Μείνε μακριά μου! Δεν σου υποσχέθηκα πως θα σε παντρευτώ! Εξάλλου, δεν ξέρω καν ποιανού είναι αυτό το παιδί. Μπορεί να μην είναι καν δικό μου; Οπότε, χόρεψε το βαλσάκι σου κι εγώ φεύγω – έτσι είπε ο Βίκτωρας στην αποσβολωμένη Βαλεντίνα. Κι εκείνη έμεινε να μην πιστεύει στ’ αυτιά και στα μάτια της… Είναι αυτός ο Βίκτωρας που την αγαπούσε και την κουβαλούσε στα χέρια; Είναι αυτός ο Βιτάκης που τη φώναζε Βαλούσα και της έταζε λαγούς με πετραχήλια; Μπροστά της στεκόταν ένας κάπως χαμένος –και γι’ αυτό νευριασμένος– άγνωστος άντρας… Η Βαλούσα έκλαψε μια βδομάδα, αποχαιρετώντας για πάντα τον Βιτάκη της. Αλλά λόγω ηλικίας –ήταν πια τριανταπέντε– και της δικής της ασημαντότητας, άρα και μικρής πιθανότητας να βρει γυναικεία ευτυχία, αποφάσισε να γεννήσει… Η Βάλια γέννησε στον καιρό της ένα φασαριόζικο κοριτσάκι. Το ονόμασε Μαρία. Η μικρή μεγάλωνε ήσυχη, χωρίς προβλήματα και δεν ταλαιπωρούσε καθόλου τη μητέρα της. Λες και ήξερε πως, ό,τι και να κάνει, το αποτέλεσμα θα ’ναι το ίδιο. Καλλυντικά για μαμάδες. Η Βάλια φερόταν καλά στη μικρή, αλλά φαινόταν πώς η αληθινή μητρική αγάπη έλειπε. Της έδινε να φάει, της αγόραζε ρούχα και παιχνίδια, αλλά να την χαϊδέψει, να την αγκαλιάσει, να παίξει μαζί της – τίποτα από αυτά. Η μικρή Μαρία πολλές φορές άπλωνε τα χέρια στη μαμά της, αλλά εκείνη την έσπρωχνε μακριά – πότε πως είναι απασχολημένη, πότε πως έχει δουλειές, πότε είναι κουρασμένη ή έχει πονοκέφαλο… Το μητρικό της ένστικτο δεν ξύπνησε ποτέ, μάλλον… Όταν η Μαρία ήταν εφτά, συνέβη το αναπάντεχο – η Βάλια γνώρισε άντρα. Και όχι μόνο αυτό – τον πήρε και στο σπίτι της! Όλο το χωριό κουτσομπόλευε: „Αχ, ρε Βάλια, τι ανεύθυνη γυναίκα!” Ο άντρας ήταν ξένος, απροσδιόριστος, χωρίς σταθερή δουλειά, ούτε σπίτι, ούτε τίποτα! Ίσως και να ήταν απατεώνας. Στο μαγαζί που δούλευε η Βάλια, αυτός ανέλαβε να ξεφορτώνει τα εμπορεύματα και πάνω εκεί άρχισε το ειδύλλιό τους. Και σύντομα η Βάλια του ζήτησε να συγκατοικήσουν. Όλοι οι γείτονες τη σχολίαζαν – „τον έφερε σπίτι της κι ας μη ξέρει ούτε από πού κρατάει η σκούφια του!” „Για τη μικρή κόρη της καθόλου δε σκέφτεται”, έλεγαν. „Και ούτε μιλάει πολύ αυτός – σίγουρα κάτι κρύβει”. Αλλά η Βάλια δεν άκουγε κανέναν. Σαν να καταλάβαινε πως ίσως αυτή ήταν η τελευταία της ευκαιρία να βρει τη χαρά μιας γυναίκας. Μα η γνώμη των γειτόνων άλλαξε σύντομα για τον φαινομενικά σιωπηλό αυτό άνδρα. Το σπιτάκι της Βαλεντίνας, χωρίς αντρικά χέρια, είχε ρημάξει και χρειαζόταν επισκευές – ο Ίγκορ, έτσι το έλεγαν τον άντρα, πρώτα έφτιαξε τον εξώστη, μετά επιδιόρθωσε τη σκεπή, ύψωσε τον μισογκρεμισμένο φράχτη. Κάθε μέρα κάτι δούλευε, και το σπίτι μεταμορφωνόταν μπροστά στα μάτια όλων. Όταν είδαν πως είχε χρυσά χέρια, άρχισαν να του ζητάνε βοήθεια, κι αυτός τους έλεγε: „Αν είσαι ηλικιωμένος ή φτωχός, θα σε βοηθήσω. Αλλιώς, θα πληρώσεις με λεφτά ή με φαγητό”. Στη Βάλια είχαν κήπο, αλλά ζώα δεν είχε – γι’ αυτό σπάνια χάιδευε τη Μαρία με γάλα ή κρέμα. Τώρα, όμως, το ψυγείο είχε πάντα φρέσκα γαλακτοκομικά. Ο Ίγκορ ήταν αυτό που λέμε: και μάστορας, και κηπουρός, και μάγειρας πρώτης κλάσης. Με τον καιρό, η Βαλεντίνα, που ποτέ δεν θεωρούταν όμορφη, έλαμψε στο πλάι του – γλυκομίλητη, πιο τρυφερή πια. Και στη Μαρία άρχισε να φέρεται πιο ζεστά. Χαμογελούσε – και να σου κι οι λακκουβίτσες στα μάγουλά της! Η Μαρία, ήδη μαθήτρια στο δημοτικό, καθόταν μια μέρα στην αυλή και παρακολουθούσε τον θείο Ίγκορ να εργάζεται – και όλα έρχονταν βόλτα στα χέρια του. Μετά από λίγο, πήγε στη φίλη της στο διπλανό σπίτι. Επέστρεψε το βράδυ και ξαφνιάστηκε. Στη μέση της αυλής