Μερικές Παραξενιές της Οικογένειας της Ωραίας Ελένης Κρασαβίδου

Κάποιες παραξενιές της οικογένειας της Ελενίτσας Καλομοίρη

Η Ελένη βγήκε με το σκυλάκι της, είδες;

Παναγία μου, τι του έκανε πάλι του καημένου του ζώου; Η ουρίτσα του Αργύρη δεν είναι πια μωβ, αλλά ροζ! Κοίτα, κοίτα πώς τη χαίρεται!

Ε, τι να κάνουμε; Το κορίτσι έχει τα δικά του, αλλά είναι καλή ψυχή και τίμια! Τέτοιες βλέπεις συχνά σήμερα; Όταν η γιαγιά της ήταν άρρωστη, η Ελένη δεν έφευγε λεπτό από τα νοσοκομεία. Όλη μέρα γύρω της έτρεχε, αδιάφορη για τη νιότη της.

Ε, για να είμαστε ειλικρινείς! Μόλις χθες την είδα που την άφησε έξω από την πολυκατοικία ένας πολύ συμπαθής νεαρός, με το αμάξι του.

Καμιά βόλτα με ταξί θα ήταν!

Ναι, καλά… Από πότε οι ταξιτζήδες φιλούν τα χέρια των κοριτσιών;

Σοβαρολογείς;

Ακριβώς! Σου λέω, η δικιά μας η Ελενίτσα σύντομα θα πάει νύφη.

Να το δούμε και αυτό! Η γιαγιά της θα καμαρώνει! Τέτοια κοπέλα ανέθρεψε: έξυπνη, όμορφη, σωστή! Μόνο άμα δεν είχε διαλέξει αυτή τη δουλειά, θα ήταν το όνειρο κάθε μάνας

Δηλαδή τι έχει το επάγγελμα της Ελένης;

Ερευνητής; Ταιριάζει τούτο σε κορίτσι;

Μη λες τέτοια! Πόσοι σήμερα τιμούν το νόμο όπως η γιαγιά της Ελένης; Να ξέρεις, η Ελενίτσα έγινε προκομμένη ερευνήτρια, έγραψαν και οι εφημερίδες για εκείνη και στην τηλεόραση έκαναν εκπομπή να την επαινέσουν. Μη λες λοιπόν!

Δεν λέω τίποτα! Ο Θεός μαζί της! Ότι έχει να δείξει, φαινόταν από μικρή! Θυμάσαι πώς ήταν κάποτε;

Ε, και βέβαια! Όλα στη γιαγιά της μοιάζε! Μια φωτιά στη χαρά της!

Εκείνη για την οποία συζητούσαν οι γειτόνισσες στο παγκάκι της πολυκατοικίας, πέρασε χαμογελαστά μπροστά τους, χαιρέτισε με ευγένεια και έπειτα άρχισε να τρέχει παιχνιδιάρικα πίσω από το σκυλάκι της με την ουρά στο απαλό ροζ της αυγής.

Για δες πού τρέχει πάλι!

Πού πού… να συναντήσει την αδερφή της! Η Κατερίνα φτάνει σήμερα με το αεροπλάνο!

Και συ πώς το ξέρεις;

Η ίδια η Ελένη το είπε. Να το αυτοκίνητο που φτάνει!

Από το αυτοκίνητο ξεπήδησε μια ψηλή λεπτή κοπέλα, δεν είπε λέξη, μονάχα άνοιξε τα χέρια και έσφιξε την τρέχουσα Ελένη στην αγκαλιά της. Σφύριξε και στον Αργύρη, που έκανε κύκλους στα πόδια τους.

Ελένη! Τι του έκανες πάλι στο ζωντανό;

Ε, δε σου αρέσει; Το αγαπημένο χρώμα της γιαγιάς!

Πόσο μου έλειψες, παράξενό μου!

Η Ελένη γέλασε και την ξανάγκαλιασε.

Ολόκληρη η γειτονιά ήξερε πως η Ελενίτσα Καλομοίρη ήταν κάπως ιδιαίτερη. Είχε βγάλει παραξενιές από μικρή, από τότε που ήταν ένα αδύνατο ξανθό μικρούλι με πλεξουδάκια, φιόγκους στα μαλλιά που η γιαγιά της έδενε με προσοχή. Η Ελένη ήταν πάντα ευγενική, γελούσε και ρώταγε γλυκά:

Τι κάνετε, όλα καλά;

Όμως γρήγορα σταμάτησαν να της απαντούν, ακόμη και όσοι δεν είχαν μυστικά ή κουτσομπόληδες παπαγάλους.

Γιατί φοβόντουσαν την Ελενίτσα.

