Eleni ανέβηκε στο λεωφορείο από τη στάση, όπως έκανε συνήθως. Υπήρχε μόνο μία ελεύθερη θέση, δίπλα σε έναν άντρα που φαινόταν λίγο μεγαλύτερός της. Αρχικά, η κοπέλα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον διπλανό της. Είχε μπροστά της επτά ώρες δρόμο μέχρι να φτάσει στους γονείς της και το μυαλό της ήταν γεμάτο με διάφορα προβλήματα που έπρεπε να βρει λύση άμεσα.
Καθώς το λεωφορείο ξεκίνησε κι εκείνη βολεύτηκε, έπειτα από λίγα λεπτά, τα ρουθούνια της γέμισαν με ένα απαλό άρωμα από μόσχο και καφέ ελληνικό φρεσκοκομμένο, δυνατά καβουρδισμένο. Το άρωμα ήταν τόσο ευχάριστο και έντονο, που αμέσως άρχισαν να αναδύονται αναμνήσεις.
Καλοκαίρι, ζέστη, 17 χρονών, δίπλα της ο αγαπημένος της τότε, ο Νικόλας, που μύριζε ακριβώς έτσι. Ξαπλωμένοι στο γρασίδι στην όχθη του ποταμού, αγκαλιασμένοι κάτω από τ αστέρια, με τον Νικόλα να της ψιθυρίζει κάθε τόσο στ αυτί ότι θα είναι πάντα μαζί και πως δεν θα την αφήσει ποτέ. Ήταν ο πρώτος της έρωτας, δυνατός και παθιασμένος. Τον αγαπούσε τόσο, που ήταν έτοιμη να τα παρατήσει όλα ακόμη και τις σπουδές της μόνο και μόνο για να είναι δίπλα του.
Όμως, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ο Νικόλας κατατάχθηκε στον στρατό και δεν γύρισε ποτέ πίσω. Γνώρισε κάποια άλλη στην πόλη και παντρεύτηκε. Η Ελένη έμεινε με την καρδιά ραγισμένη. Δεν ξαναβγήκε με κανέναν άλλον, και παρ όλο που την είχε πληγώσει, συνέχισε να σκέφτεται τον Νικόλα ακόμα και δέκα χρόνια μετά.
Για λίγες στιγμές η Ελένη γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον άγνωστο δίπλα της. Τι…; Απίστευτο! Μελαχρινός, γαλανά μάτια, λεπτή μύτη, σαρκώδη χείλη, ψηλός. Έμοιαζε απίστευτα στον Νικόλα, τόσο που η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά.
-Συγγνώμη, μήπως σε λένε Νικόλα; ρώτησε διστακτικά τον νεαρό.
-Όχι, με λένε Μάνο, απάντησε εκείνος, κοιτώντας την με ένα πλατύ χαμόγελο, κάνοντας την καρδιά της να σκίρτησει ακόμη παραπάνω. Θύμιζε τόσο αυτόν που ακόμα κουβαλούσε στην καρδιά της.
-Κοπέλα, πώς σε λένε;
-Ελ… Ελένη. Για μερικά δευτερόλεπτα τα έχασε. Τελικά πήρε κουράγιο και απάντησε. Ελένη, χάρηκα!
-Κι εγώ πολύ, Ελένη. Ξέρεις, μοιάζεις τόσο με ένα κορίτσι…
-Αλήθεια; Ποιο;
-Τον πρώτο μου έρωτα, φυσικά. Χωρίσαμε άσχημα, βρήκε άλλον και δεν μπορώ να τη βγάλω απ το μυαλό μου εδώ και δέκα χρόνια. Και να που τώρα συναντιόμαστε έτσι. Δεν το πιστεύω, είπε ο Μάνος, με έκδηλη συγκίνηση τα μάγουλά του πήραν λίγο χρώμα από τη φόρτιση και τις μνήμες.
-Απίστευτο. Ακριβώς η ίδια ιστορία έχω κι εγώ. Μοιάζεις απίστευτα στον δικό μου πρώτο έρωτα, που ακόμα θυμάμαι δέκα χρόνια μετά. Πραγματικά συμβαίνουν αυτά τα πράγματα;
-Ξέρεις τι, Ελένη; Να ανταλλάξουμε τηλέφωνα και να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε επαφή;
-Να το κάνουμε.
Οι δύο νέοι άρχισαν να κουβεντιάζουν ζωηρά. Πού ξέρεις; Ίσως η ζωή τούς δίνει μια δεύτερη ευκαιρία, έστω και με άλλους ανθρώπους που τόσο μοιάζουν με τους παλιούς τους έρωτες. Τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτήν τη ζωή. Μερικές φορές, όσα θεωρούσαμε απώλειες ανοίγουν τον δρόμο για κάτι νέο η αγάπη βρίσκει πάντα τον δρόμο της, φτάνει να έχεις τα μάτια και την καρδιά ανοιχτή.