υψώνονταν… κούνιες! Απαλά ταλάντευαν από το αεράκι και την καλούσαν να παίξει. „Είναι για μένα; Θείε Ίγκορ, εσείς τις φτιάξατε για μένα; Τις κούνιες;!” – η Μαρία δεν πίστευε στα μάτια της. „Για σένα, Μαράκι! Βέβαια για σένα!” – απάντησε γελαστός ο συνήθως λιγομίλητος θείος Ίγκορ. Η Μαρία κάθισε και κουνήθηκε δυνατά – και η ευτυχία που ένιωθε δεν συγκρινόταν με καμία σ’ ολόκληρο τον κόσμο! Η Βάλια έφευγε πρωί για δουλειά, οπότε το μαγείρεμα ανέλαβε κι αυτό ο θείος Ίγκορ. Έφτιαχνε πρωινό, μεσημεριανό, και τα ταψιά του ήταν τα καλύτερα! Αυτός έμαθε στη Μαρία την τέχνη της κουζίνας και πως να στρώνει τραπέζι. Όταν μπήκε ο χειμώνας και νύχτωνε νωρίς, ο θείος Ίγκορ έφερνε και έπαιρνε τη Μαρία από το σχολείο. Της κουβαλούσε την τσάντα και της έλεγε ιστορίες από τη ζωή του. Της μίλησε για τη μάνα του που φρόντισε ως το τέλος, πούλησε και το σπίτι του για να τη βοηθήσει. Και πώς ο αδελφός του τον ξεγέλασε και τον έδιωξε – για να μάθει πως και οι δικοί σου μπορεί να σου γυρίσουν την πλάτη. Της έμαθε να ψαρεύει. Καλοκαίρι, με το χάραμα, πήγαιναν οι δυο τους στη λίμνη και περίμεναν σιωπηλοί το τσίμπημα. Έτσι την έμαθε την υπομονή. Λίγο αργότερα, της πήρε το πρώτο της ποδήλατο και της έμαθε να κάνει ποδήλατο. Της άλειφε τα γόνατα με πράσινο όταν τα μάρτυρα της τίμια προσπάθειάς της τα γέμιζαν με πληγές. „Ίγκορ, θα τσακιστεί το κορίτσι”, έλεγε η μαμά. „Δεν θα πάθει τίποτα. Πρέπει να μάθει να πέφτει και να ξανασηκώνεται”, απαντούσε εκείνος, σταθερά. Μια Πρωτοχρονιά, της χάρισε αληθινά παιδικά παγοπέδιλα. Το βράδυ η οικογένεια έφαγε στο τραπέζι στολισμένο απ’ τον Ίγκορ και τη Μαρία, μαζί περίμεναν το χτύπο του ρολογιού και γέλαγαν, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Το πρωί, Βάλια και Ίγκορ ξύπνησαν από τις κραυγές ζωντανής χαράς: „Παγοπέδιλα! Επιτέλους! Έχω αληθινά, λευκά, καινούργια παγοπέδιλα! Ευχαριστώ, σας ευχαριστώ!” – φώναζε η Μαρία, βλέποντας το πολυπόθητο δώρο κάτω από το δέντρο. Η Μαρία τα σφιχταγκάλιαζε και δάκρυα ευτυχίας έτρεχαν στα μάγουλά της. Μετά πήγαν με τον θείο Ίγκορ στη λίμνη, εκείνος της καθάριζε τον πάγο από το χιόνι και τη μάθαινε να παίζει στον πάγο. Έπεφτε πολλές φορές, αλλά ο Ίγκορ υπομονετικά την κρατούσε από το χέρι, ώσπου να σταθεί γερά στα δικά της. Όταν τελικά μπόρεσε να κάνει έναν γύρο χωρίς να πέσει ούτε μία φορά, ξέσπασε σε χαρούμενες κραυγές κι όπως έφευγαν από τη λίμνη, έπεσε στην αγκαλιά του: „Σε ευχαριστώ για όλα! Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά…” Εκείνη τη φορά, ο Ίγκορ έκλαιγε από χαρά. Προσπαθούσε κρυφά να σκουπίσει μερικά αντρικά δάκρυα, αλλά κυλούσαν μόνα τους, παγώνοντας στον αέρα. Η Μαρία μεγάλωσε. Έφυγε να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη. Η ζωή της γέμισε δυσκολίες. Όπως όλων, ίσως. Μα ο Ίγκορ πάντα στο πλευρό της. Πήγε στη γιορτή του λυκείου, της πήγαινε τσάντες με τρόφιμα να μη της λείψει τίποτα. Την πήγε στο γάμο της, στάθηκε μαζί με τον γαμπρό έξω από το μαιευτήριο, περίμενε τα νέα. Φρόντισε τα εγγόνια του και τα αγάπησε όσο δεν αγαπούν πολλές φορές οι πραγματικοί πατέρες. Και ύστερα έφυγε – όπως όλοι φεύγουμε. Στο τελευταίο αντίο, η Μαρία κι η μάνα της έριξαν μια χούφτα χώμα και βαριά αποχαιρέτησαν. „Αντίο, πατέρα… Υπήρξες ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Πάντα θα σε θυμάμαι…” Έμεινε στην καρδιά της για πάντα. Όχι σαν θείος Ίγκορ, ούτε σαν πατριός, αλλά σαν ΠΑΤΕΡΑΣ. Γιατί, κάποιες φορές, πατέρας δεν είναι αυτός που σε γεννάει, αλλά αυτός που σε μεγαλώνει, που συμμερίζεται τον πόνο και τη χαρά σου, αυτός που ήταν δίπλα σου.

