Μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, κρατώντας στα χέρια της κάτι που κινιόταν.

Она μπήκε χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, με κάτι που κινιόταν στα χέρια της.
Η Ειρήνη μπήκε χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι. Δεν το είχε κάνει ποτέ ξανά. Και μόνο γι αυτό σηκώθηκα από την κουζίνα, κρατώντας μια πετσέτα στα χέρια. Ήταν Σάββατο, τέλη Φλεβάρη, έξω μπουμπουνίζε βροχή, συννεφιά, μια μέρα που δεν είναι πια πρωί, αλλά ούτε και μέρα. Από αυτές που το μόνο που θες είναι να απλωθείς στον καναπέ και να μη σκέφτεσαι τίποτα.

Η Ειρήνη στεκόταν στην είσοδο, ξεκουμπώνοντας το μπουφάν της με το ένα χέρι. Με το άλλο κρατούσε κάτι τυλιγμένο σε μια καρό κουβέρτα. Κάτι μικρό. Κάτι που κινούταν.

Μου αρέσει να λέω στον εαυτό μου, πως κατάλαβα αμέσως. Ψέματα είναι αυτό. Υπέθεσα πως η Ειρήνη έσωσε κάποιο γατάκι.

Πέρασε μέσα, εδώ έχει ζέστη, της είπα. Ήρθες κατευθείαν από τον σταθμό; Θα ετοιμάσω τσάι.

Μαμά, είπε η Ειρήνη, και η φωνή της ήταν αλλόκοτη. Ούτε θυμωμένη, ούτε τρυφερή. Σαν άνθρωπος που κουβάλησε κάτι βαρύ και επιτέλους το άφησε κάτω. Μαμά, αυτός είναι ο Δημήτρης.

Κοίταξα το πακέτο. Ένα μικροσκοπικό χεράκι, κόκκινο, ξεπρόβαλε από την κουβέρτα. Μετά φάνηκε ένα προσωπάκι, μαζεμένο σαν παλιό μανιτάρι, με μάτια κλειστά ακόμη.

Δεν θυμάμαι τι είπα μετά. Μάλλον κάτι για τον βραστήρα. Ή για τα παπούτσια που ήταν βρεγμένα. Είπα ανοησίες, ενώ το μυαλό μου πάλευε να βάλει τα πράγματα στη σειρά. Η Ειρήνη είχε φύγει για την πρακτική τέσσερις μήνες πριν. Τηλεφωνούσε κάθε εβδομάδα. Όλα καλά, δύσκολη η εξεταστική, της έλειπε ο μαμαδίστικος μουσακάς.

Πόσο είναι; ρώτησα στο τέλος.

Δεκαοχτώ ημερών.

Δεκαοχτώ ημερών. Άρα η Ειρήνη μου τηλεφωνούσε και έλεγε «όλα καλά», ενώ είχε μωρό οχτώ ημερών. Επτά, πέντε ημερών.

Περάσαμε στο σαλόνι. Η Ειρήνη ακούμπησε τον Δημήτρη στον καναπέ, έβαλε μαξιλάρια γύρω, ισιώθηκε και με κοίταξε. Ειλικρινά, χωρίς να κατεβάζει τα μάτια. Εκεί είδα ότι άλλαξε. Το πρόσωπό της ήταν αδυνατισμένο, κάτω από τα μάτια κύκλοι. Στάθηκε όμως, όπως στέκονται οι άνθρωποι που δεν φοβούνται πια.

Έπρεπε να το καταλάβεις, είπε η Ειρήνη. Δεν ανέβασε τη φωνή, ούτε έκλαψε. Απλά είπε, κουρασμένη, σαν να ξεφόρτωσε ένα μεγάλο βάρος. Όταν ήρθα το Νοέμβρη, ήμουν ήδη στον έκτο μήνα, μαμά. Στον έκτο.

Θυμήθηκα το Νοέμβριο. Η Ειρήνη ήρθε τρεις μέρες. Φορούσε φαρδύ πουλόβερ· «Μεγάλωσε το κορίτσι», σκέφτηκα, «άφησε τη σιλουέτα της, κυκλοφορεί σα σκιάχτρο». Βλέπαμε σειρά, τρώγαμε λαχανοντολμάδες, βοήθησε να τακτοποιήσω τη βεράντα. Τρεις μέρες κι έφυγε.

Νόμιζα ότι απλώς πάχυνες, είπα.

Ξέρω τι νόμιζες. Μονίμως σκέφτεσαι για μένα, χωρίς να σκέφτεσαι εμένα.

