Η απαγορευμένη αγάπη μπορεί να αφήσει μακροχρόνιες πληγές στην ψυχή, κι αυτό το έμαθα από το δικό μου παρελθόν, όταν τα νεανικά μου χρόνια διαμορφώθηκαν από μια τέτοια ιστορία. Ήταν στη δεύτερη χρονιά μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τότε που ερωτεύθηκα μια μοναδική κοπέλα, την Ειρήνη Παπαδοπούλου. Εξαιρετική στην ομορφιά και στο μυαλό, πάντα γεμάτη καλοσύνη, μα η μητέρα μου δεν αποδεχόταν την απλή καταγωγή της οικογένειάς της. Είχε την άποψη πως η Ειρήνη δεν ήταν κατάλληλη για μένα κι ότι μου άξιζε κάποια με 'ανώτερο’ κοινωνικό πρόσωπο.
Παρά την αντίρρηση της μητέρας μου, συνέχισα να συναντώ την Ειρήνη. Όμως μια ημέρα μου ήρθε ένα γράμμα. Έγραφε πως δεν άντεχε άλλο την πίεση της μητέρας μου και πως αποφάσισε να με αφήσει. Η είδηση αυτή έφερε μεγάλη σύγκρουση με τη μητέρα μου κι έτσι πήρα την απόφαση να φύγω από το πατρικό, ψάχνοντας την ανεξαρτησία που τόσο αποζητούσα μακριά από τις παρεμβάσεις της. Κι όμως, η καρδιά μου παρέμενε δεμένη με την Ειρήνηδεν μπορούσα να πιστέψω πως με εγκατέλειψε τόσο απότομα.
Μια μοιραία χειμωνιάτικη μέρα, καθώς πήγαινα να πετάξω τα σκουπίδια, είδα την Ειρήνη να περιμένει μπρος στην πόρτα μου, με δάκρυα στα μάτια. Ανησυχώντας για την κατάσταση της, την κάλεσα μέσα να ζεσταθεί. Εκεί μου αποκάλυψε την αλήθεια: η μητέρα μου είχε σκηνοθετήσει ολόκληρο το σκηνικό, στέλνοντας ένα γράμμα στη Ειρήνη που έμοιαζε να είναι από μένατης έλεγε ότι βρήκα άλλη κοπέλα κι ότι συγκατοικούσα μαζί της.
Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, ξανασμίξαμε, γεμάτοι αγάπη και χαρά, παίρνοντας την απόφαση να μην αφήσουμε ποτέ ξανά το κοινωνικό στάτους να μπει ανάμεσά μας. Βρήκαμε παρηγοριά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, βαθιά συνειδητοποιώντας πως η αγάπη μας ήταν πιο ισχυρή από κάθε εξωτερική κριτική. Από τότε διασχίσαμε μαζί το μονοπάτι της ζωής, χέρι-χέρι, χωρίς να αφήνουμε τις γνώμες των άλλων να καθορίσουν τη δική μας ευτυχία.