Μείνε μακριά μου! Δεν σου υποσχέθηκα ποτέ να σε παντρευτώ! Και στην τελική, ούτε καν ξέρω αν αυτό το παιδί είναι δικό μου
Ίσως, τελικά, να μην είναι καν δικό μου. Οπότε, καλύτερα να τραβήξεις το δρόμο σου, κι εγώ θα φύγω, μάλλον. Έτσι της είπε ο Νίκος, αφήνοντας τη Δανάη αποσβολωμένη.

Εκείνη στάθηκε, αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε και έβλεπε Είναι δυνατόν; Αυτός είναι ο Νίκος, που την αγαπούσε, που της φερόταν σα βασίλισσα;

Αυτός είναι ο Νικόλας που τη φώναζε Δανουλίτσα και της υποσχόταν τον ουρανό με τ άστρα;

Μπροστά της στεκόταν ένας ξένος άντρας, μπερδεμένος και θυμωμένος Έκλαψε η Δανουλίτσα μια βδομάδα, αποχαιρετώντας τον Νικολάκη για πάντα.

Όμως, πια ήταν τριανταπέντε ετών η ηλικία της και η διακριτική ομορφιά της μείωναν τις πιθανότητες να βρει την ευτυχία μιας οικογένειας. Έτσι, αποφάσισε να γεννήσει

Γέννησε στην ώρα της ένα ζωηρό κορίτσι. Τη βάφτισε Αθηνά.

Το κοριτσάκι μεγάλωσε ήσυχο, βολικό και ποτέ δεν ζήτησε πολλά. Σαν να ήξερε είτε φωνάξεις είτε όχι, δε θα καταφέρεις τίποτα παραπάνω.

Η Δανάη συμπεριφερόταν καλά στην κόρη της, αλλά έλειπε η αληθινή, μητρική στοργή.

