Μπαμπά, θυμάσαι τη Νάντια Αλεξάνδρου Μαρτίνου; Είναι αργά απόψε, αύριο έλα σπίτι μου. Θα σε γνωρίσω με τον μικρό μου αδερφό… και δικό σου γιο. Αυτά. Καληνύχτα.
Το αγόρι κοιμόταν σχεδόν δίπλα στην πόρτα της. Η Ειρήνη απόρησεπώς γίνεται παιδί να κοιμάται τέτοια ώρα σε ξένη πολυκατοικία; Με δέκα χρόνια δασκαλικής εμπειρίας, αδύνατο να προσπεράσει. Έσκυψε πάνω του και τον κούνησε απαλά στον ώμο:
Ε, νεαρέ! Ξύπνα λίγο!
Τι; ανασηκώθηκε ξαφνιασμένος.
Ποιος είσαι; Γιατί κοιμάσαι εδώ;
Δε κοιμάμαι… απλώς… το χαλάκι σας είναι μαλακό. Κάθισα και αποκοιμήθηκα κατά λάθος, απάντησε ντροπαλά.
Η Ειρήνη έμενε σε αυτό το συγκρότημα μόλις μισό χρόνο. Είχε αγοράσει το διαμέρισμα μετά το διαζύγιο. Γνωστούς δεν είχε πολλούς, αλλά ήξερε ότι το παιδί δεν ήταν από το κτίριο.
Δέκα με έντεκα χρονών; Φορώντας παλιά αλλά καθαρά ρούχα. Δεν ήξερε πού να βάλει τα χέρια του και χόρευε ελαφρώς με τα πόδια.
Η Ειρήνη κατάλαβε πως μάλλον ήθελε τουαλέτα.
Πήγαινε γρήγορα. Μόνο, κάνε γρήγορα. Αργώ στη δουλειά, του άνοιξε την πόρτα.
Το αγόρι την κοίταξε δύσπιστα με δυσεύρετα ανοιχτά γαλανά μάτια.
«Τι σπάνιο χρώμα», σκέφτηκε ξαφνικά. Όσο εκείνος έπλενε τα χέρια στο μπάνιο, του ετοίμασε σάντουιτς με σαλάμι.
Πάρε, να φας κάτι.
Ευχαριστώ! είπε ο μικρός και ήδη στεκόταν στην πόρτα. Με σώσατε. Τώρα μπορώ να περιμένω ήρεμος.
Και ποιον περιμένεις; ρώτησε η Ειρήνη.
Τη γιαγιά Αντωνία Πετρίδου. Μένει δίπλα σας. Την ξέρετε;
Την ξέρω λιγάκι, αλλά την προχθεσινή μέρα την πήγανε στο νοσοκομείο. Επέστρεφα από τη δουλειά όταν περνούσαν φορείο.
Σε ποιο νοσοκομείο; αγχώθηκε το παιδί.
Μάλλον στο «Ευαγγελισμός» εκεί είχαν βάρδια χθες.
Μάλιστα Εσάς πώς σας λένε;
Ειρήνη Φωτεινού, είπε βιαστικά καθώς έφευγε.
Η Ειρήνη μπλέχτηκε στη δίνη των συνηθισμένων σχολικών προβλημάτων, όμως ο μικρός την απασχολούσε συνέχεια.
«Να ξυπνάει επιτέλους το ανεκπλήρωτο μητρικό μου ένστικτο;» σκεφτόταν πικραμένα. Δεν είχε δικά της παιδιά γι αυτό χώρισε. Άφησε τον άντρα της ήρεμα να δημιουργήσει νέα οικογένεια με τη γυναίκα που του χάρισε κόρη.
Στο διάλειμμα τηλεφώνησε στο νοσοκομείο. Η γιαγιά είχε πάθει εγκεφαλικό. Ήταν ήδη 78 ετών, δύσκολα τα πράγματα.
Το απόγευμα ξαναβρήκε το αγόρι στο κλιμακοστάσιο. Καθόταν στο περβάζι.
Εσάς περιμένω, είπε χαρούμενα. Τη γιαγιά μου θα τη βγάλουν αργά, δεν με άφησαν να τη δω.
Η Ειρήνη ρώτησε το όνομά του.
Ήταν Φίλιππος. Μόνο Φίλιππος, όχι Φίλιππας.
