Θυμάμαι как με κοίταζε κάποτε, από κάτω προς τα πάνω, για πρώτη φορά μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια χωρίς ίχνος υπεροχής. Στα μάτια του διακρίνονταν φόβος, οργή και μια απεγνωσμένη προσπάθεια να βρει διαφυγή. Άλλοτε ήξερε να με πιέζει αυτές τις στιγμές. Τώρα, όχι.
Τι θέλεις; επανέλαβε, πιο ήσυχα αυτή τη φορά. Χρήματα; Πες ποσό. Θα τα τακτοποιήσω όλα. Μπορούμε να έρθουμε σε συμφωνία.
Άφησα μια μικρή παύση. Όχι θεατρική επαγγελματική. Σαν εκείνες που κάνεις πριν κλείσεις τον ετήσιο ισολογισμό και βάλεις την τελευταία υπογραφή.
Ακόμα δεν καταλαβαίνεις, Γιάννη είπα ήρεμα. Δεν θέλω τα χρήματά σου.
Άνοιξε τα μάτια πιο πολύ. Αυτό τον τάραξε πιο πολύ από κάθε φωνή.
Τότε τι; Εκδίκηση; Θες να με καταστρέψεις; ο τόνος του ανέβηκε ξανά.
Όχι. Θέλω να πάρω πίσω ό,τι είναι δικό μου. Και να βάλω ένα τέλος.
Σηκώθηκα, πήγα στο ντουλάπι και τράβηξα μια λεπτή, γκρι φάκελο χωρίς τίτλο. Εκείνον που ήταν πάντα στον πάτο κάτω από παλιά συμβόλαια και φορολογικές δηλώσεις. Ποτέ δεν τον είχε ανοίξει. Για εκείνον ήταν τα «λογιστικά τρικ της Ειρήνης».
Έβαλα τον φάκελο πάνω στο τραπέζι και τον άνοιξα.
Εδώ έδειξα το πρώτο χαρτί είναι τα συμβόλαια δανείων. Προσωπικά. Πήρες λεφτά από την εταιρεία. Πολλά. Στο όνομά σου. Προσωρινά, όπως σου άρεσε να λες.
Γύρισα σελίδα.
Εδώ είναι τα πρωτόκολλα. Όλες οι υποχρεώσεις έχουν αναγνωριστεί.
Άλλη μια σελίδα.
Κι εδώ το συμπληρωματικό συμφωνητικό. Αν υπάρξει μονομερής αφαίρεση ενεργητικού, το χρέος ζητείται άμεσα.
Άσπρισε. Τόσο, που οι φακίδες στη μύτη του, που κάποτε μου φαίνονταν συμπαθητικές, τώρα ξεχώριζαν έντονα.
Εσύ εσύ τα πλαστογράφησες;
Όχι κούνησα το κεφάλι μου. Εσύ τα υπέγραψες. Σε διαφορετικές στιγμές. Σε διαφορετική κατάσταση. Άλλος μεθυσμένος, άλλος βιαστικός για ραντεβού που ξεκινούσε μετά τις εννιά το βράδυ.
Σηκώθηκε όρθιος.
Αυτό είναι εκβιασμός!
Αυτό είναι λογιστική, Γιάννη τον κοίταξα στα μάτια. Απλώς εσύ ποτέ δεν κατάλαβες τη διαφορά.
Άρχισε να περπατά στη κουζίνα, περνώντας το χέρι του στα μαλλιά.
Αριάδνη δεν ήξερε τίποτα Εσύ! Εσύ το σχεδίασες!
Η Αριάδνη ήξερε αρκετά απάντησα. Ήξερε ότι είσαι „σχεδόν ελεύθερος” και ότι „σχεδόν όλα έχουν μεταφερθεί”. Για εκείνη, αυτό αρκούσε.
Κάθισα ξανά, αυτή τη φορά απέναντί του.
Έχεις επιλογή συνέχισα. Πρώτον: πάμε στο δικαστήριο. Το δωρεάν καταγγέλλεται ως άκυρο. Μετά έρχονται οι έλεγχοι. ΑΑΔΕ. Εισαγγελέας. Η φήμη σου. «Η νέα σου ζωή». Όλα στο μηδέν.
Και δεύτερη; ψιθύρισε.
Η δεύτερη είναι ευκολότερη. Υπογράφουμε συμφωνία. Βγαίνεις εθελοντικά από την εταιρεία. Μου μεταβιβάζεις το μερίδιό σου. Χωρίς σκάνδαλα.
Γέλασε λίγο. Υστερικά.
Και θα μου μείνει τίποτα;
Όχι απάντησα ειλικρινά. Θα σου αφήσω ό,τι μου άφησες εσύ. Το αυτοκίνητο. Και χρόνο να μαζέψεις τα πράγματά σου.
Με κοίταξε για ώρα. Εκείνο το βλέμμα είχε όλα: μίσος, λίγο οίκτο, και τη μνήμη πως ξεκινήσαμε σε μικρό γραφείο με παλιό υπολογιστή.
Σε αγάπησα ψιθύρισε.
Δεν απέφυγα το βλέμμα του.
Αγάπησα τον άνθρωπο. Όχι το σχέδιο. Όχι τον προδότη. Εκείνος λείπει χρόνια τώρα.
Αφέθηκε στην καρέκλα. Όχι θεατρικά αληθινά.
Δώσε μου χρόνο να το σκεφτώ
Έχεις μία μέρα είπα. Αύριο στις δέκα έρχεται ο συμβολαιογράφος.
Έγνεψε. Αργά, κουρασμένα.
Την επόμενη μέρα ήρθε, ακριβώς στην ώρα. Το πρόσωπό του βαθουλωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα. Η Αριάδνη δεν τηλεφώνησε. Ή τηλεφώνησε, και δεν απάντησε.
Υπέγραφε τα έγγραφα αμίλητα. Το χέρι του έτρεμε.
Όταν τελείωσε, ο συμβολαιογράφος έφυγε και μείναμε μόνοι.
Κέρδισες είπε βραχνά.
Όχι απάντησα. Απλά βγήκα από ένα παιχνίδι που χρόνια έπαιζα μόνη.
Πήρε τα κλειδιά του και σταμάτησε στο χολ.
Σε θεωρούσα αδύναμη
Χαμογέλασα λίγο.
Αυτό ήταν το μεγαλύτερό σου λάθος.
Η πόρτα έκλεισε ήσυχα πίσω του. Χωρίς θόρυβο.
Έξι μήνες αργότερα η εταιρεία ήταν στο επόμενο επίπεδο. Άλλαξα ομάδα, ξεκαθάρισα όλα τα σκιώδη, έβαλα τάξη. Η δουλειά έγινε πιο καθαρή και πιο δυνατή.
Ο Γιάννης προσπάθησε να ξεκινήσει ξανά. Οι φήμες λένε χωρίς επιτυχία. Η Αριάδνη έφυγε γρήγορα χωρίς λεφτά δεν είχε ενδιαφέρον.
Μερικές φορές έβλεπα το όνομά του στις ειδήσεις. Όλο και πιο σπάνια. Όλο και πιο ήσυχα.
Το αρχείο Αποθεματικό το διέγραψα. Δεν χρειαζόταν πια.
Μερικές φορές, η καλύτερη εκδίκηση δεν είναι το χτύπημα.
Είναι ο ακριβής, ψυχρός λογαριασμός, ορισμένος πολύ πριν το τέλος.



