Μία εβδομάδα μετά, οι γείτονες από το εξοχικό στη Λίμνη Πύργου επέστρεψαν με το τελευταίο βάρκιο. Ήρθαν όμως χωρίς τη γάτα τους, έναν τεράστιο γκρινιάρη γκρι μπαντίτζι που του έλειπε το δεξί αυτί. Όλο το καλοκαίρι μάχονταν μαζί στο εξοχικό: κλέβει το φαγητό μου από το τραπέζι, σκάβει στην κούνια του κήπου, και έτσι ήμουν συνήθως σε τροχιά του. Όταν όμως είδα το ζευγάρι που γύρισε χωρίς τον Γκρι, το κεφάλι μου έσκορπισαν άγγιστα. Ζήτησα από τη γυναίκα μου, την Αγγελική, να πιάσει το τηλέφωνο και χωρίς αλκοολικά περιττά να ρωτήσει που πάει η γάτα.
Άμα το άκουσα, όλα βγήκαν το πολύ άσχημα, όπως φανταζόμουν. Την είχαν αφήσει στο εξοχικό. Τα ξανακόπηκα όλη τη μέρα, και όταν έφτασε το βράδυ, κάλεσα τον αρχηγό της βάρκας και ζήτησα άδεια για αύριο. Η γυναίκα μου έπνευσε βαριά και μου είπε:
Πρόσεχε εκεί. Ρώτησέ τους να περάσει η γάτα με βάρκα.
Ο καιρός έπαιξε το παιχνίδι του από το πρωί. Σκουρόχρωμες νεφοκάλυπτες έριχναν αχνή βροχούλα, ενώ ο άνεμος έσπρωχνε τα φύλλα που είχαν παγώσει στο δρόμο. Κύληγα τις αποβάσεις της λιμνοπλωσίας σε ελπίδα ότι κάποιος θα βγει για να σώσει τα χαμένα πράγματα.
Τελικά, δεν ήρθε κανένας· εμφανίστηκε ένας σταθερός ογδόνταπέντε σωματόπλαστος που φορούσε τεράστια μπότες. Έψαχνε κάτι στο κινητήρα και γρυλούσε. Του εξήγησα ότι ξέχασα σημαντικά, ζωτικά έγγραφα στο εξοχικό, και του έδωσα πενήντα ευρώ. Άφησε το νόμισμα στην τσέπη, μίλησε στα άστρα για τους «παραθεριστικούς» που ξεχνάνε τα κεφάλια τους, και έσυρε το βάρκα στο νερό.
Τα κύματα ήταν φρέσκα· έπαιζαν αφρεντικά με αφρό και προσπαθούσαν να αναποδογυρίσουν το μικρό πλοιάριο. Μετά από μισή ώρα σκληρής μάχης με το νερό, φτάσαμε στην όχθη δίπλα στο εξοχικό μας. Ο σκληρός άντρας, με βλέμμα που έλεγε «για τέτοιες χαρές θα έπρεπε να πάρεις κι άλλη είκοσι», έτρεχε προς το σπίτι. Ο ουρανός γκρίζιζε, η βροχή άρχισε να μετατρέπεται σε παγωμένες σταγόνες.
Γκρι, Γκρι, Γκρι! φώναξα με όλη μου τη φωνή, ελπίζοντας ότι ήταν ακόμα ζωντανός.
Και εμφανίστηκε ο Γκρι, τρέμουσε και έσπαγκε τα πόδια του, κολλημένος στα πόδια μου, ναυτενίζει. Τον πήρα στα χέρια και τράβηξα προς τη βάρκα. Έφτασα, πήρα το βαρύ βαρύ βαρύ, και ο σκληρός άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του. Αλλά τότε
Ξαφνικά ο Γκρι έσπασκε το βάρκα, έσφιγγαν το μοναδικό του αριστερό αυτί πάνω στο κεφάλι του, νιαούριζε σιγανά, και έτρεχε πίσω.
Σταματάτε, σταματάτε! οργώθηκε η φωνή μου. Πού πας, διάολος!
