Εργαζόμουν στο καφέ «Στην Όχθη» ήδη έξι χρόνια. Ήξερα όλους τους τακτικούς πελάτες με το μικρό τους όνομα, τα συνηθισμένα τους πιάτα και τις ιδιοτροπίες τους.
Όμως εκείνη τη Τετάρτη το μεσημέρι μπήκε κάποιος που δεν είχα ξαναδεί ποτέ ένας ηλικιωμένος άντρας, με φθαρμένο σακάκι και μια μικρή πάνινη τσάντα. Διάλεξε ήσυχα ένα τραπέζι στη γωνία, κάθισε αργά και άνοιξε ένα παλιό πορτοφόλι.
Τον παρατηρούσα διακριτικά καθώς άδειαζε μια χούφτα κέρματα και τα μετρούσε με τρεμάμενα δάχτυλα.
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Όταν πήγα να του πάρω παραγγελία, μου είπε σιγανά:
«Μόνο έναν καφέ παρακαλώ. Δεν μπορώ να πληρώσω κάτι άλλο.»
Έγνεψα καταφατικά και απομακρύνθηκα, μα μέσα μου κάτι ράγισε. Κάποιος της ηλικίας του δεν έπρεπε να διαλέγει ανάμεσα στην πείνα και την αξιοπρέπεια.
Πλησίασα στο ταμείο, έβγαλα από τη δική μου τσέπη πέντε ευρώ και πλήρωσα ένα πιάτο ζεστή φασολάδα και ένα τοστ γαλοπούλα για εκείνον δεν είπα τίποτα σε κανέναν.
Όταν του έφερα το φαγητό, σήκωσε τα μάτια του ξαφνιασμένος.
«Δεν το παρήγγειλα εγώ αυτό», μου είπε.
«Είναι κερασμένο από το μαγαζί», του απάντησα ήσυχα.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Σας ευχαριστώ Μου θυμίζετε κάποιον από παλιά.»
Έφαγε αργά, δοκιμάζοντας κάθε μπουκιά με ευγνωμοσύνη. Πριν φύγει, στάθηκε μπροστά στον πάγκο δίπλα στο ταμείο. Στο χαρτί του λογαριασμού του είχα γράψει το τηλέφωνο του καφέ ποτέ δεν ξέρεις αν μπορεί να χρειαστεί βοήθεια.
«Σήμερα με σώσατε», μου ψιθύρισε.
Χαμογέλασα, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Δύο ώρες μετά, ακούστηκε το καμπανάκι της πόρτας, αυτή τη φορά απότομα. Μπήκαν δυο αστυνομικοί.
«Συγγνώμη, γνωρίζετε αυτόν τον άνθρωπο;»
Μου έδειξαν μια φωτογραφία. Ήταν εκείνος.
Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό.
«Τι συνέβη; Είναι καλά;» ρώτησα.
Οι αστυνομικοί αντάλλαξαν μια ματιά.
«Τον βρήκαμε στη Μαρίνα», είπε προσεκτικά ο ένας.
«Έφυγε από τη ζωή πρόσφατα.»
Έβαλα το χέρι στο στόμα από την ταραχή.
«Μα ήταν εδώ μόλις πριν λίγο»
Ο αστυνόμος έγνεψε.
«Στην τσέπη του βρήκαμε την απόδειξή σας. Τη διεύθυνση του μαγαζιού και τον αριθμό τηλεφώνου. Μάλλον ήσασταν ο τελευταίος άνθρωπος που του μίλησε.»
Μου έδωσε ένα διπλωμένο χαρτί.
Τα χέρια μου έτρεμαν όταν το άνοιξα.
Με καλλιγραφικά γράμματα έγραφε:
«Στον καλό σερβιτόρο:
Ευχαριστώ που σήμερα με αντιμετωπίσατε σαν άνθρωπο.
Μου δώσατε μια ζεστασιά που μου έλειπε.
Τώρα μπορώ να φύγω ήσυχος.»
Έκλαψα. Όχι από ενοχή αλλά από τη συνειδητοποίηση ότι μια απλή πράξη καλοσύνης
ίσως να είναι το τελευταίο φως στη ζωή κάποιου άλλου.
Οι αστυνομικοί έμειναν σιωπηλοί. Τελικά ο ένας είπε:
«Δεν είχε κανέναν δικό του. Τυχερός που σας βρήκε σήμερα.»
Κράτησα το σημείωμα σφιχτά στο στήθος μου.
Από εκείνη τη μέρα, φροντίζω κάθε βάρδια να πληρώνω ένα γεύμα για κάποιον που δεν γνωρίζω.
Όχι από οίκτο
αλλά από αγάπη για έναν άνθρωπο που γνώρισα για μία ώρα
κι όμως με άλλαξε για πάντα.