Ήταν εκεί· τη φρόντιζε, την έντυνε, της έπαιρνε παιχνίδια αλλά να τη σφίξει πότε στην αγκαλιά της με αγάπη, να τη χαιδέψει, να παίξουν μαζί; Όχι. Αυτό δεν το έκανε.

Η μικρή Αθηνούλα συχνά άπλωνε τα χέρια στη μητέρα της, μα εκείνη την απέφευγε πότε είχε δουλειές, πότε ήταν κουρασμένη, πότε την πονούσε το κεφάλι. Το μητρικό ένστικτο ίσως να μην ξύπνησε ποτέ στ αλήθεια μέσα της

Όταν η Αθηνά έγινε επτά, κάτι αναπάντεχο συνέβη: η Δανάη γνώρισε έναν άντρα.

Κι όχι μόνο αυτό τον πήρε σπίτι της! Όλο το χωριό μιλούσε για τη Δανουλίτσα, τη γυναίκα που έφερε έναν άγνωστο στο σπίτι της. Δεν σκέφτεται το κοριτσάκι της; έλεγαν οι γειτόνισσες. Θεός φυλάξοι, ποιος ξέρει τι κρύβει αυτός ο βουβός

Η Δανάη δούλευε στο τοπικό παντοπωλείο κι εκείνος, ο Πέτρος, έκανε αγγαρείες στην αυλή κι εκφορτώσεις με τα φορτηγά. Εκεί γεννήθηκε ο δεσμός τους.

Λίγους μήνες μετά, τον φώναξε να μείνει μαζί της. Οι γείτονες τη σχολίαζαν συνεχώς.

Ούτε σταθερή δουλειά δεν έχει, κανείς δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του, ίσως είναι τυχοδιώκτης, μουρμούριζαν.

Η Δανάη, ωστόσο, δε νοιαζόταν. Ίσως κατά βάθος ήξερε πως ήταν η τελευταία της ευκαιρία για ένα κομμάτι προσωπικής ευτυχίας.

Σύντομα όμως οι γείτονες άλλαξαν γνώμη για τον ήσυχο Πέτρο.

Το σπίτι της Δανάης είχε αρχίσει να καταρρέει χωρίς αντρικά χέρια. Ο Πέτρος έτσι τον έλεγαν πρώτο πράγμα διόρθωσε την αυλόπορτα, μετά έβαλε κεραμίδια στην ταράτσα, ύστερα στερέωσε το φράχτη. Κάθε μέρα κάτι διόρθωνε και το σπιτάκι μεταμορφωνόταν σιγά σιγά.

Οι γείτονες άρχισαν να του ζητούν βοήθεια κι εκείνος τους έλεγε:
Αν είσαι μεγάλος άνθρωπος ή δύσκολα βγάζεις το μήνα, ευχαρίστως θα σε βοηθήσω. Αν όχι, τότε πληρώνεις λίγα ευρώ ή φέρνεις λάδι, τυρί, αυγά, ό,τι έχεις περίσσευμα.

Άλλοι του άφηναν μερικά ευρώ, άλλοι του έδιναν ελιές, φέτα, γάλα, αυγά, μαρμελάδα.

Η Δανάη είχε κήπο, αλλά χωρίς άντρα είχε μείνει χωρίς ζώα πού να βρει γαλακτοκομικά; Παλιά, σπάνια χάριζε ένα ποτήρι γάλα στην Αθηνούλα.

Τώρα όμως, το ψυγείο γέμιζε με φρέσκο γάλα, βούτυρο, γιαούρτι από τα χέρια του Πέτρου.

Τα χέρια του ήταν χρυσά, όπως λέμε και μάστορας, και γεωργός, και μάγειρας.

Η Δανάη ποτέ της ιδιαίτερα όμορφη με τον Πέτρο έλαμψε, σαν να άλλαξε, λες κι έγινε πιο γλυκιά. Η στάση της προς την Αθηνά έγινε πιο τρυφερή. Χαμόγελο στο πρόσωπό της μα είχε και λακκάκια, ποιος το φανταζόταν; Η Αθηνούλα πια πήγαινε σχολείο.

Μια μέρα, καθισμένη στα σκαλιά, παρακολουθούσε πώς ο θείος Πέτρος (έτσι τον φώναζε) είχε πάντα ευχέρεια στα χέρια: ό,τι έπιανε, το κατάφερνε.