Άδικο αυτό. Το ήξερα καλά, αλλά δεν απάντησα. Μερικές φορές η αλήθεια δαγκώνει πιο πολύ από το άδικο.

Δούλευες συνέχεια, συνέχισε η Ειρήνη. Η φωνή της ελάχιστα έτρεμε. Ερχόμουν σπίτι, κοιμόσουν ήδη. Ή ασχολιόσουν με τα χαρτιά σου. Ήμουν στην Β Γυμνασίου όταν άρχισα το κάπνισμα, το κατάλαβες μετά από έξι μήνες. Στην Α Λυκείου δεν σου μίλησα δύο βδομάδες δεν ρώτησες γιατί. Ζούσες στον κόσμο σου, μαμά. Κι εγώ έμαθα να μη σου λέω. Ότι θα τα βγάλω πέρα μόνη.

Ο Δημήτρης έκανε ένα μακρόσυρτο μικρό ήχο από τον καναπέ. Η Ειρήνη γύρισε, ίσιωσε την κουβέρτα με τη σιγουριά εκείνων που το έχουν ξανακάνει χίλιες φορές. Κατάλαβα ότι ήδη ξέρει, έμαθε πώς να είναι μαμά, όσο ήταν αλλού, μόνη με το βρέφος.

Πού ήσουν;

Στης Μαρίας, από τα Πατήσια. Σου είχα πει για αυτή. Καλή κοπέλα, με βοήθησε.

Μαρία από τα Πατήσια. Μια φίλη που ποτέ δεν είχα δει. Η κόρη μου γεννούσε και δίπλα ήταν η Μαρία από τα Πατήσια.

Πήγα στην κουζίνα. Έβαλα το βραστήρα. Κοίταζα από το παράθυρο το βρεγμένο, βρώμικο χιόνι στην αυλή, που είχε γίνει πια λάσπη, κανείς δεν το καθάρισε. Άκουγα την Ειρήνη να μιλά γλυκά στον Δημήτρη, άγνωστες λέξεις.

Δεν μπορώ να πω πως δεν είχα τύψεις. Ήμουν λογίστρια μια ζωή, όλα στη ζωή μου ήταν στήλες και κουτιά. Είσοδα, έξοδα. Μέσα-έξω, και όλα τακτοποιημένα. Κι όμως, η κόρη μου ζούσε δίπλα μου εφτά χρόνια, μετά έφυγε στη φοιτητική εστία, τηλεφωνούσε κάθε εβδομάδα κι εγώ δεν ήξερα τίποτα πραγματικό για εκείνη. Καμία «οικονομική ισορροπία» εδώ.

Όταν γύρισα στο σαλόνι με δυο φλιτζάνια τσάι, η Ειρήνη καθόταν με τον Δημήτρη στην αγκαλιά της, τον τάιζε. Αυτό, έτσι απλά, και ταυτόχρονα τόσο αλλόκοτο που δεν ήξερα πώς να σταθώ άφησα τα φλιτζάνια στο τραπέζι και πήγα στο παράθυρο.

Ποιος είναι ο πατέρας; ρώτησα, χωρίς να γυρίσω.

Η Ειρήνη σώπασε για λίγο.

Αργότερα, μαμά. Όχι τώρα.

Έγνεψα. Εδώ πλέον δεν υπήρχε λόγος να βιαστεί κανείς.

Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Έμενα ξαπλωμένη, άκουγα τον Δημήτρη στο διπλανό δωμάτιο, την Ειρήνη να τον σηκώνει ψιθυριστά. Σκεφτόμουν ότι πρέπει να αγοράσουμε κούνια, να μιλήσω στη Μαργαρίτα, τη γειτόνισσα που μεγάλωσε μόνη τα εγγόνια της και κάτι σίγουρα θα ξέρει. Σκεφτόμουν εκείνα που μου είπε η Ειρήνη: «Έπρεπε να το καταλάβεις». «Ζούσες στον κόσμο σου.»

Ήταν αλήθεια;

Ναι. Ήταν. Εγώ όμως, πάντα τα έβλεπα αλλιώς. Πίστευα πως δουλεύω για να μη λείψει τίποτα στην Ειρήνη. Ρούχα καλά, ιδιαίτερα αγγλικών, φαγητό της προκοπής. Πίστευα πως έτσι δείχνεις αγάπη: να κουράζεσαι ώσπου να μπορείς να σηκώνεσαι, αλλά το σπίτι να έχει πάντα γιαούρτι και μπιφτέκια. Αλλά τελικά, δεν φτάνει αυτό. Δεν έφτασε.

