14 Ιουνίου Ημέρα γεμάτη εκπλήξεις
Εκείνο το βράδυ, είχα φτάσει στα όριά μου. Δούλεψα διπλή βάρδια στο καφέ του πανεπιστημίου της Αθήνας, ετοίμαζα παράλληλα τρεις πτυχιακές εξετάσεις στη διοίκηση επιχειρήσεων, ενώ μέσα σε δύο μέρες είχα καταφέρει να κοιμηθώ συνολικά μόνο λίγες ώρες.
Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν, βγαίνοντας από τη βιβλιοθήκη, είδα ένα μαύρο αυτοκίνητο παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο. Νόμισα ότι ήταν το ταξί που είχα καλέσει μέσω εφαρμογής. Χωρίς να σκεφτώ ιδιαίτερα κι εντελώς εξαντλημένος άνοιξα την πίσω πόρτα και κάθισα στο άνετο κάθισμα.
Το εσωτερικό του αυτοκινήτου ήταν απίστευτα πολυτελές μαλακό δέρμα, μυρωδιά ακριβού αρώματος, απόλυτη ησυχία. Δεν το σκέφτηκα παραπάνω το μόνο που ήθελα ήταν ίσως πέντε λεπτά ξεκούρασης. Έκλεισα τα μάτια, και μέσα σε δευτερόλεπτα κοιμήθηκα σαν πέτρα.
Ξαφνικά, με ξύπνησε μια αντρική φωνή με μια διακριτική ειρωνεία:
Συνηθίζετε να μπαίνετε σε ξένα αυτοκίνητα για να κοιμηθείτε ή σήμερα είχα ιδιαίτερη τύχη;
Σηκώθηκα απότομα και αντίκρισα έναν άνδρα με κοστούμι, βαθιά καστανά μάτια και ένα χαμόγελο στα χείλη.
Πρέπει να σας πω, κοιμόσασταν περίπου είκοσι λεπτά. Και, παρεμπιπτόντως, λίγο ροχαλίζατε.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει. Χάζεψα γύρω μου το ακριβό εσωτερικό με τις ξύλινες επενδύσεις, την οθόνη αφής, το μίνι-μπαρ.
Δεν είστε ο οδηγός μου, έτσι;
Όχι. Είμαι ο ιδιοκτήτης. Με λένε Ανδρέα Παπαδόπουλο.
Το όνομα δεν μου έλεγε κάτι, αλλά είχε εκείνον τον αέρα σιγουριάς των ανθρώπων που έχουν μάθει να διοικούν. Μπιρ μιζέρια άρχισα να απολογούμαι και να ψάχνω το χερούλι της πόρτας.
Είναι αργά, είπε, θα με αφήσετε να σας πάω μέχρι το σπίτι σας;
Το σκέφτηκα λίγο. Ο νυχτερινός Πειραιάς δεν ήταν να τον διασχίζεις μόνος σου τέτοια ώρα. Έγνεψα και ξεκινήσαμε.
Στη διαδρομή, μου έπιασε κουβέντα για τη ζωή μου για τη σχολή, τη δουλειά, την κούραση. Με διέκοψε ήρεμα:
Δεν μπορεί να ζεις έτσι. Θα καταρρεύσεις.
Όταν φτάσαμε στην πολυκατοικία μου στην Καλλιθέα, μου πρόσφερε ξαφνικά μια απρόσμενη ευκαιρία:
Ψάχνω προσωπικό βοηθό, να βάλει πρόγραμμα στη ζωή και τα ραντεβού μου. Φιλική ωράριο, πολύ καλός μισθός. Φαίνεται ότι σου ταιριάζει πολύ περισσότερο από τις βάρδιες στα καφέ.
Δεν θέλω να με λυπάστε, είπα σχεδόν με νεύρα.
Δεν είναι λύπηση. Είναι πρόταση για δουλειά.
Πήρα την επαγγελματική του κάρτα διστακτικά. Όταν είπα στην κολλητή μου, τη Δάφνη, ποιος ήταν, λίγο έλειψε να λιποθυμήσει. Ο Ανδρέας Παπαδόπουλος ένας από τους κορυφαίους επιχειρηματίες στην Ελλάδα!