Αφού πλύθηκε και έφαγε, η Ειρήνη άρχισε να ρωτάει ευγενικά:
Το έσκαγες απ το σπίτι; Οι γονείς σου ανησυχούν;
Δεν έχω γονείς. Ζω με μια θεία.
Δηλαδή, η θεία θα σε ψάχνει πανικόβλητη, συνέχισε με έγνοια.
Όχι. Της είπα πως πάω στη γιαγιά. Εκείνη δεν ξέρει ότι η γιαγιά είναι στο νοσοκομείο. Δεν θέλω να επιστρέψω. Είναι καλή σχεδόν, δεν πίνει πολύ, αλλά ο θείος πίνει κάθε μέρα και γίνεται κακός. Έχουν ήδη τέσσερα παιδιά, το πέμπτο έρχεται. Και με μένα, βαρυγκομάνε.
Μου είπαν, άμα συνεχίσω, θα με στείλουν σε ίδρυμα. Δεν θέλω! Δεν σας ενοχλώ, έτσι; Η μητέρα μου μου έλεγε πάντα ότι είμαι πολύ ζωηρός, ίδιος ο πατέρας μου, με αυτά τα μάτια. Η μητέρα μου έφυγε πριν δυο χρόνια.
Πώς τη λέγανε;
Νάντια Αλεξάνδρου Μαρτίνου. Δούλευε γραμματέας σε ένα χημικό εργοστάσιο, δεν θυμάμαι ποιο.
Κι ο πατέρας σου;
Δεν υπήρξε ποτέ… είπε μελαγχολικά ο Φίλιππος.
Η Ειρήνη κατάλαβε ξαφνικά γιατί συγκινήθηκε τόσο. Τα μάτια, τα ίδια μάτια είχε δει μόνο σε έναν άνθρωπο. Τον πατέρα της. Τον διευθυντή του εργοστασίου.
Έμεινε για λίγο άφωνη. «Έρωτας διευθυντή και γραμματέως τόσο κοινότυπο τάχα; Άραγε ήξερε ότι απέκτησε γιο; Κατάλαβε άραγε ποτέ το χαμό της; Έδωσε στ αλήθεια το όνομά του στο παιδί της τον αγάπησε σίγουρα πολύ»
Η ίδια ήταν μοναχοκόρη. Πάντα ήθελε ένα αδερφάκι.
Πήγαινε, σε παρακαλώ, να αγοράσεις ψωμί απέναντι, και του έδωσε λίγα ευρώ.
Τηλεφώνησε αμέσως στον πατέρα της:
Μπαμπά, θυμάσαι τη Νάντια Μαρτίνου; Είναι αργά σήμερα, αύριο έλα σε μένα. Θα σε γνωρίσω με τον μικρό μου αδερφό και δικό σου γιο. Αυτά για απόψε! και έκλεισε τη γραμμή.
Σου έχω ετοιμάσει το καναπέ στο σαλόνι. Κάνε ντους και ξάπλωσε, είπε στον Φίλιππο όταν γύρισε.
Δεν ήξερε τι θα γίνει μετά, αλλά ήξερε καλά πως δεν θα άφηνε τον αδερφό της να πάει σε ακατάλληλους συγγενείς, ούτε βέβαια σε ίδρυμα.
Ο πατέρας ήρθε νωρίς το πρωί. Κανονικά, τα Σαββατοκύριακα, η Ειρήνη κοιμόταν μέχρι αργά, αλλά εκείνη τη φορά πάλευε με τον ύπνο όλη νύχτα.
Τον αγαπούσε πάντα. Ήταν εκεί για κάθε της κίνηση, για όλες τις δυσκολίες της. Εκείνος είχε στηρίξει την επιλογή του Πανεπιστημίου, ενώ η μητέρα της φώναζε πως τα Παιδαγωγικά είναι για «χωριάτισσες και αποτυχημένες».
Η μητέρα ποτέ δεν το παραδέχθηκε, παρότι είχε φυτρώσει σε χωριό. Ο μπαμπάς, όμως, ήταν στήριγμα ευχήθηκε ακόμα και το γάμο της, μάζεψε τα κομμάτια όταν χώρισε.
Στο τραπέζι όλο το πρωινό συζητούσαν.