Ήταν δικό μου λάθος;

Εδώ δεν ήξερα. Εδώ τα νούμερα δεν κολλούσαν.

Δεκαπέντε χρόνια πριν, πήγα με τον ΗΣΑΠ στο ορφανοτροφείο. Νοέμβρης, ίδιος γκρι και βαρύς όπως ο φετινός Φλεβάρης. Ο άντρας μου είχε φύγει πριν τρία χρόνια. Ήρεμα, κάτω απόλυτα, είπε «Βάσω, θέλω παιδιά και με σένα δεν θα τα έχω, το ξέρεις.» Το ήξερα. Μου το είχαν πει οι γιατροί στα τριάντα δύο. Είχα μάθει να ζω με αυτό τόσο όσο και με υψηλή πίεση. Εκείνος δεν συνήθισε, ή δεν ήθελε να συνηθίσει. Έφυγε, έκανε δύο παιδιά με άλλη. Τον έβλεπα μερικές φορές στο σούπερ μάρκετ, με καρότσι και γυναίκα νέα. Χαιρετούσαμε, τίποτα παραπάνω.

Στο ορφανοτροφείο μου έδειξαν διάφορα παιδάκια. Μικρά, χαμογελαστά. Παιδιά που ήξεραν να κερδίζουν τους μεγάλους. Η Ειρήνη καθόταν σε μια γωνία, διάβαζε. Μάλλον παρίστανε ότι διάβαζε, πιο σωστά. Κοιτούσε εμένα, τη «κυρία» που ήρθε να διαλέξει παιδί, σαν κουτάβι στη λαϊκή. Δώδεκα χρονών, αδύνατη, κοντά μαλλιά, χωρίς χτένισμα, απλώς μαλλιά. Στο αριστερό χέρι μια ουλή. Η υπεύθυνη ψιθύρισε: «Ειν ιδιότροπη η Ειρήνη, μη δίνετε σημασία». Πήγα κοντά, τη ρώτησα τι διαβάζει. Σήκωσε το εξώφυλλο, σιωπηλά. Ο «Άγιος της μοναξιάς» του Καζαντζάκη. Είπα «καλό βιβλίο». Εκείνη μουρμούρισε «ναι» και ξανά στο βιβλίο.

Δεν ξέρω αν «διαλέξαμε» η μια την άλλη, ή αν απλώς πήγε έτσι και δεν αλλάζει πια.

Τους πρώτους μήνες, καθόμουν στη κουζίνα το βράδυ, έκλεινα την πόρτα και αναρωτιόμουν μήπως έκανα λάθος. Η Ειρήνη είχε φαρμάκι, όχι με ύβρεις, απλά με λόγια ήσυχα που τσούζαν: «αγόρασες λάθος ψωμί», «γιατί μπήκες στο δωμάτιό μου», «δεν θέλω βοήθεια». Η πόρτα πάντα κλειστή. Αν χτυπούσα, άκουγα ένα «τι;» ούτε «έλα», ούτε «ναι».

Μια νύχτα την άκουσα να βήχει σκληρά. Στάθηκα στην πόρτα, περίμενα· μπήκα. Είχε πυρετό, κοκκινισμένα μάγουλα, κοίταζε το ταβάνι πεισματικά σιωπηλή. Έφτιαξα ζεστό γάλα με μέλι κι ελαιόλαδο, όπως έκανε η δική μου μάνα. Το πήρε, δεν είπε ευχαριστώ, το ήπιε. Μετά είπε:

Με λάδι γιατί;

Έτσι κάνει καλό.

Χάλια είναι.

Μα βοηθάει.

Σώπασε λίγο.

Εντάξει, είπε.

Αυτή ήταν η πρώτη αληθινή λέξη μεταξύ μας. Όχι «τι;», όχι «δεν θέλω», αλλά ένα σκέτο «εντάξει». Μικρή, αλλά την θυμάμαι πάντα.

Μετά ήταν τα τζιν. Ήθελε ένα ιδιαίτερο, όπως είχε η Μαρία της τάξης, με κεντήματα. Ήταν ζόρικα οικονομικά τότε, στον δήμο έτρωγα ό,τι πιο φτηνό, σπίτι έπινα τσάι με ψωμί, στης Ειρήνης έλεγα «δεν πεινάω». Αλλά το τζιν το πήρα. Ήρθε σπίτι, το άφησα στο τραπέζι. Το κοίταξε, μετά εμένα, μετά πάλι το τζιν. Δεν είπε τίποτα, πήγε στο δωμάτιό της. Μα σε μια ώρα βγήκε φορώντας το.

