψε μετά από έναν χρόνο, παντρεμένη λέει και με αγοράκι. Μα ποτέ δεν έμαθα κάτι άλλο. Τρία χρόνια πριν, η Ναταλία πέθανε νέη. Τότε το έμαθα. – Δεν σε κοροϊδεύω μπαμπά. Δεν παντρεύτηκε. Γύρισε, γέννησε κρυφά. Είπε ψέματα για να μην έχεις τύψεις. Ο Φώτης λέει πως πατέρα δεν είχε ποτέ. Καταλαβαίνεις; – Κι η θεία, γιαγιά; Η Ναταλία ήταν μοναχοπαίδι. Ο μικρός άκουγε απ’ την πόρτα: – Η θεία Βάσω δεν είναι αληθινή θεία μου. Είναι μακρινή συγγενής. Ήρθαν όταν η μαμά δεν μπορούσε πια να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Η γιαγιά Τόνια η μάνα της θείας. Με πήραν μετά. Παίρνουν και χρήματα για μένα. Ο θείος φωνάζει πως είναι λίγα. – Το πρόσωπό σας, Φώτη Μιχαήλ! Μου θύμισε κάποιον. Σκέφτηκα πως είστε διάσημος ηθοποιός! Ρωτούσα τη μαμά και μου έλεγε θα μου πει όταν μεγαλώσω… Η Ειρήνη φρόντισε για το πρωινό και έστειλε το Φώτη στον πρωινό κινηματογράφο, να σκεφτούν οι μεγάλοι. – Λοιπόν, σαφείς οι αμφιβολίες; – ρώτησε μετά. – Μάλλον όχι. Αλλά θα χρειαστεί τεστ DNA, δικαστική αναγνώριση, – αποκρίθηκε ο πατέρας. Ακολούθησαν: κρίσεις, υποτιθέμενο έμφραγμα από τη γυναίκα του, και ταξίδι για την ηρεμία της. Τον Φώτη ανεχόταν για λίγες επισκέψεις αλλά όχι στο σπίτι της. Ο Φώτης συνδέθηκε με τον πατέρα του και βρήκαν ίδια γούστα (π.χ. μίσησαν το σιμιγδάλι, λάτρεψαν τις γάτες) και ίδια ελαφριά ψευδοστομία. Όταν όλα τα διαδικαστικά τέλειωσαν – μήνες μετά– ο Φώτης Μιχαήλ πήρε τα χαρτιά και άκουσε: – Από σήμερα, σύμφωνα με το νόμο, είσαι γιος μου. Αυτό ήσουν πάντα, απλώς δεν το ήξερα. Συγγνώμη αν μπορείς. Δεν σε πιέζω να με λες μπαμπά. Απλά να θυμάσαι – δεν είσαι μόνος στον κόσμο. Έχεις στήριγμα – εμένα και την αδερφή σου, την Ειρήνη. – Εγώ αμέσως κατάλαβα πως είσαι εσύ ο πατέρας, – χαμογέλασε ο μικρός. – Με το που σε είδα… Έμεινε με τη μεγάλη αδερφή του, επισκέπτεται τη μητριά του σπάνια, ο πατέρας τους καθημερινά. Και μαζί βρήκαν γατάκι – τον Μούργο. PS: O πατέρας έστησε λευκό μαρμάρινο μνήμα στη Ναταλία. Με τον Φώτη, συχνά πάνε με λουλούδια. Μια μέρα, ο Φώτης αποκάλυψε: – Ξέρεις, μπαμπά, τη μέρα πριν η μαμά φύγει… Μου είπε να μη λυπάμαι πολύ, θα συνεχίσει να με προσέχει από αλλού, και ακόμα θα με βοηθάει. Και τώρα καταλαβαίνω πως αυτή φρόντισε να με βρει η Ειρήνη – μετά κι εσύ! Το ξέρω σίγουρα! Με πιστεύεις; – Φυσικά, σε πιστεύω, – απάντησε ο πατέρας.