Μια υπέροχη σκέψη… σε αφήνει άφωνο

7 Ιουνίου

Σήμερα θέλω να καταγράψω κάτι που άλλαξε για πάντα τη ζωή μου και τη ματιά μου στη ζωή και την αγάπη. Πολλές φορές ένιωθα ότι ο γάμος μου με τον Δημήτρη είχε βαλτώσει, κάθε μέρα ένα αδιάκοπο μαράζι, μια κρυφή πικρία που εδραιωνόταν ανάμεσά μας. Εδώ και μήνες, δεν μιλούσαμε ουσιαστικά. Εκείνος κοιμόταν στον καναπέ, εγώ ούτε που μαγείρευα πια για εκείνον. Το μόνο που έκανε το πρωί ήταν να σιδερώνει το πουκάμισό του για τη δουλειά του, πριν φύγει βιαστικά από το σπίτι.

Όλα αυτά άλλαξαν μια βραδιά, όταν πέρασα μια σοβαρή ανακοπή καρδιάς και έφτασα στην άκρη του κόσμου μας. Βρέθηκα ενάντια στο φως, μπροστά σε έναν άγγελο που μου είπε ήρεμα πως τα καλά και τα άσχημά μου στα ζύγια της ζωής δεν έφταναν για να μπω στον Παράδεισο. Μου έδωσε, όμως, μια δεύτερη ευκαιρία να επιστρέψω στη γη για λίγες μέρες και να ολοκληρώσω μερικές καλές πράξεις που μου έλειπαν.

Γύρισα στο σπίτι, αλλά ο Δημήτρης όπως πάντα δεν μου μίλησε. Η απόσταση μεταξύ μας βαθειά, αγιάτρευτη. Σκέφτηκα μέσα μου: «Ήρθε η ώρα να αλλάξω κάτι εγώ πρώτη». Όταν έφυγε για τη δουλειά, μάζεψα όλα τα ρούχα του, τα έπλυνα, τα σιδέρωσα με φροντίδα, ετοίμασα μακαρόνια με κιμά το αγαπημένο του φαγητό, άναψα κεριά και έβαλα λουλούδια φρέσκα στο τραπέζι. Άφησα ένα σημείωμα στον καναπέ:

«Πιστεύω πως θα ήταν πιο άνετο να κοιμηθείς στο κρεβάτι μας. Το κρεβάτι που φέραμε τα παιδιά μας στον κόσμο από αγάπη, που τόσες νύχτες μας αγκάλιαζε καθώς διώχναμε τους φόβους μας. Η αγάπη αυτή περιμένει ακόμα για εμάς. Αν μπορείς να συγχωρέσεις τα λάθη μου, έλα να συναντηθούμε εκεί.
Με αγάπη,
Η γυναίκα σου»

Μόλις τελείωσα το γράμμα και έγραψα «Αν μπορείς να συγχωρέσεις τα λάθη μου», εκνευρίστηκα. «Μήπως έχω τρελαθεί; Να του ζητήσω εγώ συγγνώμη; Αυτός ερχόταν συνέχεια νευριασμένος στο σπίτι μετά την απόλυση από το εργοστάσιο, δεν έβρισκε άλλη δουλειά. Εγώ τα έβγαζα πέρα με τα λίγα μας χρήματα, ανεχόμουν την πίκρα του, μετά άρχισε να πίνει, να φωνάζει στα παιδιά που απλώς ήθελαν να παίξουν. Μου φώναζε όταν του έλεγα πως έτσι δε θα βγάλουμε άκρη. Τα έκανε όλα στάχτη κι εγώ πρέπει να ζητήσω συγγνώμη;»

Με θυμό, ξέσκισα το πρώτο γράμμα. Τότε άκουσα ξανά τη φωνή του αγγέλου: «Μερικές πράξεις ακόμα και θα βρεις τον Παράδεισο. Αλλιώς, δεν θα μπεις ποτέ εκεί». Κάθισα ήρεμα αναρωτήθηκα, αξίζει;

Άρχισα να γράφω ξανά αυτή τη φορά με ειλικρινή καρδιά:

«Τότε δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν έβλεπα τον φόβο σου όταν έχασες τη δουλειά σου ύστερα από τόσα χρόνια ασφάλειας. Σίγουρα φοβήθηκες. Θυμάμαι τα όνειρά σου για τη σύνταξη, πόσα ήλπιζες να κάνουμε. Θα μπορούσα να σε βοηθήσω να τα κυνηγήσουμε, όχι να σε πιέζω να δουλέψεις ως ταξιτζής, που τόσο σιχαινόσουν.

Θυμάμαι το βράδυ που έσκισα τα ερωτικά σου γράμματα και έκαψα τους πίνακές σου επειδή νευρίαζα που κλεινόσουν και ξόδευες χρήματα στα πινέλα ή μου έγραφες ποιήματα. Θα έπρεπε να σου σταθώ, να πουλήσουμε τους πίνακες ήταν τόσο όμορφοι. Κι εγώ τρόμαζα. Μόνο όταν είχες δουλειά ένιωθα ασφάλεια. Δεν είδα ποτέ το δικό σου πόνο.
Συγχώρεσέ με, Δημήτρη μου. Από σήμερα θα είναι όλα αλλιώς. Σ αγαπώ.»
Με αγάπη,
Η γυναίκα σου»

Όταν ο Δημήτρης γύρισε, ένιωσε αμέσως τη διαφορά: μοσχοβολούσε το σπίτι, τα κεριά αναμμένα, η μουσική που του αρέσει και το σημείωμά μου εκεί. Βγήκα από την κουζίνα με το ταψί κι αντίκρισα έναν άντρα που έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Τον αγκάλιασα σφιχτά. Καμία λέξη δεν χρειάστηκε. Μείναμε έτσι, κλαίγοντας και οι δύο. Με σήκωσε στα χέρια του, με πήγε στο κρεβάτι. Εκεί η αγάπη ξαναγεννήθηκε όπως παλιά.