Παράξενη υπόθεση! είπε ο πατέρας της. Είχα όντως μια γραμματέα, η Νάντια Μαρτίνου. Έξυπνη, νέα, όμορφη… Με κοιτούσε με μάτια γεμάτα θαυμασμό. Κι εγώ άντρας… Συγγνώμη, δεν άντεξα. Τέλειοι, αψεγάδιαστοι άντρες σπάνιοι πια. Με κολάκευε η προσοχή της, είχε μαγεία… Μονάχα να… Δε σκέφτηκα ποτέ να χωρίσω τη μάνα σου.
Κάποτε με ρώτησε, τάχα μου, αν ήθελα γιο. Είπα ότι έχω κόρη, αργά μου είναι πια. Ύστερα, άρρωστησε η μητέρα της. Ζήτησε μεγάλη άδεια, έφυγε στο χωριό.
Έβαλαν στη θέση της κάποια μεγαλύτερη γυναίκα. Μετά από περίπου χρόνο, επέστρεψε. Φώτισε, φρέσκια. Τη ρώτησα αστειευόμενος αν παντρεύτηκε. Μου απάντησε ναι, γέννησε κι ένα γιο. Ο άντρας καλός, νοικιάζανε σπίτι. Το επίθετο δεν άλλαξεΜαρτίνου.
Τελευταία χρόνια όλοι με σύμφωνο ζουν… Μετά, μόνο τυπικοί συναδελφικοί χαιρετισμοί.
Πριν τρία χρόνια, άκουσα πως έφυγε η Νάντια. Τώρα εσύ μου λες για γιο; Ήταν παντρεμένη εγώ τι σχέση έχω; είπε με απορία.
Τότε μπήκε κι ο μικρός να χαιρετήσει. Ο πατέρας πάγωσε. Το οικογενειακό βλέμμα ήταν αναμφισβήτητο.
Για να γνωριστούμε… και διστακτικά πρότεινε το χέρι. Φίλιππος Νικολάου.
Φίλιππος Φιλίππου Μαρτίνου, απάντησε ο μικρός με εμπιστοσύνη.
Τα φρύδια και των δύο σηκώθηκαν το ίδιο απορημένα. Η Ειρήνη χαμογέλασε.
Όλο Φιλίππους έχουμε στη φιλοξενία σήμερα, είπε.
Αφού ο μικρός πήγε στο μπάνιο, ο πατέρας της τη ρώτησε:
Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μοιάζει τόσο με εμένα πιτσιρικά. Εκείνη όμως ισχυρίστηκε γάμο.
Ποτέ δεν παντρεύτηκε αποκρίθηκε η Ειρήνη. Πήγε στο χωριό να γεννήσει κρυφά. Αναζήτησε τα στοιχεία της άδειάς της στη διοίκηση.
Το παραμύθι του γάμου ήταν για να μη σε βασανίζει. Ο Φίλιππος είπε πως πατέρα δεν είχε ποτέ. Καταλαβαίνεις;
Περίμενε, κι η θεία και η γιαγιά; Δεν είχε αδέρφια η Νάντια! απόρησε ο μπαμπάς.
Απάντησε ο Φίλιππος απ την πόρτα:
Η θεία Βάσω δεν είναι πραγματική μου θεία, μακρινοί συγγενείς ήτανε. Ήρθαν όταν πέθανε η μαμά, η γιαγιά Αντωνία είναι μαμά της θείας Βάσως. Με πήρε μαζί της γιατί δεν ήξεραν πού αλλού να με αφήσουν. Για μένα παίρνουν και επίδομα. Ο θείος παραπονιέται πως είναι λίγα τα λεφτά.
Και εσάς, κύριε Φίλιππε… σας θυμήθηκα! Η φωτογραφία σας ήταν στο καθρέφτη της μαμάς, τώρα στο άλμπουμ. Νόμιζα πως ήσασταν αγαπημένος της καλλιτέχνης. Μου πε πως όταν μεγαλώσω, θα μου μιλήσει.
Η Ειρήνη τον έστειλε στον πρωινό κινηματογράφο και πήγε να ρωτήσει τον πατέρα της:
Τώρα πια; Έχεις αμφιβολία;
Όχι… Αλλά θα πρέπει να γίνει τεστ DNA. Μόνο έτσι θα αναγνωριστεί νόμιμα.