Αυτό το γλυκό κοριτσάκι ήταν τρομερά ομιλητικό.

Το πρόβλημα δεν ήταν οι κουβέντες της. Η Ελένη είχε την αλλόκοτη ικανότητα να συναρμολογεί κάθετι είχε ακούσει ή δει, και να το αποκαλύπτει αθώα σε αυτόν που τον αφορούσε.

Θεία Τασία, όσο εσείς ήσασταν στη δουλειά, ο θείος Στέλιος πήγε στην κυρία Ειρήνη από τον τέταρτο. Με λουλούδια! Ίδια με αυτά που σας έφερε στα γενέθλιά σας. Μόνο που τούτη τη φορά το μπουκέτο ήταν τεράστιο. Του ζήτησα να τα μυρίσω κι εγώ και μου είπε πως απαγορεύεται! Και μετά πήγε στην κυρία Ειρήνη. Γιατί εκείνη μπορεί να μυρίζει λουλούδια κι εγώ όχι;

Η Θεία Τασία, που μέχρι τότε έκανε πως πίστευε το σύζυγο της πως αργεί λόγω υπερωριών, πεταγόταν λες και τη χτυπούσε ρεύμα, έλεγχε γύρω γύρω αν την άκουσαν τα ακούραστα αυτιά της γειτονιάς και προχωρούσε μουγκή μπροστά, ξεχνώντας να πει ένα γεια στη γιαγιά της Ελένης.

Παιδί μου, γιατί πήγες και μιλούσες στη θεία Τασία; Δεν σε ρώτησε τίποτα! θύμωνε η γιαγιά, αλλά ποτέ δεν εξηγούσε το λόγο.

Η Ελένη πληγωνόταν.

Δεν καταλάβαινε πού ακριβώς ήταν το λάθος της. Τι είπε; Τι δεν είπε;

Αυτή η αδικία τη στενοχωρούσε περισσότερο, μα ουδέποτε της εξηγήθηκε το γιατί.

Η γιαγιά μετά από τέτοιες σκηνές, γινόταν αυστηρή και σιωπηλή, θύμιζε το γκρίζο άγαλμα στην πλατεία Συντάγματος όπου άρεσε στην Ελένη να περπατά τα κυριακάτικα απογεύματα. Την έπιανε σφιχτά απ το χέρι, έμενε βουβή και μόνο σπάνια μάζευε εκνευρισμένη τα χείλη και έριχνε βλοσυρή ματιά, που σήμαινε ότι γλυκό μετά το βραδινό ούτε να το ονειρεύεσαι.

Η Ελένη πολύ στεναχωριόταν, μέχρι που θυμόταν ότι η γιαγιά της δεν έμοιαζε καθόλου με το άγαλμα. Δεν είχε ποτέ τριγύρω της περιστέρια να λερώνουν τα μαλλιά της. Το χτένισμά της ήταν πάντα τακτικό, αντίθετα με τη γυμνή κεφάλα του „αρχηγού” που έβλεπαν τα παιδιά.

Ο «αρχηγός» ήταν ο Λένιν, που της είχε πει ο παππούς της.

Γιατί είναι φαλακρός; ρώταγε κοιτώντας το άγαλμα.

Αγχωνόταν συνέχεια, παιδί μου! ο παππούς πάντα απαντούσε συγκεκριμένα, όχι σαν τη γιαγιά που λέγε-ξελέγε.

Αγχωνόταν δηλαδή; Ε, δύσκολη δουλειά, ε;

Κι αυτό είν αλήθεια!

Ηταν παιδίατρος και αυτός, σαν εσένα; φανταζόταν η Ελένη τον Λένιν να χωράει με τα ζόρια στο ιατρείο.

Και γελούσε στα κρυφά. Το άγαλμα να σκύβει στα τρία και τα παιδιά να ουρλιάζουν από φόβο στη θέα του.

Ο παππούς έβαζε τα γέλια και η Ελένη τον κοίταζε αυστηρά:

Λίγη σοβαρότητα, παππού!

Τι να σου κάνω, παιδί μου; της έλεγε σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα γέλια.

Δεν είσαι το άλογο του Κολοκοτρώνη να φέρεσαι έτσι! Λίγο ευπρέπεια! Με κάνεις να ντρέπομαι!

Ξέσπαγαν τα νεύρα, την έπαιρνε απ το χέρι και στο δρόμο έμπαιναν σε ζαχαροπλαστείο, όπου της αγόραζε μυστικά παγωτό. „Μυστικό”, γιατί η γιαγιά είχε απαγορέψει ρητά τα γλυκά πριν το μεσημεριανό. Ο παππούς όμως δεν λογάριαζε και καμιά φορά, η Ελένη έτρωγε το παγωτό σαν να ήταν η μεγαλύτερη της νίκη. Το μόνο για το οποίο δεν μίλησε ποτέ στη γιαγιά.