Φάγαμε μαζί, γελούσαμε με αναμνήσεις από τα παιδιά και τη ζωή μας. Αργότερα, ενώ καθάριζα την κουζίνα, είδα από το παράθυρο τον άγγελο να στέκεται στον κήπο. Ξαφνικά έτρεξα έξω δακρυσμένη:
Σε παρακαλώ, άγγελέ μου, άσε με να μείνω λίγο ακόμα. Θέλω να του ξαναδώσω το χάρισμα της ζωγραφικής, να αναστήσω όλα όσα έχασα. Σου υπόσχομαι, σύντομα θα είναι ευτυχισμένος. Μετά θα έρθω μαζί σου.
Κι εκείνος μου είπε:
Δεν χρειάζεται να σε πάρω πουθενά. Είσαι ήδη στον Παράδεισο. Τον αξίζεις. Να θυμάσαι μόνο την κόλαση που έζησες και πως ο Παράδεισος, συνήθως, είναι πολύ πιο κοντά απ όσο νομίζουμε.

Τότε άκουσα τον Δημήτρη να φωνάζει από μέσα:
Μαρία μου, κρυώνω, έλα για ύπνο. Αύριο ξημερώνει καινούρια μέρα.
Και σκέφτηκα μέσα μου:
Ναι δόξα τω Θεώ, αύριο θα είναι μια νέα μέρα.

Για στοχασμό:

Εσύ που γκρινιάζεις για όσα δεν έχεις σκέφτηκες ποτέ πόσα δίνεις εσύ ο ίδιος;
Εσύ που πονάς σκέφτηκες ποτέ πόσο πόνο σκορπάς στους γύρω σου;
Εσύ που κατηγορείς τους άλλους για άγνοια έχεις ποτέ κρίνει τη δική σου;
Εσύ που καταδικάζεις τα λάθη βλέπεις τα δικά σου;
Εσύ που λες πως είσαι ειλικρινής φίλος είσαι άραγε ειλικρινής με σένα;
Εσύ που διαμαρτύρεσαι για την έλλειψη βλέπεις πόσα έχεις ήδη;
Εσύ που κριτικάρεις τον κόσμο έκανες ποτέ κάτι για να τον αλλάξεις;
Εσύ που ονειρεύεσαι τον Παράδεισο έκανες τίποτα να γλυκάνεις την κόλαση γύρω σου;
Εσύ που λες πως είσαι ταπεινός είσαι όπως λες;
Εσύ που καταδικάζεις το κακό απλώνεις το καλό;
Εσύ που βλέπεις γύρω σου αδιαφορία εκδηλώνεις αγάπη;
Εσύ που φοβάσαι τη φτώχεια συντηρείς σωστά αυτά που έχεις;
Εσύ που σε πληγώνουν τα αγκάθια φύτεψες ποτέ τριαντάφυλλα;
Εσύ που φοβάσαι το σκοτάδι άναψες ένα φως;
Εσύ που νοιάζεσαι μόνο για σένα φρόντισες άλλον άνθρωπο;
Εσύ που νιώθεις μικρός δοκίμασες να προχωρήσεις και να μεγαλώσεις;
Εσύ που φοβάσαι τη μοναξιά έδωσες συντροφιά σε κάποιον άλλον;
Εσύ που φοβάσαι την ασθένεια φρόντισες τον εαυτό σου;
Εσύ που επιθυμείς ειρήνη πάλεψες να διώξεις έστω έναν καβγά;

ΜαρίαΧαμογέλασα, σκούπισα τα δάκρυά μου, κι ένιωσα πως κάθε κύτταρο της καρδιάς μου είχε πλημμυρίσει φως. Τράβηξα τη βαριά πόρτα της κουζίνας και μπήκα ξανά μέσα στο ζεστό μας σπίτι, εκεί που το παρελθόν και το μέλλον συναντιούνταν μπροστά στο τραπέζι με το μισοτελειωμένο κρασί και τα λουλούδια που μοσχοβολούσαν συγχώρεση. Ο Δημήτρης με κοίταξε όπως τότε που πρωτογνωριστήκαμεσαν να έβλεπε μέσα μου κάθε όνειρο που θάψαμε, κάθε χαρά που ξεχάσαμε να ζήσουμε.

Ξάπλωσα δίπλα του και ένιωσα τα χέρια του γύρω μου σαν ρίζες παλιές, γερές και προστατευτικές. Έκλεισα τα μάτια και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι, από εδώ και πέρα, θα βλέπω τους παραδείσους πίσω από το καθημερινό, στο χαμόγελο του άντρα μου, στα μάτια των παιδιών μας, στις μικρές αγκαλιές πριν το ξημέρωμα. Γιατί καμιά φορά, ο παράδεισος δεν μας περιμένει μετά το τέλος. Είναι η ευκαιρία να ξαναρχίσουμε, να ζήσουμε αληθινά, να κρατηθούμε από εκείνους που αγαπάμεκαι να πούμε έστω για μια στιγμή: «Εδώ είναι ο Παράδεισός μουδίπλα σου, τώρα.»

Κι έτσι αποκοιμήθηκα ήσυχα για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ψιθυρίζοντας στο μισοσκότεινο δωμάτιο:
«Ευχαριστώ για τη δεύτερη ευκαιρία.»

Oceń artykuł
Μια υπέροχη σκέψη… σε αφήνει άφωνο