Η μύγα στο παράθυρο βούιζε λεπτά και διαπεραστικά. Ο Γιάννης άνοιξε τα μάτια του. Μια ηλιαχτίδα γλιστρούσε απαλά πάνω στο μαξιλάρι και τη μύτη του. Χαμογέλασε και τεντώθηκε γλυκά. Κάτω από το πάπλωμα ήταν ζεστά και άνετα. Έπρεπε να σηκωθεί, μα δεν ήθελε με τίποτα!
-Μαμά… ψιθύρισε διστακτικά. Κι ύστερα πιο δυνατά: -Μαμάαα!
Η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιο, καθώς σκούπιζε τα χέρια της στην ποδιά της.
-Ξύπνησες; Τι φωνάζεις πρωί-πρωί; είπε χαμογελώντας, έσκυψε προς το κρεβάτι και τον φίλησε τρυφερά στη μικρή του μύτη.
-Καλημέρα, αγόρι μου! Σήκω, ζουζουνάκι!
Ο Γιάννης έπιασε τη μαμά του από τον λαιμό. Μύριζε γάλα, ψωμί και κάτι ακόμα νόστιμο και οικείο. Παλιά, όταν ζούσαν στην Αθήνα, τον ξυπνούσε ο πατέρας του για το νηπιαγωγείο. Κάνανε μαζί γυμναστική, βουρτσίζανε δόντια, πιτσιλούσαν νερό και γελούσαν, ενώ η μαμά τους μάλωνε και τους βιαζόταν. Αλλά όλα άλλαξαν…
Μια μέρα ο πατέρας του δεν πήγε να τον πάρει από το νηπιαγωγείο κι ο μικρός έμεινε εκεί με τον επιστάτη ως αργά το βράδυ. Η μαμά ήρθε πολύ αργά, με το πρόσωπο κατακόκκινο από τα δάκρυα, και του είπε πως ο μπαμπάς δεν θα ξαναέρθει και πως τώρα εκείνος ήταν ο άντρας του σπιτιού. Τι ακριβώς έγινε, ο Γιάννης δεν ήξερε, αλλά αργότερα άκουσε πως ο μπαμπάς του σκοτώθηκε σε ξένο αυτοκίνητο. Εξαιτίας εκείνου του αυτοκινήτου, οι κακοί άνθρωποι πήραν το σπίτι τους. Πολύ σύντομα έφυγαν από την πόλη και πήγαν σε χωριό, στη γιαγιά.
Το χωριό ήταν μεγάλο, απλωμένο σε μια ρεματιά και τέλειωνε εκεί που άρχιζε το δάσος. Στην άκρη του δάσους ζούσε η γιαγιά Άννα, και τώρα έμεναν εκεί κι εκείνοι. Παππού δεν είχε. Είχε πεθάνει όταν ο Γιάννης ήταν ακόμα μωρό, εξ ου και στην οικογένειά τους ο μόνος άνδρας ήταν εκείνος!
Η γιαγιά και η μαμά δούλευαν στη φάρμα. Τώρα ήξερε, η φάρμα είναι ένα μεγάλο σπίτι όπου ζουν γουρούνια, αγελάδες, ακόμα και άλογα. Η μαμά του τού τα είχε δείξει όλα, καθώς τον έπαιρνε μαζί της στη δουλειά. Δεν του άρεσε εκεί, γιατί μύριζαν άσχημα. Έκλεινε τη μύτη του, κι η μαμά με τη γιαγιά γελούσαν…
Ο μικρός φόρεσε γρήγορα τις κρύες παντόφλες και έτρεξε έξω με τις πυτζάμες του για τουαλέτα. Το κυριακάτικο πρωινό του Αυγούστου χάιδεψε το επτάχρονο αγόρι με τη δροσιά του. Ρίγησε λίγο. Εδώ κι εκεί ακουγόντουσαν οι πετεινοί. Κάπου μακριά τσακώνονταν τα σκυλιά, γαύγιζαν δυνατά και στριγκλίζανε. Η γιαγιά βγήκε από την αποθήκη γκρινιάζοντας:
-Πάλι κάποιος άνοιξε λαγούμι στις κότες… τι, μπήκε καμιά λυκοσκύλα πάλι;
«Σε λίγο μπαίνει το φθινόπωρο», σκέφτηκε ο Γιάννης θλιμμένα. «Άντε να αρχίσει το σχολείο» Η καρδιά του χτύπησε χαρούμενα στη σκέψη αυτή. Προετοιμάστηκαν με τη μαμά για το σχολείο: καινούριο σχολικό σακίδιο – πανέμορφο! Και έμαθε να διαβάζει αυτό το καλοκαίρι. Γράμματα ακόμα όχι τόσο καλά…
Για πρωινό είχε κουάκερ και τηγανίτες.