Ύστερα πήγε στη φίλη της, στο διπλανό σπίτι. Γύρισε αργά το βράδυ, είχε ξεχαστεί στο παιχνίδι. Μόλις άνοιξε το πορτάκι, έμεινε έκπληκτη.

Στη μέση της αυλής υπήρχαν κούνιες! Πηγαινοέρχονταν με το αεράκι, προσκαλώντας κάθε παιδί ν ανέβει.

Για μένα είναι αυτές; Θείε Πέτρο; Φτιάξατε για μένα κούνιες;! ρώτησε η Αθηνούλα, μην πιστεύοντας στα μάτια της.

Για σένα, μικρή μου, φυσικά για σένα! Έλα να κάνεις το πρώτο λίκνισμα! γέλασε ο συνηθισμένα κλειστός θείος Πέτρος.

Η μικρή Αθηνά ανέβηκε και άρχισε να λικνίζεται δύνατα μπρος-πίσω, ο αέρας της κουδούνιζε στ αυτιά, και δεν υπάρχει πιο χαρούμενο παιδί σε όλη την Ελλάδα.

Η Δανάη έφευγε νωρίς για τη δουλειά και στην κουζίνα, ο Πέτρος πήρε το πάνω χέρι. Αυτός ετοίμαζε το πρωινό, το μεσημεριανό, και τι πίτες, τι σφολιατόπιτες έφτιαχνε!

Αυτός έμαθε την Αθηνά να σερβίρει τραπέζι, να μαγειρεύει με κέφι! Όσα ταλέντα έκρυβε αυτός ο σιωπηλός άνθρωπος.

Το χειμώνα, που οι μέρες ήταν πιο μικρές, ο θείος Πέτρος πήγαινε με την Αθηνά σχολείο και την έφερνε πίσω. Κουβαλούσε τη σάκα της και της μιλούσε για τη ζωή του.

Της είπε πώς φρόντιζε μια βαριά άρρωστη μητέρα, πώς πούλησε το σπίτι του για χάρη της. Πώς ο ίδιος του ο αδερφός, τον έβγαλε έξω με δόλο σαν τελείωσε η μάνα τους να ξέρει ότι οι δικοί σου μπορεί να γίνουν οι χειρότεροι εχθροί.

Της έμαθε να ψαρεύει τα καλοκαίρια, ξημερώματα, κάθονταν μαζί στην όχθη, σιωπηλοί, περιμένοντας καρτερικά να τσιμπήσει το ψάρι. Έτσι της δίδαξε την υπομονή.

Μια μέρα της χάρισε το πρώτο της ποδήλατο. Την έμαθε να κάνει πετάλι, της άλειφε τα γόνατα ιώδιο όταν έπεφτε και τα μάτωνε.

Θα χτυπήσει το κορίτσι, έλεγε η μάνα.
Δεν θα πάθει τίποτα. Πρέπει να μάθει να πέφτει και να ξανασηκώνεται, απαντούσε αυτός σταθερά.

Μια Πρωτοχρονιά της πήρε αληθινά παγοπέδιλα. Το βράδυ, έστρωσαν μαζί το τραπέζι, βρήκαν την παρέα τους, φάγαν και γελάσαν όλα απ το χέρι του Πέτρου με τη βοήθεια της Αθηνάς.

Το πρωί ακούστηκε ξαφνικά κραυγή χαράς:
Παγοπέδιλα! Ουάου! Μου έφερε ο Άη Βασίλης παγοπέδιλα! Είναι αληθινά και φρέσκα! Ευχαριστώ! φώναζε η μικρή Αθηνά με δάκρυα ευτυχίας, σφιχταγκαλιάζοντας το καινούργιο της δώρο κάτω απ το έλατο.

Κατόπιν, μαζί με τον Πέτρο, πήγαν στην παγωμένη λίμνη και εκείνος της έδειχνε πώς να πατινάρει. Έπεφτε συχνά, αλλά ο Πέτρος την κρατούσε σταθερά μέχρι να σταθεί μόνη, γερά στα πόδια της.

Όταν κατάφερε να κάνει τρεις γύρους χωρίς να πέσει, έτρεξε στην αγκαλιά του:
Σ ευχαριστώ για όλα! Ευχαριστώ μπαμπά.

Τότε έκλαψε ο Πέτρος. Από χαρά. Σκούπιζε σιωπηλά τα δάκρυά του, μην τα δει η μικρούλα, σ ένα πρωινό παγωμένο αεράκι.

Η Αθηνά μεγάλωσε. Έφυγε να σπουδάσει στην Αθήνα. Είχε πολλές δυσκολίες, όπως όλοι. Ο Πέτρος, όμως, ήταν πάντα εκεί.