Μια χαρά κάθεται.

Ωραία, είπα.

Ευχαριστώ, είπε σιγανά, σαν να της έμεινε η λέξη στο λαιμό.

Έτσι χτίστηκε η σχέση μας. Σιγά σιγά, κομμάτι κομμάτι. Όχι όπως στις ταινίες που το θετό παιδί λέει «μαμά» και κλαίει. Στη ζωή είναι «μια χαρά κάθεται» και «εντάξει». Και τα κρατάς γερά αυτά τα λίγα, γιατί άλλο δεν έχεις.

Η Ειρήνη έμεινε τρία χρόνια στο σχολείο μαζί μου, μετά μπήκε στη Φιλοσοφική. Απόρησα: τούτο το παιδί με τον χαρακτήρα και τα παιδιά, πώς ταιριάζουν; Εκείνη είπε «αυτό θέλω» και δεν την αντιμίλησα. Έφυγε εστία. Στην αρχή τηλεφωνούσε σπάνια, μετά πιο συχνά. Ερχόταν για Σαββατοκύριακα, τρώγαμε παστίτσιο, βλέπαμε τηλεόραση, έλεγε λίγα λόγια για το πανεπιστήμιο. Κάτι άλλαξε τότε, όταν μπήκαν μίλια ανάμεσά μας. Ίσως το είχαμε ανάγκη κι οι δύο.

Αλλά ό,τι έλεγε έμενε στην επιφάνεια. Λίγα πράγματα δικά της, βαθιά, ποτέ.

Πέρσι το Μάρτη, τηλεφώνησε. Η φωνή της ήταν αλλόκοτη.

Όλα καλά; ρώτησα.

Ναι, απλώς κουράστηκα, είπε.

Κι η κουβέντα πήγε αλλού. Το σκέφτηκα πολύ μετά. Ίσως έπρεπε να ρωτήσω κάτι άλλο. Το «είσαι καλά;» πάντα παγώνει μια συζήτηση. Ίσως έπρεπε να βρω άλλον τρόπο μα δεν ήξερα.

Τι έγινε τελικά το Μάρτη μου το είπε αργότερα, την επόμενη χρονιά, όταν ο Δημήτρης ήταν ήδη έξι εβδομάδων κι άρχισε να κοιτάζει σοβαρά το ταβάνι.

Ο καθηγητής παιδαγωγικών, παντρεμένος, το ξερε. Πήγαινε για συμβουλές, ήξερε να μιλάει έτσι που νόμιζες πως σε καταλαβαίνει καλύτερα κι από σένα. Μετά τα πράγματα έγιναν περίεργα. Εκείνη ήξερε πως ήταν λάθος, το ήξερε από την αρχή. Αλλά στα είκοσι δύο σου, όταν νιώθεις μόνη, κι όταν τόσο καιρό σε βλέπουν σαν αόρατη, δύσκολα λες «όχι». Ούτε ήξερε τι δημιουργούσε.

Τελείωσε τον Οκτώβρη απότομα. Η γυναίκα του ήρθε στο πανεπιστήμιο, φώναζε, έβριζε όλους τους ακούγονταν. Ο καθηγητής έβγαλε τη γυναίκα από το γραφείο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Δεν την ξανακοίταξε.

Η Ειρήνη έμεινε μόνη. Καθόταν χαμένη στην τουαλέτα μία ώρα, κανείς δεν ήρθε να τη ρωτήσει αν είναι καλά. Τρεις εβδομάδες μετά, το τεστ είχε δύο γραμμές.

Έκατσε στο χείλος της μπανιέρας και κοίταξε το τεστ. Ύστερα πλύθηκε με παγωμένο νερό, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και είπε δυνατά: «Ε, εντάξει». Ύστερα πήρε τηλέφωνο τη Μαρία από τα Πατήσια.

Έλα να μείνεις, είπε η Μαρία, όσο χρειαστεί.

Γιατί δεν πήρε εμένα;

Είπε απλά αλλά φοβερά:

Θα άρχιζες να λύνεις το πρόβλημα, μαμά. Θα έδινες οδηγίες: για δικηγόρους, για επιδόματα, για άδειες. Θα γινόταν όλο δουλειά. Κι εγώ ήθελα μόνο κάποιον να κάτσει σιωπηλός δίπλα μου. Εσύ δεν μπορείς να κάθεσαι απλώς εκεί, μαμά. Μπορείς να κάνεις, αλλά όχι να είσαι.

Δεν διαφώνησα. Ήξερα πως έχει δίκιο ακόμη κι αν πονάει.