-Γιάννη, με τη γιαγιά είπαμε σήμερα να πάμε για μανιτάρια. Θα έρθεις ή είσαι ακόμα μικρούλης; ρώτησε η μαμά πονηρά και έκλεισε το μάτι στη γιαγιά.
-Φυσικά και έρχομαι! είπε ο Γιάννης με το στόμα γεμάτο ζεστή τηγανίτα και κρύο γάλα.
Άρχισαν την εκδρομή κατά το μεσημέρι. Το δάσος τους υποδέχτηκε με δροσιά. Ήταν τέλη Αυγούστου, μα όλα ήταν ακόμα πράσινα. Ο Γιάννης έβρισκε παντού μανιτάρια, μα η μαμά του έδειχνε ποια είναι τρώγονται και ποια είναι τοξικά. Περπάτησαν ώρα πολλή. Η γιαγιά απομακρύνθηκε και δεν απαντούσε στο «γιαγιά!» της μαμάς.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει, όταν η μαμά είπε πως έπρεπε να γυρίσουν σπίτι. Το καλάθι και οι σακούλες ήταν γεμάτα ό,τι απλόχερα έδινε το δάσος. Ο κουβάς του Γιάννη όλο και βάραινε, αλλά δεν παραπονιόταν. Ήταν άντρας! Έπρεπε να βγούνε από το δάσος, αλλά πού ήταν ο δρόμος; Η μαμά άρχισε να ανησυχεί. Μάλλον είχαν χαθεί.
-Γιάννη, μην μένεις πίσω! Δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Πήγαν από τη μια, βρήκαν έλος· από την άλλη, έπεσαν σε μπερδεμένες ρίζες, γύρισαν πίσω. Το δάσος τούς είχε τυλίξει. Φώναζαν τη γιαγιά, αλλά το φύλλωμα έτριζε τόσο δυνατά που τίποτα δεν ακουγόταν. Η μαμά κάθισε στο χορτάρι χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Πέρασαν περίπου πέντε λεπτά. Ξαφνικά, πίσω τους ακούστηκε ξερό σπάσιμο από κλαδιά. Ανάμεσα στους θάμνους παρουσιάστηκε… μια στρίγγλα. Αληθινή! Η μαμά πετάχτηκε τρομαγμένη όρθια.
Ο Γιάννης πάγωσε. Η γριά, σχεδόν γονατιστή από την καμπούρα, άφησε ένα δεμάτι ξύλα κάτω και προχώρησε μπροστά.
-Τι, τρομάξατε; Μη φοβάστε, δεν τρώω πια μικρά αγόρια! σιγογέλασε, και ο γαμψός της μύτης με τις ελιές κινιόταν αστεία.
-Χαθήκατε, ε; ποιες είστε; Της Νίκης είσαστε; Ρώτησε ή μάλλον το πέταξε, και πριν προλάβουν ν απαντήσουν, ξανασήκωσε τα ξύλα και περπάτησε μπροστά. Ρίχνοντας ένα βαρύ βλέμμα πίσω της, τους είπε:
-Τι κάθεστε; Ελάτε μαζί μου!