Ήταν στην αποφοίτησή της. Της πήγαινε ψώνια κάθε μήνα, μην της λείψει τίποτα. Την παρέδωσε στον άντρα της στην εκκλησία, και περίμενε με λαχτάρα έξω απ την κλινική τη μέρα που γέννησε τα παιδιά της.

Τα εγγόνια του τα μεγάλωσε και τα αγάπησε με όλη του την ψυχή ίσως και πιο πολύ και από δικούς τους πατεράδες.

Και όταν έφυγε, όπως φεύγουμε όλοι, η Αθηνά και η μητέρα της στέκονταν με μαυροφορεμένες καρδιές και μια χούφτα χώμα στο χέρι.

Αντίο, μπαμπά Ήσουν ο καλύτερος του κόσμου. Θα είσαι για πάντα στην καρδιά μου
Έμεινε για πάντα χαραγμένος στην ψυχή της. Όχι σαν θείος Πέτρος, όχι σαν πατριός, αλλά σαν ΠΑΤΕΡΑΣ.

Γιατί, μπαμπάς δεν είναι πάντα εκείνος που σε φέρνει στη ζωή, αλλά εκείνος που σε μεγαλώνει, στέκεται δίπλα σου στις χαρές και στις λύπες. Που γίνεται στήριγμα στη ζωή σου.

Σήμερα, γράφοντας όλα αυτά, σκέφτομαι πως το σημαντικό δεν είναι το αίμα, αλλά η αγάπη και οι πράξεις. Κι αν κάτι έμαθα απ τη ζωή, είναι πως γονιός είναι εκείνος που επιλέγει να σε αγαπά κάθε μέρα.