Τότε βγήκα από τη βάρκα, παρέα με τα σκυτάλη, τις κατάρες και τις υποσχέσεις να μας πετάξουν στο διάολο, έτρεξα πίσω του. Έτρεχε μπροστά μου, ενώ εγώ έτρεχα, κλάμα και χτυπώντας τα χέρια μου. Ξαφνικά στρίψα αριστερά και εξαφανίστηκε στα θάμνους. Έτρεξα, άνοιξα τα κλαδιά και είδα τον Γκρι, ένα-αυτιούπο, κολλημένο σε ένα μικρό μαύρο γατάκι. Το γατάκι ήταν βρεγμένο και κλαψούραζε. Ο Γκρι με κοίταξε ενοχλημένος και νιαούρησε.
Πέσω στο υγρό έδαφος, έτοιμος να πάρω και τους δύο, όταν η γη τράσαξε. Ο δυσμενής άντρας έσκασε με τις τεράστιες μπότες του, φέρνοντας κατάρες. Εμφανίστηκε πίσω μου, σιωπηλός. Μετά, με ήρενη και εκπληκτικά φιλική φωνή είπε:
Βάλε βιασύνη, γιατί τώρα θα ξεκινήσει η χιονόπληξη και θα μας καλύψει με χιόνι.
Σήκωσα τον Γκρι και το μικρό μαύρο γατάκι και τρέξαμε πίσω στη βάρκα. Πώς περάσαμε στην άλλη όχθη δεν ξέρω· μάλλον το Θεός ήθελε έτσι, γιατί γύρω δεν έβλεπα τίποτα άλλο. Εκείνη τη στιγμή, ο σκληρός άντρας, διακόπτοντας τη βάρκα και το νερό, φώναξε:
Σκατά, εσύ!
Τρέμουσα.
Γιατί σκατά; ρώτησα, ρίχνοντας ματιά στο βρόχο νερού.
Λοιπόν, τι έγινε συνέχισε ο άντρας. Με κορόιδευες για τα έγγραφα, μου έδωσες χρήματα, κι εσύ τρέχεις να σώσεις τη γάτα; Είσαι άνθρωπος ή κάτι άψυχο; Τι λες;
Φοβόμουν ότι δεν θα με βοηθήσουν· δεν υπήρχε κανείς να τη σώσει εξήγησα. Ο άντρας σιωπούσε, έγνεψε και φτάσαμε στη λιμνοπλωσία.
Τότε έψαχνει έναν κουτί για το γατάκι και το στρώσε με ένα ζεστό πετσέτα. Όταν ήμουν έτοιμος να φύγω, του ευχαριστήσαμε, και εκείνος είπε:
Δεν υπάρχει να 'ναι τίποτα μόνο για σένα, και τίποτα για άλλους. Έβγαλει προς τον Γκρι και του είπε: Τώρα εσύ έλα να μείνεις μαζί μου. Πηγαίνω ψαροντούφεκο. Εσύ είσαι καλός γάτος, σωστός γάτος.
Ο Γκρι γύρισε, έβγαλε το μαύρο γατάκι, στέκεται στα πίσω πόδια του, και σπρώχνει με τα μπότες του το κουνούπι του άντρα. Αυτοί το σήκωσαν. Ο μεγάλος γκρινιάρης αγκάλιασε το γατάκι με τα παχιά του πατούσες και έσπρωξε.
Ο άντρας γύρισε, τρέμοντας, και μίλησε για ένα λεπτό:
Λοιπόν, λοιπόν
Τότε, αφού έσπασε, γύρισε προς εμένα και είπε, με αυστηρή, αλλά εκπληκτικά ήπια φωνή:
Σας προσκαλώ, νέε, το Σαββατοκύριακο στην επόμενη ψαροντούφεκο. *κλπ*
Αφού έφτασα σπίτι, η Αγγελική μου, φροντίζοντας το μικρό μαύρο γατάκι, βρήκε κάτω από την ζεστή πετσέτα πενήντα ευρώ.
Από τότε πηγαίνουμε στο ψάρεμα συνέχεια, μαζί με το καλό, υγιή γκρινιάρη. Και τι γίνεται αν κάποιες φορές φτάνω λίγο «πικραμένος» και χωρίς ψαρί, είναι ψάρεμα η ζωή, έτσι το λέμε, λοιπόν.