Η μαμά με τον Γιάννη, μάζεψαν τα μανιτάρια και υπάκουα την ακολούθησαν. Η γριά περπατούσε σίγουρα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο με το σώμα της μέσα στο χορτάρι. Ξαφνικά φάνηκε ξέφωτο. Μπροστά αυτούς ήταν το χωριό τους. Στην άλλη άκρη της πλαγιάς φάνηκε η γιαγιά Άννα. Η στρίγγλα γέλασε με τη βραχνή φωνή της, χαιρέτησε, και σκυφτή κάτω από το βάρος της πήρε το δρόμο προς το χωριό.
-Σας ευχαριστούμε, ψέλλισε αμήχανα η μαμά, μα η γριά ούτε καν γύρισε, μόνο έκανε νόημα με το χέρι και έφυγε γρήγορα για το χωριό.
Η γιαγιά ήρθε κοντά.
-Μαμά, πού ήσουνα τόση ώρα! της φώναξε απελπισμένη η μαμά. Χαθήκαμε. Καλή που μας έβγαλε η γριά!
-Ναταλία, πώς κατάφερες να χαθείς τόσο κοντά στο σπίτι; Εδώ μεγάλωσες!
-Γιαγιά, στ αλήθεια αυτή ήταν στρίγγλα σαν τις ιστορίες; ρώτησε ο σοκαρισμένος Γιάννης.
-Όχι παιδί μου, ήταν η Χαρίκλεια! Άσχημη, παράξενη, σαν μάγισσα. Μα στρίγγλα όχι και τόσο.
Το βράδυ, στο τραπέζι, ο Γιάννης ρώτησε ξαφνικά:
-Γιαγιά, γιατί τη φωνάζουν όλοι Χαρίκλεια;
-Δεν ξέρω ακριβώς… από μικρή τη φωνάζανε έτσι. Ήταν παχύ παιδάκι. Πολύ εύπορη η οικογένειά της. Έβγαινε με ψωμί και φέτα και το έτρωγε στο παγκάκι. Η μαμά της της άλειφε βούτυρο στο ψωμί, έριχνε ζάχαρη από πάνω. Τα άλλα παιδιά τη ζήλευαν, αλλά αυτή δε χάριζε σε κανέναν. Έμεινε χωρίς φίλους. Μεγαλώνοντας έγινε πιο νορμάλ, αλλά έμεινε το παρατσούκλι.
-Σαν κορίτσι γνώρισε έναν τύπο, τον Μιχάλη, τρακτερά. Λίγο μικρότερός της. Παντρεύτηκαν, έκανε γιο. Όταν το αγόρι ήταν 8 χρονών, έπαιζε στα ξύλα στη ρεματιά. Το παρασυρε το νερό, χάθηκε κάτω από τα κορμούς. Τον βρήκαν μέρες μετά. Η Χαρίκλεια έπαθε σοκ. Ο άντρας της ήπιε και χάθηκε κι αυτός στα χιόνια το χειμώνα γυρνώντας σπίτι. Από τότε η Χαρίκλεια έμεινε μόνη της, περίεργη, μισάνθρωπη, αλλά βοηθάει όποιον πάει σε αυτή, μαζεύει χόρτα. Πενήντα χρόνια ζει μοναχή, μόνο με μια κατσίκα.
Η γιαγιά σώπασε. Η μαμά καθάριζε το τραπέζι.
-Η μοίρα σπάνια χαρίζεται σε κάποιον, είπε σκεφτικά η μαμά. Ο Γιάννης ένιωσε μια ξαφνική συμπόνοια για τη Χαρίκλεια.
Ο Σεπτέμβρης ήταν ηλιόλουστος και καθαρός. Τα πρωινά δροσερά, μα τις μέρες ζεστός ακόμα, σαν καλοκαίρι. Ο αέρας γάργαρος. Το δάσος άλλαζε σιγά σιγά. Ο Γιάννης πήγαινε ήδη σχολείο δεύτερη εβδομάδα. Ποτέ δεν θα ξεχάσει την πρώτη του μέρα στο σχολείο, τη δασκάλα του, την κυρία Μαργαρίτα, που τον κράτησε από το χέρι στην τάξη επειδή ήταν ο πιο μικρόσωμος κι ήταν πρώτος στη σειρά.