Πέρασαν τρεις μέρες γεμάτες αμφιβολίες. Όμως, όταν έφτασε η ώρα να πληρώσω το ενοίκιο και τα 200 ευρώ έλειπαν, παράτησα τους δισταγμούς και τον πήρα τηλέφωνο.
Πότε μπορείτε να ξεκινήσετε; με ρώτησε απλά.
Αύριο, του απάντησα.
Το σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό φάνταζε βγαλμένο από κινηματογραφικό σκηνικό φως, γυαλί, κήπος που σου έκοβε την ανάσα. Ο μισθός ήταν πάνω από κάθε προσδοκία μου. Πολύ γρήγορα κατάλαβα πως δεν βρισκόμουν εκεί τυχαία.
Σε διαλέξαμε επειδή είσαι ικανός και οργανωτικός, μου είπε κάποια στιγμή. Έναν τέτοιο άνθρωπο θέλω δίπλα μου.
Από εκείνη τη στιγμή, άρχισαν όλα να αλλάζουν. Κι ενώ στην αρχή είχα άγχος, η καθημερινότητα γρήγορα απέκτησε ρυθμό. Οργάνωσα τα ραντεβού, βελτίωσα τις μετακινήσεις του, έβαλα σε τάξη τις δουλειές. Ο Ανδρέας μου άφησε σιγά σιγά όλο και περισσότερη ευθύνη. Μεταξύ μας γεννήθηκε αμοιβαίος σεβασμός σιωπηρός, χωρίς επιδείξεις.
Σε ένα επαγγελματικό δείπνο, όταν ένιωσε το νευρικό μου βλέμμα μέσα στη γεμάτη αίθουσα, μου ακούμπησε διακριτικά την πλάτη έτσι απλά, σαν στήριξη. Τότε κατάλαβα πως ίσως τα αισθήματά μου ξεπερνούσαν το όριο του επαγγελματικού.
Δύο μήνες μετά, έλαβα ένα μέιλ: πρόσκληση για ετήσιο πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών στη Βιέννη, με υποτροφία. Το όνειρό μου.
Πότε θα φύγεις; με ρώτησε στην κουζίνα, ένα απογευματινό.
Σε τρεις μήνες.
Έμεινε σιωπηλός για λίγο.
Θα μπορούσα να σου ζητήσω να μείνεις. Αλλά δεν θα σε σεβόμουν αν το έκανα. Θέλω να κυνηγήσεις όνειρά σου.
Εκείνη τη νύχτα, καθώς με άφηνε σπίτι μου, μου είπε:
Σε αγαπώ.
Κι εγώ, του ψιθύρισα.
Τότε να φύγεις. Να πετύχεις κι άλλο. Θέλω να είσαι δυνατός, όχι να εξαρτάσαι από μένα.
Ο χρόνος πέρασε σαν νερό. Γυρίζοντας στην Αθήνα, τον βρήκα να με περιμένει μόνος στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» χωρίς σωματοφύλακες και φανφάρες.
Ελπίζω αυτή τη φορά να έλεγξες σωστά ποιο αυτοκίνητο μπήκες, είπε γελαστός.
Αυτή τη φορά σιγουρεύτηκα.
Πήρε τη βαλίτσα μου.
Αγόρασα διαμέρισμα στην Κηφισιά.
Στάθηκα έκπληκτος.
Για εμάς.
Γονάτισε μπροστά μου, χωρίς κοινό και κάμερες.
Μανώλη Μανιάτη, θες να φτιάξουμε μαζί το μέλλον μας;
Ναι, του είπα.
Σήμερα τελείωσα το πανεπιστήμιο και άνοιξα δική μου συμβουλευτική επιχείρηση. Ο Ανδρέας συνεχίζει να διευθύνει τις δικές του εταιρίες, αλλά τώρα είμαστε πια ισότιμοι σε όλα.
Καμιά φορά, καθώς μπαίνω στο αυτοκίνητό του τα βράδια, χαμογελάει:
Θες να ελέγξεις τον αριθμό κυκλοφορίας;
Άμα είσαι εσύ μέσα, μπορώ να ξανακοιμηθώ, του απαντώ.
Και τώρα, δεν ήταν τυχαίο ήταν επιλογή.
Η ζωή, τελικά, σου χαρίζει ευκαιρίες ακόμα κι όταν είσαι εξουθενωμένος. Το σημαντικό είναι να έχεις το θάρρος να τις δεις και να τις αδράξεις.






