Μείνε μακριά μου! Δεν σου υποσχέθηκα ποτέ να σε παντρευτώ! Και στην τελική, ούτε καν ξέρω αν αυτό το παιδί είναι δικό μου
Ίσως, τελικά, να μην είναι καν δικό μου. Οπότε, καλύτερα να τραβήξεις το δρόμο σου, κι εγώ θα φύγω, μάλλον. Έτσι της είπε ο Νίκος, αφήνοντας τη Δανάη αποσβολωμένη.
Εκείνη στάθηκε, αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε και έβλεπε Είναι δυνατόν; Αυτός είναι ο Νίκος, που την αγαπούσε, που της φερόταν σα βασίλισσα;
Αυτός είναι ο Νικόλας που τη φώναζε Δανουλίτσα και της υποσχόταν τον ουρανό με τ άστρα;
Μπροστά της στεκόταν ένας ξένος άντρας, μπερδεμένος και θυμωμένος Έκλαψε η Δανουλίτσα μια βδομάδα, αποχαιρετώντας τον Νικολάκη για πάντα.
Όμως, πια ήταν τριανταπέντε ετών η ηλικία της και η διακριτική ομορφιά της μείωναν τις πιθανότητες να βρει την ευτυχία μιας οικογένειας. Έτσι, αποφάσισε να γεννήσει
Γέννησε στην ώρα της ένα ζωηρό κορίτσι. Τη βάφτισε Αθηνά.
Το κοριτσάκι μεγάλωσε ήσυχο, βολικό και ποτέ δεν ζήτησε πολλά. Σαν να ήξερε είτε φωνάξεις είτε όχι, δε θα καταφέρεις τίποτα παραπάνω.
Η Δανάη συμπεριφερόταν καλά στην κόρη της, αλλά έλειπε η αληθινή, μητρική στοργή.
Ήταν εκεί· τη φρόντιζε, την έντυνε, της έπαιρνε παιχνίδια αλλά να τη σφίξει πότε στην αγκαλιά της με αγάπη, να τη χαιδέψει, να παίξουν μαζί; Όχι. Αυτό δεν το έκανε.
Η μικρή Αθηνούλα συχνά άπλωνε τα χέρια στη μητέρα της, μα εκείνη την απέφευγε πότε είχε δουλειές, πότε ήταν κουρασμένη, πότε την πονούσε το κεφάλι. Το μητρικό ένστικτο ίσως να μην ξύπνησε ποτέ στ αλήθεια μέσα της
Όταν η Αθηνά έγινε επτά, κάτι αναπάντεχο συνέβη: η Δανάη γνώρισε έναν άντρα.
Κι όχι μόνο αυτό τον πήρε σπίτι της! Όλο το χωριό μιλούσε για τη Δανουλίτσα, τη γυναίκα που έφερε έναν άγνωστο στο σπίτι της. Δεν σκέφτεται το κοριτσάκι της; έλεγαν οι γειτόνισσες. Θεός φυλάξοι, ποιος ξέρει τι κρύβει αυτός ο βουβός
Η Δανάη δούλευε στο τοπικό παντοπωλείο κι εκείνος, ο Πέτρος, έκανε αγγαρείες στην αυλή κι εκφορτώσεις με τα φορτηγά. Εκεί γεννήθηκε ο δεσμός τους.
Λίγους μήνες μετά, τον φώναξε να μείνει μαζί της. Οι γείτονες τη σχολίαζαν συνεχώς.
Ούτε σταθερή δουλειά δεν έχει, κανείς δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του, ίσως είναι τυχοδιώκτης, μουρμούριζαν.
Η Δανάη, ωστόσο, δε νοιαζόταν. Ίσως κατά βάθος ήξερε πως ήταν η τελευταία της ευκαιρία για ένα κομμάτι προσωπικής ευτυχίας.
Σύντομα όμως οι γείτονες άλλαξαν γνώμη για τον ήσυχο Πέτρο.
Το σπίτι της Δανάης είχε αρχίσει να καταρρέει χωρίς αντρικά χέρια. Ο Πέτρος έτσι τον έλεγαν πρώτο πράγμα διόρθωσε την αυλόπορτα, μετά έβαλε κεραμίδια στην ταράτσα, ύστερα στερέωσε το φράχτη. Κάθε μέρα κάτι διόρθωνε και το σπιτάκι μεταμορφωνόταν σιγά σιγά.