Βαθμούς δεν έβαζαν στους πρωτάκια, αλλά η κυρία Μαργαρίτα συνέχεια τον επαινούσε γιατί προσπάθησε πολύ· μόνο του έλειπαν εξάσκηση στο γράψιμο. Γνώρισε δύο παιδιά απ τη γειτονιά του, τον Νικόλα και τον Πέτρο, που ήταν στη δευτέρα. Πήγαιναν μαζί σπίτι όταν τέλειωναν το μάθημα. Το σχολείο ήταν στην άλλη άκρη του χωριού. Τα παιδιά του έδειξαν το γρήγορο μονοπάτι, που περνούσε μέσα από το ακαλλιέργητο χωράφι και τον κήπο της Χαρίκλειας. Καμιά φορά, η γιαγιά ή η μαμά τον περίμεναν μετά το σχολείο.
Εκείνη τη μέρα στάθηκε τυχερός. Η δασκάλα έβαλε δυο κόκκινα αστέρια στο τετράδιό του και τον έγραψαν στη βιβλιοθήκη. Πήρε ένα βιβλίο, «Η Μαγική Λέξη». Ήταν χαρούμενος βγαίνοντας. Ο Νικόλας και ο Πέτρος είχαν ένα ακόμη μάθημα, οπότε ο Γιάννης πήρε μόνος τον δρόμο του. Τα χόρτα γεμάτα σκουπίδια, έπρεπε να προσέχει πού πατάει.
Ξάφνου άκουσε παράξενους ήχους. Σήκωσε το βλέμμα. Απέναντί του στέκονταν μια αγέλη σκυλιών. Ήταν πολλά. Ο Γιάννης πήγε να γυρίσει, αλλά ήταν αργά. Τα σκυλιά τον περικύκλωσαν. Το μεγαλύτερο πλησίασε, έσκυψε το κεφάλι και του έδειξε τα δόντια του. Ο Γιάννης φώναξε – δεν άκουγε τη φωνή του. Το σκυλί όρμησε. Προσπάθησε να καλυφτεί με τη σάκα, αλλά το αγριεμένο ζώο την άρπαξε και άρχισε να τη σπαράζει στο χώμα.
Το αγόρι έπεσε, προσπαθώντας να προστατευτεί. Κάποια δόντια καρφώθηκαν στο ώμο του και λιποθύμησε. Δεν πρόλαβε να δει την καμπουριασμένη Χαρίκλεια να τρέχει με φτυάρι από τον κήπο της. Πήδηξε τη μάντρα και χτυπούσε τα θεότρελα σκυλιά. Εκείνα τα χαν χαμένα μα ήταν πολλά και είχαν μυρίσει αίμα. Περικύκλωσαν αυτή και το παιδί, ετοιμάστηκαν να χτυπήσουν. Η γριά φώναζε, η φωνή της σκέπαζε τον ήχο των σιδερένιων χτυπημάτων. Το μεγάλο σκυλί πήδηξε στη καμπούρα της, δάγκωσε τον λαιμό της. Πριν τα χάσει, η Χαρίκλεια έπεσε πάνω στον Γιάννη, τον σκέπασε με το σώμα και τη φούστα της…
Εκείνη την ώρα στο χωριό όλοι ήταν στις δουλειές. Δύο άντρες επέστρεφαν με το αγροτικό από τη Λαμία, φέρνοντας ζωοτροφές και εμβόλια. Πλησιάζοντας στη συνοικία, είδαν κίνηση στα χόρτα, γαβγίσματα.
-Στέλιο, γύρνα προς τον κήπο της Χαρίκλειας, είπε ο οδηγός.