Ελένη, αν το πεις στη γιαγιά, θα μου κρατάει μούτρα για πάντα.

Θα γίνει φασαρία;

Και βέβαια! Ξέρεις τη γιαγιά, είναι δυναμική, θέλει η φωνή της να είναι ο νόμος.

Εσύ δεν την ακούς όμως!

Εγώ είμαι άνδρας! Έλεος, να ακούω γυναίκες;

Άρα μπορώ να της το πω;

Όχι! Το να μη διαφωνούμε με τις γυναίκες, δε σημαίνει ότι πρέπει να τις εκνευρίζουμε!

Παππού, είσαι λιγάκι δειλός!

Όχι, είμαι σοφός. Καλύτερα κακός συμβιβασμός, παρά έντονος καβγάς!

Τι είναι αυτό δηλαδή;

Θα σου πω άλλη φορά. Πάμε τώρα, να πάρουμε λουλούδια στη γιαγιά σου.

Γιατί;

Για μην ανακαλύψει πρόωρα τη φατσούλα σου γεμάτη χαρά!

Τον παππού της η Ελένη δεν τον αγαπούσε μόνο. Τον λάτρευε όσο τίποτα.

Ήρθε στη ζωή της ως χριστουγεννιάτικο δώρο. Η γιαγιά που τη μεγάλωνε από όταν ήταν μωρό, καθώς οι γονείς της όλο σε ανασκαφές ταξίδευαν, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί τον παλιό της φίλο. Η γιαγιά ήταν σοβαρή, πανεπιστημιακή, αυστηρή, διοικητική, καθόλου συναισθηματική, εκτός από δύο αδυναμίες της: τη μικρή Ελένη και τον δεύτερο γάμο της με τον Πέτρο.

Δεν έμοιαζαν καθόλου. Η γιαγιά ψηλή και δυναμική, ο παππούς κοντούλης, γεμάτος, σα φραγκόσυκο. Σημασία όμως είχε ότι μαζί ήταν το τέλειο ταίρι, εκείνος την ηρεμούσε, εκείνη τον σήκωνε ψηλά.

Η γιαγιά, κάτω από τον πραγματισμό, έκρυβε απίστευτη ρομαντική ψυχή. Περίμενε έναν ολόκληρο αιώνα κάποιος να της τραγουδήσει καντάδα κάτω απ’ το παράθυρο ή να της φέρει λίγα λουλούδια χωρίς λόγο. Ο πρώτος άντρας της τής χάριζε μόνο βιβλία λουλούδια άπαξ και σπανίως. Έφυγε κάποτε, κι ούτε που κατάλαβε τι θησαυρό είχε δίπλα του.

Για τη γιαγιά ήρθε σκοτεινιά, ώσπου γεννήθηκε η Ελένη.

Όταν κράτησε πρώτη φορά το μωρό, βρήκε ξανά φως στη ζωή της, χάρη. Η Ελένη στηρίχτηκε στη γιαγιά, γιατί οι γονείς ήταν διαρκώς εκτός στα αρχαία ερείπια και τους θησαυρούς της Μακεδονίας, λησμονώντας τον δικό τους θησαυρό, την κόρη τους.

Η μικρή γελούσε, φούσκωνε τα μαγουλάκια, φώναζε δυνατά, τόσο που οι γείτονες χάρισαν το σκυλάκι τους σε μακρινό ξάδερφο δεν αντεχόταν άλλη τόση φασαρία.

Οι γιαγιάδες της γειτονιάς έδωσαν «μυριάδες» συμβουλές στη γιαγιά Ελένη, εκείνη διάλεξε κάποιες, βρήκε τις ισορροπίες και το σπίτι μπήκε σιγά σιγά σε τάξη.

Όταν η Ελένη έκλεισε το χρόνο, εμφανίστηκε στη ζωή της και ο παππούς Πέτρος.

Έτσι προέκυψε διπλή οικογένεια. Όπως είπε κάποτε στην Ελένη η γιαγιά: «Έχεις έναν κανονικό παππού και έναν μοναδικό, μόνο δικό σου. Κάθε παιδί διαλέγει ποιον αγαπάει περισσότερο.»

Και η Ελένη διάλεξε τον Πέτρο· ο παππούς που θα έδινε τα πάντα για εκείνη.