Οι γείτονες άρχισαν να του ζητούν βοήθεια κι εκείνος τους έλεγε:
Αν είσαι μεγάλος άνθρωπος ή δύσκολα βγάζεις το μήνα, ευχαρίστως θα σε βοηθήσω. Αν όχι, τότε πληρώνεις λίγα ευρώ ή φέρνεις λάδι, τυρί, αυγά, ό,τι έχεις περίσσευμα.
Άλλοι του άφηναν μερικά ευρώ, άλλοι του έδιναν ελιές, φέτα, γάλα, αυγά, μαρμελάδα.
Η Δανάη είχε κήπο, αλλά χωρίς άντρα είχε μείνει χωρίς ζώα πού να βρει γαλακτοκομικά; Παλιά, σπάνια χάριζε ένα ποτήρι γάλα στην Αθηνούλα.
Τώρα όμως, το ψυγείο γέμιζε με φρέσκο γάλα, βούτυρο, γιαούρτι από τα χέρια του Πέτρου.
Τα χέρια του ήταν χρυσά, όπως λέμε και μάστορας, και γεωργός, και μάγειρας.
Η Δανάη ποτέ της ιδιαίτερα όμορφη με τον Πέτρο έλαμψε, σαν να άλλαξε, λες κι έγινε πιο γλυκιά. Η στάση της προς την Αθηνά έγινε πιο τρυφερή. Χαμόγελο στο πρόσωπό της μα είχε και λακκάκια, ποιος το φανταζόταν; Η Αθηνούλα πια πήγαινε σχολείο.
Μια μέρα, καθισμένη στα σκαλιά, παρακολουθούσε πώς ο θείος Πέτρος (έτσι τον φώναζε) είχε πάντα ευχέρεια στα χέρια: ό,τι έπιανε, το κατάφερνε.
Ύστερα πήγε στη φίλη της, στο διπλανό σπίτι. Γύρισε αργά το βράδυ, είχε ξεχαστεί στο παιχνίδι. Μόλις άνοιξε το πορτάκι, έμεινε έκπληκτη.
Στη μέση της αυλής υπήρχαν κούνιες! Πηγαινοέρχονταν με το αεράκι, προσκαλώντας κάθε παιδί ν ανέβει.
Για μένα είναι αυτές; Θείε Πέτρο; Φτιάξατε για μένα κούνιες;! ρώτησε η Αθηνούλα, μην πιστεύοντας στα μάτια της.
Για σένα, μικρή μου, φυσικά για σένα! Έλα να κάνεις το πρώτο λίκνισμα! γέλασε ο συνηθισμένα κλειστός θείος Πέτρος.
Η μικρή Αθηνά ανέβηκε και άρχισε να λικνίζεται δύνατα μπρος-πίσω, ο αέρας της κουδούνιζε στ αυτιά, και δεν υπάρχει πιο χαρούμενο παιδί σε όλη την Ελλάδα.
Η Δανάη έφευγε νωρίς για τη δουλειά και στην κουζίνα, ο Πέτρος πήρε το πάνω χέρι. Αυτός ετοίμαζε το πρωινό, το μεσημεριανό, και τι πίτες, τι σφολιατόπιτες έφτιαχνε!
Αυτός έμαθε την Αθηνά να σερβίρει τραπέζι, να μαγειρεύει με κέφι! Όσα ταλέντα έκρυβε αυτός ο σιωπηλός άνθρωπος.
Το χειμώνα, που οι μέρες ήταν πιο μικρές, ο θείος Πέτρος πήγαινε με την Αθηνά σχολείο και την έφερνε πίσω. Κουβαλούσε τη σάκα της και της μιλούσε για τη ζωή του.
Της είπε πώς φρόντιζε μια βαριά άρρωστη μητέρα, πώς πούλησε το σπίτι του για χάρη της. Πώς ο ίδιος του ο αδερφός, τον έβγαλε έξω με δόλο σαν τελείωσε η μάνα τους να ξέρει ότι οι δικοί σου μπορεί να γίνουν οι χειρότεροι εχθροί.