Έστριψαν και πλησίασαν. Η σκηνή τούς πάγωσε. Τα σκυλιά σε θέση μάχης. Το χώμα γεμάτο αίμα, διάχυτα τετράδια και βιβλία. Η γριά μπρούμυτα, το χέρι της φαγωμένο ως το κόκαλο. Το σκυλί όρμησε να της δαγκώσει κι άλλο τον λαιμό. Οι άντρες πήδηξαν κάτω, άρχισαν να χτυπούν και να διώχνουν τα σκυλιά με ό,τι βρήκαν. Ένα απ αυτά άρπαξε τον ένα στο πόδι. Ο άλλος άρπαξε τη φτυάρα της Χαρίκλειας και χτύπησε την αγέλη. Τα σκυλιά ούρλιαξαν. Επάνω από το χωράφι κατέφτασαν χωριανοί με τσουγκράνες και καραμπίνες, πυροβολώντας στον αέρα. Το αρχηγικό σκυλί ούρλιαξε, και όλη η αγέλη χάθηκε προς το δάσος.
Η γριά βογκούσε. Τότε μόνο οι άντρες είδαν ότι κάτω από τη γριά ήταν κι άλλος.
-Στέλιο, κάλεσε ασθενοφόρο, η γριά φαίνεται ζωντανή!
Όταν σήκωσαν τη Χαρίκλεια και την ξάπλωσαν, είδαν το παιδί, χλωμό, γεμάτο αίματα, λιπόθυμο
Μια ηλιαχτίδα ερχόταν στο πρόσωπο του Γιάννη. Άνοιξε τα μάτια. Οι άσπροι τοίχοι του νοσοκομείου τον φόβιζαν.
-Πού είμαι; Η συνείδηση του επέστρεφε αργά. Κουνήθηκε·
Η μητέρα του χαμογέλασε με δάκρυα:
-Γιάννη, γιε μου, συνήλθες! είπε, και έκλαψε.
Το χέρι και ο ώμος πονούσαν πολύ. Θυμήθηκε όλα.
-Μαμά, τα σκυλιά μου έφαγαν το χέρι, δεν θα μπορώ να γράψω;
-Όχι παιδί μου, όχι. Δεν στο έφαγαν, μόνο το έσκισαν. Σου έκαναν εγχείρηση. Ως τον γάμο, θα έχει γιατρευτεί, είπε αστεία η μαμά, αλλά εμείς ευχαριστούμε τη Χαρίκλεια. Σε σκέπασε με το κορμί της. Κοιμήσου αγόρι μου…
Ταφή της Χαρίκλειας έγινε με όλο το χωριό. Τα σκυλιά της έσπασαν χέρια και πόδια. Η καρδιά της δεν άντεξε στο χειρουργείο.
Την επόμενη μέρα, οι άντρες του χωριού, κάτω από τη μύτη των αρχών, εξόντωσαν όλη την αγέλη σκυλιών. Σαράντα πτώματα έθαψαν έξω από το χωριό. Βρήκαν μέσα στο δάσος φωλιές με κουτάβια· τα μαζέψανε οι οικογένειες στα σπίτια τους.
Ο Γιάννης έχασε μόνο ένα τρίμηνο στο σχολείο. Το χέρι έγραφε δύσκολα, αλλά έβαζε προπόνηση κάθε μέρα. Η δασκάλα του τον επαινούσε και τα αγόρια της τάξης τον είχαν για ήρωα!
Με τη μαμά πήγαν στο νεκροταφείο και άφησαν στην ταφόπλακα της Χαρίκλειας μια μεγάλη ανθοδέσμη.
Σε μια μικρή ταμπέλα στο σταυρό έγραφε ότι το κανονικό όνομά της ήταν Χαρίκλεια Παππά και ότι την ημέρα που πέθανε έκλεινε ακριβώς 90 χρονών. Η μαμά έκλαψε.
-Βλέπεις τις τρέλες της μοίρας; Χαρίκλεια, ευχαριστούμε! Για το δάσος, Μα πιο πολύ για τον γιο μου. Να αναπαυθείς ελαφρυά!
Στις γιορτές του σχολείου, στον χριστουγεννιάτικο θίασο, όταν εμφανίστηκε μια μάγισσα, ο Γιάννης ξέσπασε σε κλάματα και βγήκε έξω. Το χέρι τον πόνεσε πολύ, θυμήθηκε τη Χαρίκλεια…