Το παιδί δεν πήγε ποτέ σε παιδικό σταθμό, γιατί ήταν ευαίσθητη σε ιώσεις και κουραζόταν συχνά. Η γιαγιά το προσπάθησε, αλλά κάθε φορά αρρώσταινε. Στο τέλος πείστηκε: «Δέκα φορές κολλημένες αρρώστιες; Τι τον θέλουμε τον παιδικό; Υγεία πάνω απ όλα, Τα υπόλοιπα βρίσκονται.»

Η κοινωνικοποίηση έγινε στο εξοχικό στο Πόρτο Ράφτη. Εκεί σύχναζαν παιδιά από παλιές αθηναϊκές οικογένειες. Η Ελένη βρήκε αμέσως παρέες. Εκεί δεν αρρώσταινε ποτέ. Έτρωγε, έκανε παρέα, ζούσε έξω.

Φίλες, αδέρφια από γειτονικά σπίτια, αλλά και μια χορεύτρια, η Ζινα, που όλο γύρναγε σαν μπαλαρίνα. Μα όταν η Ελένη έγινε 6 χρονών, στην αυλή μπήκε ξαφνικά η Κατερίνα.

Το κοριτσάκι αυτό ήταν αλλιώτικο. Λίγο βρώμικο, ξεροκέφαλο, πάντα ήξερε τι θέλει. Μια μέρα, απρόσμενα, καθώς η Ελένη καθόταν στη βεράντα τρώγοντας φράουλες, είδε ένα χεράκι να ξεπροβάλει κάτω απ το τραπέζι τρόμαξε τόσα πολύ που η γιαγιά παραλίγο να ξαναχύσει τη μαρμελάδα φράουλα.

Ελένη, τι κάνεις; πετάχτηκε έξω με τη κουτάλα.

Η μικρή Κατερίνα, ανενόχλητη, τραβούσε φράουλες από την πιατέλα.

Σκάσε, πάρε και κάτσε μαζί μου! πρότεινε στη λιγομίλητη Ελένη.

Η γιαγιά, βλέποντας ποια ήταν, ηρέμησε, είπε: «Παίξτε παιδιά!»

Από εκείνη την ημέρα η Κατερίνα έγινε μέλος της οικογένειας. Η γιαγιά, παλιά φίλη του παππού της Κατερίνας, τον προσκάλεσε να νοικιάσει το διπλανό σπίτι. Ο παππούς, χήρος, με άρρωστο κορμί, εμπιστεύτηκε τη μοναχοεγγονή του στη φροντίδα της κας Καλομοίρη.

Όταν πέθανε, η Κατερίνα έμεινε οριστικά στην οικογένεια της Ελένης. Έγινε η αδερφή της, η αληθινή ψυχή και το πιο κοντινό της πρόσωπο μετά τη γιαγιά και τον παππού.

Οι δυο τους ήταν τελείως διαφορετικές, αλλά η αγάπη τις ένωσε με έναν ακατάλυτο δεσμό. Η Κατερίνα δίδαξε στην Ελένη ότι η αλήθεια δεν λέγεται πάντα δυνατά, πως κάποιες φορές χρειάζεται σύνεση.

Εσύ, Ελένη, πρέπει να γίνεις ντετέκτιβ! της έλεγε γελώντας. Αν και ο δικός μου παππούς θεωρούσε αυτές τις δουλειές «βασανιστικές», θα στα έσουρνε

Άρα εγώ θα γίνω ερευνήτρια.

Γιατί;

Για να υπάρχει τουλάχιστον ένας καλός ερευνητής! γελούσε.

Η ζωή απέδειξε ότι, όποια παραξενιά κι αν είχε, η αγάπη όσων σε στηρίζουν είναι ό,τι χρειάζεσαι. Και με την οικογένειά της, στηριγμένη στην ελληνική μαγεία της προκοπής, η Ελένη πέτυχε κι έγινε η χαρά της γειτονιάς.

Μια οικογένεια φαινομενικά παράξενη, μα στ αλήθεια ευλογημένη. Γιατί, όταν σ αγαπούν δίχως όρους, όταν σου κρατούν πλάτη στη ζωή, κάθε δυσκολία ξεπερνιέται. Μα πάνω απ όλα, εκείνο που έμαθε η Ελένη, είναι πως:

Το σημαντικό δεν είναι να είσαι ίδιος με τους άλλους, αλλά αληθινός με εσένα και με τους γύρω σου. Η ευτυχία βρίσκεται στην ειλικρίνεια, την αγάπη και στη δύναμη που αντλούμε ο ένας από τον άλλο.

Oceń artykuł
Μερικές Παραξενιές της Οικογένειας της Ωραίας Ελένης Κρασαβίδου