Η Μαρία τελικά αποδείχθηκε χρυσός άνθρωπος. Δεν έδινε συμβουλές, μαγείρευε σούπα, ξυπνούσε τη νύχτα να φέρει νερό. Άνθρωποι δύσκολοι να βρεθούν. Της το χρωστάω, και ας μην το είπα ποτέ.

Ο Δημήτρης γεννήθηκε Γενάρη. Υγιής, δυνατός, μαυρομάλλης, λες κι άλλο βρέφος δεν είχε γεννηθεί στον κόσμο. Εκεί δίπλα η Μαρία εγώ όχι.

Όταν μου τα είπε αυτά η Ειρήνη, έμεινα σιωπηλή. Στο τέλος είπα:

Έπρεπε να είμαι αλλιώς.

Ναι, άραγε, απάντησε εκείνη. Μάλλον.

Δεν ήξερα πώς, αλήθεια.

Το ξέρω, είπε. Αλλά δεν είναι συγχώρεση, ούτε συμφιλίωση. Είναι απλά διαπίστωση. Ξέρει ότι δεν ήξερα. Δεν κάνει τον πόνο μικρότερο, αλλά τον κάνει δικαιολογημένο κάπως.

Τώρα μέναμε μαζί. Έδωσα στην Ειρήνη το μεγάλο δωμάτιο, βάλαμε κούνια που πήραμε από τη Μαργαρίτα, την ακριβή γειτόνισσα που όλοι εμπιστεύονται. Ερχόταν με κατσαρόλες και συμβουλές, τις μισές δεν ζητούσαμε βέβαια, αλλά χέρια χρειάζονταν πάντα.

Είδες τι παιδί; έλεγε, κοιτώντας τον Δημήτρη. «Να φωνάζει θέλουν τα γερά παιδιά, οι ήσυχοι φέρνουν μπελάδες». Τα ίδια μου λεγε όταν γέννησε εγγονή της.

Η Ειρήνη άντεχε την Μαργαρίτα με σφιγμένα δόντια, αλλά δεν την έδιωχνε. Αλήθεια ήταν η Μαργαρίτα ήξερε τι να κάνει με τα μωρά, και μια φορά μάλιστα έφερε μια ανιψιά της που ήταν παιδίατρος.

Εγώ δεν δούλευα πια, η σύνταξη έφτανε για τα βασικά, αρκεί να προσέχαμε. Καμιά φορά με πείραζε η πίεση, ειδικά τον Φλεβάρη, μα προσπαθούσα να μην το λέω στην Ειρήνη· αρκετά της είχαν πέσει πια.

Συνηθίζαμε ξανά η μία την άλλη, αργά και αμήχανα. Το πρωί η Ειρήνη τάιζε τον Δημήτρη, εγώ του έφτιαχνα χυλό, καθόμασταν σιωπηλές στο τραπέζι. Κάποτε η Ειρήνη έλεγε: «Όλη νύχτα κοιμήθηκε, φαντάσου!» ή «Αρχίζει φαγούρα στα μάγουλα, λες να είναι αλλεργία;» Ήταν τα πρώτα λιθαράκια.

Σε κάποια φάση, με πήρε ο Νίκος.

Διάβαζα εφημερίδα όταν χτύπησε το κινητό. Το όνομά του ακόμη εκεί, δεν ξέρω γιατί δεν το είχα σβήσει.

Έλα; είπα.

Βάσω, είμαι εγώ. Η φωνή του δεν ήταν αυτή που θυμόμουν. Πιο κουρασμένη, γερασμένη. Να σε δω γίνεται;

Βρεθήκαμε σε ένα καφέ κοντά στο σπίτι. Ο Νίκος φαινόταν ταλαιπωρημένος. Αδυνατισμένος, μαλλιά άσπρα, μάτια βυθισμένα.

Πήρε τσάι. Ανακάτευε τη ζάχαρη, και τελικά είπε:

Μου βρήκαν πρόβλημα στο πάγκρεας. Θα χειρουργηθώ τον Ιούνιο.

Σιώπησα.

Δεν θέλω συμπόνοια, είπε γρήγορα. Απλώς ήθελα να σε ενημερώσω. Μένω μόνος, οι κόρες μου μεγάλωσαν, η γυναίκα μου… Θα καταλάβεις. Μάλλον ζητούσε μία δικαίωση, κάπου. Ήθελα να σου πω πως είχα άδικο τότε που έφυγα. Ήταν πολύ άσχημο εκ μέρους μου.

