Οκτώ χρόνια έζησα σε γάμο με τη γυναίκα μουνόμιζα πως είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, αλλά τη στιγμή του διαζυγίου φάνηκε όλη η σαπίλα της. Πραγματικά, νιώθω αποστροφή που ήμουν μαζί της τόσα χρόνια, αλλά τουλάχιστον, γλίτωσα.
Γνωριστήκαμε για έναν χρόνο πριν παντρευτούμε. Έτσι, συνολικά ήμασταν μαζί εννιά χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα, φυσικά, συνέβησαν διάφορα. Μαλώναμε, τα ξαναβρίσκαμε, υπήρχαν καλές και κακές στιγμές. Πίστευα πως έτσι είναι η ζωή για όλους, το ίδιο και οι γονείς μου πέρασαν τα δικά τους, αλλά είναι πενήντα χρόνια παντρεμένοι και η ζωή τους προχωρά κανονικά.
Κι εμείς κάναμε ένα παιδί έναν γιο, τώρα έξι χρονών. Ήταν πέντε όταν χωρίσαμε. Η γυναίκα μου δεν φρόντιζε ιδιαίτερα τον γιο μας, έλεγε πως είναι ακόμα μικρός, έταζε πως μόλις μεγαλώσει θα κάθονταν περισσότερο μαζί του.
Ούτε στο σπίτι βοηθούσε. Το πολύ να έπλενε κανένα πιάτο ή να πέταγε τα σκουπίδια. Η μάνα της την είχε μεγαλώσει με την ιδέα ότι οι δουλειές του σπιτιού είναι μόνο των γυναικών ο άνδρας δεν ασχολείται μ αυτά.
Η πεθερά μου ήταν κεφάλαιο από μόνη της. Δόξα τω Θεώ, έμενε σε άλλη πόλη και ερχόταν τρεις φορές τον χρόνο, αλλά και τόσο μου έφτανε. Μόλις κάναμε ένα βήμα για να μπει μια τάξη στο σπίτι με τη γυναίκα μου, πεταγόταν αυτή με τις απόψεις του παππού της και άρχιζαν οι φωνές και τα επεισόδια.
Αυτό που απεχθάνομαι περισσότερο ήταν ο λόγος της πεθεράς μου για το ποιος είναι «ο κουβαλητής» και ποιος είναι «ο φροντιστής». Εγώ έφερνα ουσιαστικά τα χρήματα στο σπίτι, ο μισθός μου ήταν διπλός από της γυναίκας μου. Για μένα ήταν ακατανόητο ποιος κρατά το σπίτι και ποιος «κυνηγά το μαμούθ».
Τον τελευταίο χρόνο η γυναίκα μου δεν δούλευε καθόλου. Κατά την πανδημία η εταιρεία της φαινόταν να στέκεται, νόμιζα πως ξεπεράσαμε τα δύσκολα, αλλά έκανα λάθος. Κατέρρευσε, διώξανε όλους τους υπαλλήλους και ξεκίνησε να ψάχνει για νέα δουλειά.
Πότε ήταν ο μισθός χαμηλός, πότε η διαδρομή μακριά, πότε δεν είχε πείρα ή έβρισκε αμφίβολους εργοδότες. Γενικά, έμενε αδρανής, ενώ εγώ δούλευα σε δύο βάρδιες, έτρεχα να πάρω το παιδί από τον παιδικό σταθμό και σπίτι να συνεχίσω με τις υποχρεώσεις. Εκείνη όλο έψαχνε δουλειές από γραφείο σε γραφείο, στέλνοντας βιογραφικά.
Για άγνωστους λόγους, δεν βρήκε ποτέ μια δουλειά που να της αρέσει ή να μπορεί να κάνει. Δεν βοηθούσε ούτε στα βασικά στο σπίτι. Εννοείται πως δεν άντεχα άλλο αυτή την κατάσταση. Οι καυγάδες ξεκίνησαν, ανταλλαγές βαριών λόγων, πόρτες που βαράνε κι εγώ να κοιμάμαι στου φίλου. Της έδωσα μια τελευταία ευκαιρία αλλά δεν την άξιζε καν.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο. Μάζεψα τα πράγματά της και τη διώξα από το διαμέρισμα δικό μου από τους γονείς μου, πριν παντρευτούμε και ξεκίνησα διαδικασία διαζυγίου. Ήρθε να τα ξαναβρούμε, αλλά είχα ήδη κουραστεί τόσο που ούτε τα λόγια ούτε οι υποσχέσεις της με έπειθαν πλέον.
Έγινε το διαζύγιο, αλλά μέχρι σήμερα η πρώην και η μάνα της με βρίζουν με τον χειρότερο τρόπο. Με προσβάλλανε μπροστά σε συγγενείς της, αλλά δεν με νοιάζειδεν δίνω σημασία σ αυτούς τους ανθρώπους. Το τραγικό όμως ήταν που έπαιρνε τηλέφωνο τους δικούς μου, τους έλεγε ιστορίες και ψέματα, και αυτοί έχουν την ηλικία τουςδεν χρειάζονται άλλο στρες.
Επιπλέον, όσο έλειπα από το σπίτι, η πρώην με το αντικλείδι της άνοιξε και μου πήρε το laptop, το παλτό, τον φούρνο μικροκυμάτων και τα κοσμήματα. Χωρίς αποδείξεις, δεν πήγαινες πουθενά με την αστυνομία. Κατάλαβα όμως πως φέρθηκε ανέντιμα το λάθος ήταν δικό μου που δεν άλλαξα αμέσως κλειδαριές, αλλά ποιος το φανταζόταν;
Η μεγαλύτερη έκπληξη όμως, ήρθε στο δικαστήριο για τη διατροφή, όταν η γυναίκα μου ζήτησε τεστ πατρότητας λέγοντας πως δεν ήξερε αν είμαι ο πατέρας του παιδιού. Αρνήθηκα. Είπα, όχι, δεν είμαι εγώ ο πατέρας, και τα χασε κι αυτή και η μάνα της. Μπορεί να είπα ψέματα, αλλά εκείνη τη στιγμή, το ύφος τους τα άξιζε όλα.
Μετά τη δίκη, το όνομά μου βγήκε από το πιστοποιητικό γέννησης του παιδιού και ήμουν επιτέλους ελεύθερος. Έχω διαβάσει πολλές φορές ιστορίες με πατεράδες που δε σε αφήνουν να κουνηθείς, σε απειλούν, θέλουν να ελέγχουν τη ζωή σου. Εμένα όμως μου έκανε τελικά το καλύτερο δώρο.
Η πρώην και η μάνα της ξέρουν πολύ καλά ότι το παιδί είναι δικό μου, γιατί είναι φτυστός μου. Δεν θέλω όμως αυτοί οι άνθρωποι να τον ξαναδούν, κι έχω πια νόμιμο δικαίωμα να το κάνωστα χαρτιά δεν είναι τίποτα για εμάς. Ήταν άξιοι της μοίρας τους. Δεν χρειάζομαι καμία βοήθεια, καμία διατροφή από εκείνους.