Oceń artykuł
Μείνε μακριά μου! Δεν σου υποσχέθηκα πως θα σε παντρευτώ! Εξάλλου, δεν ξέρω καν ποιανού είναι αυτό το παιδί. Μπορεί να μην είναι καν δικό μου; Οπότε, χόρεψε το βαλσάκι σου κι εγώ φεύγω – έτσι είπε ο Βίκτωρας στην αποσβολωμένη Βαλεντίνα. Κι εκείνη έμεινε να μην πιστεύει στ’ αυτιά και στα μάτια της… Είναι αυτός ο Βίκτωρας που την αγαπούσε και την κουβαλούσε στα χέρια; Είναι αυτός ο Βιτάκης που τη φώναζε Βαλούσα και της έταζε λαγούς με πετραχήλια; Μπροστά της στεκόταν ένας κάπως χαμένος –και γι’ αυτό νευριασμένος– άγνωστος άντρας… Η Βαλούσα έκλαψε μια βδομάδα, αποχαιρετώντας για πάντα τον Βιτάκη της. Αλλά λόγω ηλικίας –ήταν πια τριανταπέντε– και της δικής της ασημαντότητας, άρα και μικρής πιθανότητας να βρει γυναικεία ευτυχία, αποφάσισε να γεννήσει… Η Βάλια γέννησε στον καιρό της ένα φασαριόζικο κοριτσάκι. Το ονόμασε Μαρία. Η μικρή μεγάλωνε ήσυχη, χωρίς προβλήματα και δεν ταλαιπωρούσε καθόλου τη μητέρα της. Λες και ήξερε πως, ό,τι και να κάνει, το αποτέλεσμα θα ’ναι το ίδιο. Καλλυντικά για μαμάδες. Η Βάλια φερόταν καλά στη μικρή, αλλά φαινόταν πώς η αληθινή μητρική αγάπη έλειπε. Της έδινε να φάει, της αγόραζε ρούχα και παιχνίδια, αλλά να την χαϊδέψει, να την αγκαλιάσει, να παίξει μαζί της – τίποτα από αυτά. Η μικρή Μαρία πολλές φορές άπλωνε τα χέρια στη μαμά της, αλλά εκείνη την έσπρωχνε μακριά – πότε πως είναι απασχολημένη, πότε πως έχει δουλειές, πότε είναι κουρασμένη ή έχει πονοκέφαλο… Το μητρικό της ένστικτο δεν ξύπνησε ποτέ, μάλλον… Όταν η Μαρία ήταν εφτά, συνέβη το αναπάντεχο – η Βάλια γνώρισε άντρα. Και όχι μόνο αυτό – τον πήρε και στο σπίτι της! Όλο το χωριό κουτσομπόλευε: „Αχ, ρε Βάλια, τι ανεύθυνη γυναίκα!” Ο άντρας ήταν ξένος, απροσδιόριστος, χωρίς σταθερή δουλειά, ούτε σπίτι, ούτε τίποτα! Ίσως και να ήταν απατεώνας. Στο μαγαζί που δούλευε η Βάλια, αυτός ανέλαβε να ξεφορτώνει τα εμπορεύματα και πάνω εκεί άρχισε το ειδύλλιό τους. Και σύντομα η Βάλια του ζήτησε να συγκατοικήσουν. Όλοι οι γείτονες τη σχολίαζαν – „τον έφερε σπίτι της κι ας μη ξέρει ούτε από πού κρατάει η σκούφια του!” „Για τη μικρή κόρη της καθόλου δε σκέφτεται”, έλεγαν. „Και ούτε μιλάει πολύ αυτός – σίγουρα κάτι κρύβει”. Αλλά η Βάλια δεν άκουγε κανέναν. Σαν να καταλάβαινε πως ίσως αυτή ήταν η τελευταία της ευκαιρία να βρει τη χαρά μιας γυναίκας. Μα η γνώμη των γειτόνων άλλαξε σύντομα για τον φαινομενικά σιωπηλό αυτό άνδρα. Το σπιτάκι της Βαλεντίνας, χωρίς αντρικά χέρια, είχε ρημάξει και χρειαζόταν επισκευές – ο Ίγκορ, έτσι το έλεγαν τον άντρα, πρώτα έφτιαξε τον εξώστη, μετά επιδιόρθωσε τη σκεπή, ύψωσε τον μισογκρεμισμένο φράχτη. Κάθε μέρα κάτι δούλευε, και το σπίτι μεταμορφωνόταν μπροστά στα μάτια όλων. Όταν είδαν πως είχε χρυσά χέρια, άρχισαν να του ζητάνε βοήθεια, κι αυτός τους έλεγε: „Αν είσαι ηλικιωμένος ή φτωχός, θα σε βοηθήσω. Αλλιώς, θα πληρώσεις με λεφτά ή με φαγητό”. Στη Βάλια είχαν κήπο, αλλά ζώα δεν είχε – γι’ αυτό σπάνια χάιδευε τη Μαρία με γάλα ή κρέμα. Τώρα, όμως, το ψυγείο είχε πάντα φρέσκα γαλακτοκομικά. Ο Ίγκορ ήταν αυτό που λέμε: και μάστορας, και κηπουρός, και μάγειρας πρώτης κλάσης. Με τον καιρό, η Βαλεντίνα, που ποτέ δεν θεωρούταν όμορφη, έλαμψε στο πλάι του – γλυκομίλητη, πιο τρυφερή πια. Και στη Μαρία άρχισε να φέρεται πιο ζεστά. Χαμογελούσε – και να σου κι οι λακκουβίτσες στα μάγουλά της! Η Μαρία, ήδη μαθήτρια στο δημοτικό, καθόταν μια μέρα στην αυλή και παρακολουθούσε τον θείο Ίγκορ να εργάζεται – και όλα έρχονταν βόλτα στα χέρια του. Μετά από λίγο, πήγε στη φίλη της στο διπλανό σπίτι. Επέστρεψε το βράδυ και ξαφνιάστηκε. Στη