Το καταλαβαίνεις τώρα, είπα μονότονα.

Ναι, τώρα. Με κοίταξε. Το σουβλατζίδικο που χω, το πουλάω. Θα βγουν λίγα χρήματα. Θέλω να τα δώσω.

Άφησα το φλιτζάνι μου.

Γιατί.

Χρειάζεστε μεγαλύτερο σπίτι. Άκουσα ότι μένει η κόρη σου με το παιδί. Στενό θα είστε.

Δεν σε αφορά.

Βάσω…

Δική σου υπόθεση, Νίκο. Το κάνεις για σένα. Να ησυχάσεις λίγο.

Δεν διαφώνησε. Το ξερε κι ο ίδιος.

Στον δρόμο του γυρισμού, είδα την άνοιξη πρώτη φορά φέτος. Κάτι πράσινο ξεφύτρωνε στον δρόμο. Δεν με ένοιαζε πλέον για τον Νίκο όπως παλιά όμως ένιωσα κάπως λύπη. Άνθρωποι είμαστε.

Στο σπίτι το είπα στην Ειρήνη.

Και; είπε εκείνη κρατώντας τον Δημήτρη.

Θέλει να δώσει χρήματα.

Όχι, είπε κοφτά.

Ειρήνη…

Μαμά, σε άφησε επειδή δεν γινόταν να κάνετε παιδιά. Σαν να 'ταν μόνο δικό σου το φταίξιμο. Τώρα που δυσκολεύεται, σου προσφέρει λεφτά. Όχι.

Την κοίταξα.

Κι αν τα δεχτώ;

Δεν θα το καταλάβω.

Πολλά δεν κατάλαβες από μένα, είπα ήρεμα. Ούτε από εκείνον. Δεν είναι κακός άνθρωπος απλώς αδύναμος. Οι περισσότεροι έτσι είναι.

Και τον συγχωρείς.

Τον συγχώρησα εδώ και χρόνια, είπα. Δεν είχα λόγο να το πω ως τώρα.

Με κοίταξε μπερδεμένη, θυμωμένη ίσως. Τελικά είπε:

Δικιά σου υπόθεση. Δική σου ζωή.

Τα πήρα τα λεφτά. Όχι τόσο για το σπίτι. Τα χρειαζόμασταν, βέβαια. Αλλά περισσότερο έπρεπε να τα δώσει εκείνος. Ήταν το δικό του ξεκαθάρισμα με τον εαυτό του.

Η Ειρήνη για καιρό μου μιλούσε μόνο τα βασικά. Δεν μάλωσε, ούτε χτύπαγε πόρτες. Απάνταγε μόνο κοφτά. Το ήξερα αυτό το στυλ: έτσι έκανε σαν έφηβη όταν θύμωνε.

Η Μαργαρίτα, μια μέρα φέρνοντας σπανακόρυζο, μας κοίταξε και είπε:

Ίδιες είστε πεισματάρες και κλείνεστε όταν χρειάζεστε κουβέντα.

Μαργαρίτα, σας σέβομαι, αλλά δεν σας αφορά, της πέταξε η Ειρήνη.

Η Μαργαρίτα έβαλε το φαγητό και έφυγε την επόμενη μέρα ήρθε πάλι.

Το καλοκαίρι ο Δημήτρης μεγάλωνε, έβγαλε τα πρώτα δόντια, και κανείς σπίτι δεν κοιμόταν. Η Ειρήνη ετοίμαζε το πτυχίο, εγώ ήμουν με το μωρό όσο διάβαζε. Ήταν μια νέα ισορροπία υπήρχε κάτι καλό σ αυτή, αν και φοβόμασταν να το πούμε.

Τον Οκτώβρη ήρθε γράμμα από τον Νίκο. Κανονικό, χάρτινο, χωρίς αποστολέα. «Εγχείρηση στις δώδεκα Νοεμβρίου. Αν δεν πάει καλά, ευχαριστώ που δεν με κατηγόρησες. Ευχαριστώ που τα πήρες». Τίποτε άλλο.

Το κράτησα, το έβαλα στο συρτάρι.

Η Ειρήνη το είδε. Ρώτησε τί είναι. Της είπα. Έγνεψε, τίποτα παραπάνω.

Και μετά παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Μείναμε μόνες με τον Δημήτρη. Η Μαργαρίτα είχε πάει στην κόρη της, η Μαρία με φώναξε, αλλά είπα όχι. Δεν συμφωνήσαμε να το «γιορτάσουμε», απλά έτυχε: πορτοκάλια, η Ειρήνη έφτιαξε ρώσικη σαλάτα, εγώ έβγαλα μια πίτα από την κατάψυξη. Ο Δημήτρης κοιμήθηκε κατά τις επτά, όπως πάντα.