Ακολούθησαν υστερίες, «κρίση» και σχεδόν «έμφραγμα» της Λουκίας Ιωάννου της συζύγου του πατέρα.
Γρήγορα ταξίδεψε όμως για ξεκούραση στην Κρήτη και αργότερα, πιο ήρεμα, γνώρισε τον Φίλιππο. Της φάνηκε συμπαθής, αλλά δεν ήθελε να τον μεγαλώσει. Επισκέψεις δεχόταν, μόνιμα όμως όχι«η υγεία μου δεν το αντέχει, τα νεύρα μου». Δεν πίεσε κανείς.
Ο πατέρας περνούσε πολύ χρόνο με τον μικρότου έκανε καλό. Όλο και έβλεπε κοινά: και οι δυο μισούσαν το σιμιγδάλι αλλά λάτρευαν τις γάτες. Όμως, στο σπίτι της Λουκίας, λόγω αλλεργίας, πάντα απαγορευόταν να έχουν γάτα. Όσο για τον Φίλιππο, δικό του σπίτι δεν είχε ποτέ.
Ήταν απίστευτο πόσο φτύνανε ο ένας τον άλλον όχι μόνο στην εμφάνιση. Μέχρι και στο ελαφρύ ψευδισμά τους.
Όταν τελείωσαν οι τυπικές διαδικασίες (δύο μήνες ταλαιπωρίακαι στην Ελλάδα τα γραφειοκρατικά δεν αστειεύονται), ο Φίλιππος Νικολάου πήγε στον Φίλιππο και του είπε:
Από σήμερα είσαι επίσημα ο γιος μου. Ορίστε τα νέα σου χαρτιά. Να ξέρεις, ήσουν πάντα γιος μου, απλώς δεν το ήξερα. Συγχώρεσέ με αν μπορείς! Δε θα σε πιέσω να με λες «μπαμπά», μόνο να ξέρεις πως δεν είσαι πια μόνος σ αυτόν τον κόσμο. Έχεις εμένα για στήριξη. Έχεις κι αδερφή, την Ειρήνη.
Το είχα καταλάβει, χαμογέλασε ο Φίλιππος. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα.
Τα παιδιά είναι πολύ οξυδερκή στις μέρες μας… είπε ο πατέρας συγκινημένος και τον αγκάλιασε.
Η Ειρήνη είδε δάκρυα στα μάτια του, αλλά τα μαζεύτηκε γρήγορα. Ο μικρός έμεινε να ζει με την Ειρήνη, είχαν όμως συχνή επαφή με όλους. Κι όταν έψαξαν για γατάκι, βρήκαν έξω από τον Σκλαβενίτη έναν παππού που τα χάριζε. Ο Φίλιππος διάλεξε το πιο αδύναμο και το βάφτισαν Μέμο.
Εκείνη τη στιγμή, ο Φίλιππος ένιωσε για πρώτη φορά ευτυχισμένος.
ΥΓ:
Ο Φίλιππος Νικολάου έφτιαξε μνημείο με λευκό μάρμαρο για τη Νάντια.
Συχνά πήγαιναν οι δυο τους, έφερναν λουλούδια.
Μια μέρα, μπροστά στο μνήμα, ο Φίλιππος γύρισε στον πατέρα του:
Ξέρεις, μπαμπά Η μαμά τη μέρα πριν «φύγει» μού είπε να μην κλαίω πολύ. Δε φεύγουν για πάντα οι άνθρωποι, πάνε απλώς σε άλλο κόσμο και φυλούν από εκεί. Κι ότι θα προσπαθήσει ακόμα κι από μακριά να με βοηθάει.
Μόνο τώρα κατάλαβα: ήταν εκείνη που έφερε την Ειρήνη και μετά κι εσένα κοντά μου. Το ξέρω, το νιώθω. Με πιστεύεις, μπαμπά;
Φυσικά και σε πιστεύω, του απάντησε συγκινημένος.
Στο τέλος εκείνης της απρόσμενης διαδρομής, κατάλαβα πως ακόμα και το πιο απλό, μικρό ή τυχαίο συμβάν της ζωής μπορεί, αν του δώσεις μια ευκαιρία, να γίνει μια δεύτερη ευκαιρία για αγάπη· και πως οικογένεια είναι εκείνοι που διαλέγουμε – και εκείνοι που, τελικά, μας βρίσκουν.





