Jurnal personal 15 Μαΐου
Τον τελευταίο καιρό νιώθω πως η ζωή μου στην επαρχία, εδώ στο μικρό χωριό κοντά στη Θεσσαλονίκη, έμοιαζε ήσυχη και απλή. Εγώ, η Αλεξάνδρα, από τότε που συνταξιοδοτήθηκα, φρόντιζα το σπίτι μου και τη μικρή αυλή με τα λαχανικά. Είχα μάθει να βρίσκω χαρά στις απλές καθημερινές συνήθειες, μέχρι που οι δυσκολίες του γιου του γιου μου, του Νικόλα, άρχισαν να σκιάζουν τη γαλήνη μου.
Ο εγγονός μου, ο Μάρκος, παιδί ευγενικό και πράο, ποτέ δεν μας έδωσε αφορμές στο σχολείο. Δεν ήθελε όμως να συνεχίσει στο πανεπιστήμιο· προτίμησε να πιάσει δουλειά σε ένα εργοστάσιο, στα περίχωρα της Αθήνας. Αργότερα παντρεύτηκε τη Δανάη και έκαναν έναν γιο, τον μικρό Αντρέα. Όμως, όσο μεγάλωνε η οικογένειά του, τόσο ο Μάρκος έχανε τον δρόμο του, βυθισμένος στην εξάρτηση από το ποτό.
Συχνά τον έβρισκα μπλεγμένο με παρέες που μόνο κακό του έκαναν. Η καταστροφική του συμπεριφορά έφερνε φασαρίες στο σπίτι και η σχέση του με τη Δανάη κρεμόταν από μια κλωστή. Λυπόμουν για το παιδί μου, καθώς έβλεπα τη ζωή του να γκρεμίζεται. Προσπάθησα να κάνω το σωστό: κάλεσα τον Μάρκο να έρθει να μείνει μαζί μου στο χωριό, ευελπιστώντας πως η αλλαγή παραστάσεων και η φροντίδα μου θα τον βοηθούσαν, ενώ θα ένιωθα κι εγώ λιγότερο μόνη στα γεράματα.
Στην αρχή φάνηκε να του κάνει καλό. Άφησε προσωρινά τις κακές συνήθειες και η Δανάη αναστέναξε με ανακούφιση. Άρχισαν να με βοηθούν στον κήπο και η ζωή μας βρήκε ξανά έναν παλιό ρυθμό. Μα γρήγορα, σε λιγότερο από ένα μήνα, ο Μάρκος γύρισε στις παλιές του συνήθειες. Λίγο αργότερα, η Δανάη έφυγε με το παιδί, κι εκείνος δεν φάνηκε να νοιάζεται. Το κενό στη ζωή του το γέμισε με μια καινούργια σύντροφο, τη Σοφία, που είχε κι εκείνη τις ίδιες αδυναμίες. Άρχισαν να συζούν, χωρίς να δίνουν σημασία στο πώς ένιωθα εγώ και χωρίς διάθεση να προσφέρουν κάτι στο σπίτι.
Τα οικονομικά δυσκόλεψαν οι δανειστές ζητούσαν τα ευρώ τους και ο Μάρκος δανειζόταν χρήματα ακόμη κι από τους παλιούς μου φίλους, γεγονός που πλήγωσε την αξιοπρέπειά μου βαθιά. Με πολλή πίεση κατάφερε να με πείσει να μεταβιβάσω το σπίτι στο όνομά του, κάτι που με έκανε να νιώθω ανυπεράσπιστη και ανήμπορη, με τον φόβο μήπως βρεθώ στον δρόμο.
Κι ενώ συνέχιζαν να ζουν στην πλάτη μου, χωρίς να νοιάζονται, εγώ έβλεπα τα όνειρά μου να σβήνουν. Κάποια μέρα, απελπισμένη, είπα: «Όταν φύγω, δε θα φοβάμαι την κόλαση την έχω ζήσει ήδη εδώ».
Τώρα, Μάρκος και Σοφία κατέστρωσαν σχέδια να ανοίξουν μια μικρή επιχείρηση και πήραν δάνειο από την τράπεζα. Καμιά φορά σκέφτομαι: αν αποτύχουν, όλοι μας θα βρεθούμε στον δρόμο, με τα πλήγματα των λαθών τους βαριά ακόμα πάνω μας.
Όμως η ελπίδα δεν μ αφήνει. Προσεύχομαι κάθε νύχτα, σαν τις γιαγιάδες στις παλιές γειτονιές της Θεσσαλονίκης, να βρουν οι δικοί μου τη δύναμη και το φως μέσα τους. Κι όσο αντέχω, θα συνεχίζω να σκαλίζω τα χώματα του κήπου μου, ψάχνοντας λίγη γαλήνη και γείωση στη δική μου αυλή.