Στις δέκα, καθίσαμε, ο Δημήτρης κοιμόταν, βλέπαμε τηλεόραση που μιλούσε στο φόντο. Η Ειρήνη έτρωγε, εγώ έπινα τσάι και πάλευα να βρω μια κουβέντα καμιά δεν μου ερχόταν.

Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι.

Του έστειλα μήνυμα, είπε. Όταν γεννήθηκε ο Δημήτρης. Είπα ότι έχουμε γιο.

Κατάλαβα για ποιον μιλάει. Άφησα το φλιτζάνι.

Και;

Δεν απάντησε ποτέ. Με μπλόκαρε κιόλας. Σαν να μην υπήρξα ποτέ, ούτε εγώ ούτε ο Δημήτρης.

Σώπαινα.

Ντρέπομαι, μαμά, είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν στον εαυτό της. Που διάλεξα τέτοιον άνθρωπο, που του έδωσα όλο αυτό. Ντρέπομαι που δεν σου είπα τίποτα τόσο καιρό και τώρα ντρέπομαι που δεν τα καταφέρνω μόνη.

Την κοίταζα και σκεφτόμουν πόσο θα ήθελα να της πω κάτι σοφό. Αλλά τίποτα δεν μου ήρθε, κι έτσι είπα απλώς:

Βλαμμένο. με κοίταξε. Κι εγώ έκανα λάθη. Διάλεξα κι εγώ λάθος. Παντρεύτηκα κάποιον που με την πρώτη δυσκολία έφυγε και το θεώρησα δική μου ευθύνη ως γυναίκα. Κι εγώ έμεινα μόνη. Πήρα μια ανάσα. Μα τότε ήμουν στ αλήθεια μόνη. Χωρίς κανέναν. Εσύ έχεις εμάς. Εμένα και τον μικρό εκεί. Δεν είσαι μόνη, Ειρήνη.

Με κοίταξε. Τρία δευτερόλεπτα ίσως. Μετά στο πρόσωπό της φάνηκε ξαφνικά η κούραση τόσων μηνών.

Σε θύμωσα καιρό, είπε. Γιατί δεν το κατάλαβες, γιατί δούλευες, γιατί πήρες τα χρήματα απ τον Νίκο, γιατί τον συγχώρεσες.

Ξέρω.

Δεν μπορώ να καταλάβω πως τον συγχώρεσες.

Το καταλαβαίνεις, της είπα. Απλώς δεν θες προς το παρόν να το δεχτείς είναι άλλο πράγμα.

Έσκυψε, ύστερα σήκωσε κεφάλι.

Μαμά, λυπάμαι που δεν σε πήρα τηλέφωνο τότε τον Οκτώβρη, που το έμαθα. Που δεν ήσουν εδώ όταν γεννήθηκε ο Δημήτρης. Νόμιζα ότι έκανα το σωστό που τα κρατούσα μέσα μου. Αλλά ήταν εγωισμός, χαζός.

Και εγώ λυπάμαι, είπα. Που έγινα μάνα που φοβήθηκες να ζητήσεις βοήθεια. Ήμουν δίπλα σου αλλά το μυαλό μου στα χαρτιά, πάντα. Είχες δίκιο. Είναι κι αυτό δικό μου λάθος.

Κάναμε σιωπή. Η τηλεόραση γελούσε.

Είναι όμορφος, είπα για τον Δημήτρη.

Είναι. Και λέει η Μαργαρίτα πως μοιάζει με ηθοποιό.

Μα η Μαργαρίτα σ όλους το λέει.

Το ξέρω. Μου αρέσει κι έτσι.

Δεν αγκαλιαστήκαμε, ούτε δάκρυα, ούτε λόγια μεγάλης αγάπης. Μόνο η Ειρήνη σηκώθηκε να βάλει τσάι κι άγγιξε τον ώμο μου. Κι εγώ άγγιξα το χέρι της ένα δευτερόλεπτο μονάχα. Έτσι ήταν.

Φάγαμε μανταρίνια και βλέπαμε φώτα στην τηλεόραση. Ο Δημήτρης ξύπνησε πριν τα μεσάνυχτα από τα πυροτεχνήματα, έκλαψε λίγο, τον πήρε στην αγκαλιά η Ειρήνη. Σταθήκαμε μαζί στο παράθυρο, κοιτάζαμε τον ουρανό που άστραφτε. Ένα χρόνο πριν ήμουν μόνη με μια σύνταξη και τίποτε φοβερό μπροστά. Τώρα είχα την κόρη που μου είπε τελικά την αλήθεια και τον εγγονό που αξιολογούσε σοβαρά τα πυροτεχνήματα.