μέση της αυλής υψώνονταν… κούνιες! Απαλά ταλάντευαν από το αεράκι και την καλούσαν να παίξει. „Είναι για μένα; Θείε Ίγκορ, εσείς τις φτιάξατε για μένα; Τις κούνιες;!” – η Μαρία δεν πίστευε στα μάτια της. „Για σένα, Μαράκι! Βέβαια για σένα!” – απάντησε γελαστός ο συνήθως λιγομίλητος θείος Ίγκορ. Η Μαρία κάθισε και κουνήθηκε δυνατά – και η ευτυχία που ένιωθε δεν συγκρινόταν με καμία σ’ ολόκληρο τον κόσμο! Η Βάλια έφευγε πρωί για δουλειά, οπότε το μαγείρεμα ανέλαβε κι αυτό ο θείος Ίγκορ. Έφτιαχνε πρωινό, μεσημεριανό, και τα ταψιά του ήταν τα καλύτερα! Αυτός έμαθε στη Μαρία την τέχνη της κουζίνας και πως να στρώνει τραπέζι. Όταν μπήκε ο χειμώνας και νύχτωνε νωρίς, ο θείος Ίγκορ έφερνε και έπαιρνε τη Μαρία από το σχολείο. Της κουβαλούσε την τσάντα και της έλεγε ιστορίες από τη ζωή του. Της μίλησε για τη μάνα του που φρόντισε ως το τέλος, πούλησε και το σπίτι του για να τη βοηθήσει. Και πώς ο αδελφός του τον ξεγέλασε και τον έδιωξε – για να μάθει πως και οι δικοί σου μπορεί να σου γυρίσουν την πλάτη. Της έμαθε να ψαρεύει. Καλοκαίρι, με το χάραμα, πήγαιναν οι δυο τους στη λίμνη και περίμεναν σιωπηλοί το τσίμπημα. Έτσι την έμαθε την υπομονή. Λίγο αργότερα, της πήρε το πρώτο της ποδήλατο και της έμαθε να κάνει ποδήλατο. Της άλειφε τα γόνατα με πράσινο όταν τα μάρτυρα της τίμια προσπάθειάς της τα γέμιζαν με πληγές. „Ίγκορ, θα τσακιστεί το κορίτσι”, έλεγε η μαμά. „Δεν θα πάθει τίποτα. Πρέπει να μάθει να πέφτει και να ξανασηκώνεται”, απαντούσε εκείνος, σταθερά. Μια Πρωτοχρονιά, της χάρισε αληθινά παιδικά παγοπέδιλα. Το βράδυ η οικογένεια έφαγε στο τραπέζι στολισμένο απ’ τον Ίγκορ και τη Μαρία, μαζί περίμεναν το χτύπο του ρολογιού και γέλαγαν, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Το πρωί, Βάλια και Ίγκορ ξύπνησαν από τις κραυγές ζωντανής χαράς: „Παγοπέδιλα! Επιτέλους! Έχω αληθινά, λευκά, καινούργια παγοπέδιλα! Ευχαριστώ, σας ευχαριστώ!” – φώναζε η Μαρία, βλέποντας το πολυπόθητο δώρο κάτω από το δέντρο. Η Μαρία τα σφιχταγκάλιαζε και δάκρυα ευτυχίας έτρεχαν στα μάγουλά της. Μετά πήγαν με τον θείο Ίγκορ στη λίμνη, εκείνος της καθάριζε τον πάγο από το χιόνι και τη μάθαινε να παίζει στον πάγο. Έπεφτε πολλές φορές, αλλά ο Ίγκορ υπομονετικά την κρατούσε από το χέρι, ώσπου να σταθεί γερά στα δικά της. Όταν τελικά μπόρεσε να κάνει έναν γύρο χωρίς να πέσει ούτε μία φορά, ξέσπασε σε χαρούμενες κραυγές κι όπως έφευγαν από τη λίμνη, έπεσε στην αγκαλιά του: „Σε ευχαριστώ για όλα! Σ’ ευχαριστώ, μπαμπά…” Εκείνη τη φορά, ο Ίγκορ έκλαιγε από χαρά. Προσπαθούσε κρυφά να σκουπίσει μερικά αντρικά δάκρυα, αλλά κυλούσαν μόνα τους, παγώνοντας στον αέρα. Η Μαρία μεγάλωσε. Έφυγε να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη. Η ζωή της γέμισε δυσκολίες. Όπως όλων, ίσως. Μα ο Ίγκορ πάντα στο πλευρό της. Πήγε στη γιορτή του λυκείου, της πήγαινε τσάντες με τρόφιμα να μη της λείψει τίποτα. Την πήγε στο γάμο της, στάθηκε μαζί με τον γαμπρό έξω από το μαιευτήριο, περίμενε τα νέα. Φρόντισε τα εγγόνια του και τα αγάπησε όσο δεν αγαπούν πολλές φορές οι πραγματικοί πατέρες. Και ύστερα έφυγε – όπως όλοι φεύγουμε. Στο τελευταίο αντίο, η Μαρία κι η μάνα της έριξαν μια χούφτα χώμα και βαριά αποχαιρέτησαν. „Αντίο, πατέρα… Υπήρξες ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Πάντα θα σε θυμάμαι…” Έμεινε στην καρδιά της για πάντα. Όχι σαν θείος Ίγκορ, ούτε σαν πατριός, αλλά σαν ΠΑΤΕΡΑΣ. Γιατί, κάποιες φορές, πατέρας δεν είναι αυτός που σε γεννάει, αλλά αυτός που σε μεγαλώνει, που συμμερίζεται τον πόνο και τη χαρά σου, αυτός που ήταν δίπλα σου.