Της έμαθε να ψαρεύει τα καλοκαίρια, ξημερώματα, κάθονταν μαζί στην όχθη, σιωπηλοί, περιμένοντας καρτερικά να τσιμπήσει το ψάρι. Έτσι της δίδαξε την υπομονή.
Μια μέρα της χάρισε το πρώτο της ποδήλατο. Την έμαθε να κάνει πετάλι, της άλειφε τα γόνατα ιώδιο όταν έπεφτε και τα μάτωνε.
Θα χτυπήσει το κορίτσι, έλεγε η μάνα.
Δεν θα πάθει τίποτα. Πρέπει να μάθει να πέφτει και να ξανασηκώνεται, απαντούσε αυτός σταθερά.
Μια Πρωτοχρονιά της πήρε αληθινά παγοπέδιλα. Το βράδυ, έστρωσαν μαζί το τραπέζι, βρήκαν την παρέα τους, φάγαν και γελάσαν όλα απ το χέρι του Πέτρου με τη βοήθεια της Αθηνάς.
Το πρωί ακούστηκε ξαφνικά κραυγή χαράς:
Παγοπέδιλα! Ουάου! Μου έφερε ο Άη Βασίλης παγοπέδιλα! Είναι αληθινά και φρέσκα! Ευχαριστώ! φώναζε η μικρή Αθηνά με δάκρυα ευτυχίας, σφιχταγκαλιάζοντας το καινούργιο της δώρο κάτω απ το έλατο.
Κατόπιν, μαζί με τον Πέτρο, πήγαν στην παγωμένη λίμνη και εκείνος της έδειχνε πώς να πατινάρει. Έπεφτε συχνά, αλλά ο Πέτρος την κρατούσε σταθερά μέχρι να σταθεί μόνη, γερά στα πόδια της.
Όταν κατάφερε να κάνει τρεις γύρους χωρίς να πέσει, έτρεξε στην αγκαλιά του:
Σ ευχαριστώ για όλα! Ευχαριστώ μπαμπά.
Τότε έκλαψε ο Πέτρος. Από χαρά. Σκούπιζε σιωπηλά τα δάκρυά του, μην τα δει η μικρούλα, σ ένα πρωινό παγωμένο αεράκι.
Η Αθηνά μεγάλωσε. Έφυγε να σπουδάσει στην Αθήνα. Είχε πολλές δυσκολίες, όπως όλοι. Ο Πέτρος, όμως, ήταν πάντα εκεί.
Ήταν στην αποφοίτησή της. Της πήγαινε ψώνια κάθε μήνα, μην της λείψει τίποτα. Την παρέδωσε στον άντρα της στην εκκλησία, και περίμενε με λαχτάρα έξω απ την κλινική τη μέρα που γέννησε τα παιδιά της.
Τα εγγόνια του τα μεγάλωσε και τα αγάπησε με όλη του την ψυχή ίσως και πιο πολύ και από δικούς τους πατεράδες.
Και όταν έφυγε, όπως φεύγουμε όλοι, η Αθηνά και η μητέρα της στέκονταν με μαυροφορεμένες καρδιές και μια χούφτα χώμα στο χέρι.
Αντίο, μπαμπά Ήσουν ο καλύτερος του κόσμου. Θα είσαι για πάντα στην καρδιά μου
Έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ψυχή της. Όχι σαν θείος Πέτρος, όχι σαν πατριός, αλλά σαν ΠΑΤΕΡΑΣ.
Γιατί, μπαμπάς δεν είναι πάντα εκείνος που σε φέρνει στη ζωή, αλλά εκείνος που σε μεγαλώνει, στέκεται δίπλα σου στις χαρές και στις λύπες. Που γίνεται στήριγμα στη ζωή σου.
Σήμερα, γράφοντας όλα αυτά, σκέφτομαι πως το σημαντικό δεν είναι το αίμα, αλλά η αγάπη και οι πράξεις. Κι αν κάτι έμαθα απ τη ζωή, είναι πως γονιός είναι εκείνος που επιλέγει να σε αγαπά κάθε μέρα.