Ίσως αυτό εννοούν όταν μιλούν για καινούρια αρχή. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, ήσυχα, με μανταρίνια.

Αρχές Μαΐου, η Ειρήνη έδινε πτυχίο.

Πήγα μόνη ο Δημήτρης έμεινε με τη Μαργαρίτα, που ήρθε από το πρωί ντυμένη γιορτινά. Στο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου, μικρό, με μυρωδιά βιβλίων. Ήμασταν δέκα άτομα, επιτροπή στο τραπέζι. Η Ειρήνη στάθηκε στον πίνακα, μπλε φόρεμα που είχαμε διαλέξει μαζί, ίσιωσε τα μαλλιά, άνοιξε ντοσιέ.

Ξεκίνησε να μιλά και κατάλαβα αμέσως: Καλά προετοιμασμένη, δεν διάβαζε, απαντούσε γρήγορα, παρά την ανείπωτη κούραση αυτής της χρονιάς.

Την κοιτούσα το άγριο κορίτσι στη γωνία του ιδρύματος πριν τόσα χρόνια. Τότε δεν ήξερα τι παίρνω σπίτι μου. Απλώς μπήκε στη ζωή μου και ιδού τώρα, στο πτυχίο της, με μωρό στο σπίτι.

Όταν έδωσαν τη βαθμολογία, η Ειρήνη γύρισε και με βρήκε με το βλέμμα. Κάτι ζεστό με έπνιξε στον λαιμό, κατάλαβα πως θα κλάψω. Είχα να κλάψω δεκαπέντε χρόνια. Πήρα μαντίλι, σκούπισα τα μάτια, είπα θα περάσει.

Ύστερα, ήπιαμε καφέ στο καφέ του πανεπιστημίου. Η Ειρήνη έλεγε ποιος τι ρώτησε, εγώ άκουγα είχαμε καιρό να μιλήσουμε έτσι, μάλλον ποτέ δεν το κάναμε.

Το επόμενο πρωί γράμμα από τον Νίκο. Πάλι με το χέρι, χωρίς διεύθυνση. «Η επέμβαση πήγε καλά. Οι γιατροί λένε πως πάνε καλά τα πράγματα. Ευχαριστώ». Τίποτα άλλο.

Η Ειρήνη το άνοιξε αμίλητη.

Νομίζεις πως βελτιώθηκε επειδή τον συγχώρεσες; με ρώτησε.

Δεν ξέρω, απάντησα ειλικρινά. Μπορεί τυχαίο, καλοί γιατροί, τύχη. Ή μήπως δεν ξέρω, Ειρήνη. Δεν ξέρω πώς δουλεύουν αυτά.

Με κοίταξε.

Εσύ δεν πιστεύεις σε τέτοια.

Ποτέ δεν πίστεψα, είπα. Στη ζωή μου ήξερα μόνο νούμερα. Μα, να: όλα αυτά τα χρόνια κρατούσα θυμό για τον Νίκο, ακόμη κι όταν νόμιζα πως τον ξέχασα. Όταν αληθινά τον συγχώρεσα, ένιωσα κάτι να αλλάζει. Ίσως να μην έχει σχέση με την υγεία του μα δεν έχει σημασία πια.

Η Ειρήνη κοίταξε έξω.

Ο Δημήτρης μου χαμογέλασε σήμερα, είπε. Πρώτη φορά, κανονικά. Με κοίταξε, και μου χαμογέλασε αληθινά.

Ένιωσα πάλι το λαιμό μου να γεμίζει.

Σε σένα χαμογέλασε, είπα. Καταλαβαίνει πως τώρα ησύχασες.

Με κοίταξε, κοίταξε τον Δημήτρη που χάζευε το ταβάνι.

Λες;

Το λέω.

Έξω άνοιξη. Πραγματική, με χώμα και χορταράκι, κι ως εδώ, στο κέντρο της Αθήνας, αν ανοίξεις παράθυρο, τη μυρίζεις. Ο Δημήτρης ανασάλευε. Η Ειρήνη πήγε, τον σήκωσε αγκαλιά, κάθισε στο παράθυρο. Της γελούσε ήσυχα, όπως μόνο όποιος εμπιστεύεται.

Oceń artykuł
Μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, κρατώντας στα χέρια της κάτι που κινιόταν.