Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου
Σήμερα κάθισα να γράψω. Αισθάνομαι ότι χρειάζομαι λίγο να βρω τον εαυτό μου πάλι και τι ειρωνεία, τόσα χρόνια στη δουλειά, και τώρα, που υποτίθεται ότι έχω πια χρόνο, έχω την πιο μεγάλη ανάγκη για προσωπικό χώρο.
Την προηγούμενη Παρασκευή πήρα σύνταξη. Οι συνάδελφοι στη ΔΕΗ με αποχαιρέτησαν με μια τούρτα γεμάτη λουλούδια από σαντιγί, η λογίστρια, η κυρία Κατερίνα, μού έδωσε ένα τεράστιο μπουκέτο με γαρύφαλλα κι ανοιχτήρι που υπέγραψαν μέχρι κι οι φύλακες ναι, ακόμα κι ο Αντώνης που μέσα σε είκοσι χρόνια δεν κατόρθωσε να μάθει το όνομά μου σωστά. Χαμογελούσα, έκοβα τη τούρτα, όλα μια χαρά, όπως πρέπει.
Τη Κυριακή βράδυ, όμως, χτύπησε το κινητό. Η Κωνσταντίνα, η κόρη μου.
Μαμά, μιλήσαμε με τον Πέτρο. Αφού τώρα είσαι συνταξιούχα, έχεις χρόνο, έτσι;
Ε, γενικά, απάντησα διστακτικά. Κάτι μέσα μου έκανε ένα μικρό κλικ, σαν να προειδοποιούσε.
Τέλεια! Θα παίρνεις τα παιδιά από το νηπιαγωγείο νωρίτερα και θα κάθεσαι μαζί τους μέχρι να γυρίσουμε εμείς.
Κάθε μέρα; ρώτησα.
Δηλαδή τι; Εφόσον σπίτι κάθεσαι!
«Σπίτι κάθεσαι…» Ειπώθηκε με τον τρόπο που λένε «δεν έχεις και τίποτα άλλο να κάνεις». Της είπα „εντάξει, Κωνσταντίνα”.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένα άλλο κλικ. Κάτι άρχισε να ζεσταίνεται μέσα μου. Γιατί τη Δευτέρα, για πρώτη φορά, υποτίθεται ότι θα πήγαινα σε εκείνο το μάθημα χορού για ενήλικες που είχα κλείσει στη Νέα Σμύρνη. Τα είχα προπληρώσει με τα πρώτα ευρώ της σύνταξης, το ονειρευόμουν εδώ και δυο χρόνια από τότε που είδα μια κοπέλα μεγάλης ηλικίας να περπατά υπέροχα ευθυτενής, γεμάτη χάρη στη Βουλιαγμένης. «Έτσι θέλω να είμαι κι εγώ!» σκέφτηκα. Αλλά τελικά, τη Δευτέρα πήγα και πήρα τα εγγόνια.
Η Ειρήνη απαίτησε πλεξίδα «όπως της Έλσας». Ο Άγγελος ξέχισε το προσούτο στην πλάκα, και φυσικά έχυσε και το χυμό πάνω στο άσπρο χαλί. Ως το βράδυ ένιωθα σαν τετράδιο μαθηματικών στο τέλος Σεπτεμβρίου ξεφτισμένη, με γωνίες γυρισμένες και πολύχρωμες μουτζούρες.
Η Κωνσταντίνα ήρθε να τους πάρει στις 7:30, με φίλησε σταυρωτά:
Σε ευχαριστώ, μαμά! Είσαι θησαυρός!
«Φυσικά και είμαι θησαυρός», σκέφτηκα κοιτώντας τη κλειστή πόρτα.
Κράτησε τρεις βδομάδες αυτή η ιστορία. Τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Που για δίαιτα ίσα που αρκούν, για να καταλάβεις όμως ότι σε χρησιμοποιούν σιγά-σιγά, αρκούν.
Η διαδικασία της Κωνσταντίνας τέλεια προγραμματισμένη. Παίρνει τηλέφωνο πρωί-πρωί, με τη φωνή κάποιου που όλα τα έχει υπό έλεγχο:
Μαμά, θα πάρεις εσύ τα παιδιά σήμερα;
Δεν ήταν ερώτηση. Δήλωση, όπως τα sms της τράπεζας: «Αφαιρέθηκαν 50 ευρώ από το λογαριασμό σας».
Απαντούσα «ναι», από τη συνήθεια που απέκτησα σε 65 χρόνια ζωής. Μια συνήθεια που λέγεται «να μην ταράζεις τα νερά». Βολική για όλους, εκτός από εσένα.
Ακύρωσα τα μαθήματα χορού. Τηλεφώνησα στη σχολή, τα εξήγησα. Η γραμματέας είπε πως διατηρείται η προκαταβολή μέχρι το τέλος του μήνα. Και μόλις έφτασε το τέλος, είχε φύγει και η ελπίδα.
Ακύρωσα και τη συνάντηση με τη Στέλλα, την παλιά μου συνάδελφο. Αυτή βγήκε στη σύνταξη πέρσι, τώρα κάνει περπάτημα στο Ζάππειο κι έφτιαξε μαρμελάδα κυδώνι. Είχαμε κανονίσει να δούμε γαλλική κωμωδία στη Δάφνη. Το ήθελα. Δεν πήγα.
«Την επόμενη φορά», είπε η Στέλλα. Λέξη που ισοδυναμεί με «ποιος ξέρει πότε». Χαϊδευτικό και άσκοπο.
Οι μέρες όλες ίδιες. Μετά το μεσημέρι στο νηπιαγωγείο, η Ειρήνη να θέλει συνεχώς παρέα, ο Άγγελος πιο ελεύθερος αλλά και… επικίνδυνος! Όλο κάποια ζημιά. Με το πιο γνήσια απορημένο πρόσωπο, λες και ο Νεύτωνας ήρθε και τον μάλωσε.
Στις 6 πονούσαν και πλάτη και γόνατα και… το κεφάλι. 7:30 αφήνα τα εγγόνια στη Κωνσταντίνα, εκείνη έφευγε, εγώ στη σιγαλιά του σαλονιού σκεφτόμουν: Κάτι πάει στραβά. Δεν καταλάβαινα τι.
Το κατάλαβα ένα απόγευμα, βλέποντας τηλεόραση. Μια άλλη γυναίκα, μεγάλη κι αυτή, σε μια εκπομπή, έλεγε: «Έζησα για όλους και στα εξήντα κατάλαβα ότι δικαιούμαι να ζήσω και για μένα». Κοίταξα την οθόνη κι είπα, χωρίς να το πολυκαταλάβω: «Ενδιαφέρον!»
Κι έτσι, τράβηξα από το συρτάρι το πρόγραμμα της σχολής χορού. Η σεζόν τελειώνει τέλη Απριλίου. Έχω ενάμιση μήνα. Θα προλάβω. Αν το θέλω πραγματικά.
Και το θέλω.
Την επόμενη μέρα δήλωσα ξανά συμμετοχή. Έβαλα το πρόγραμμα στο ψυγείο με αυτόν τον μικρό μαγνήτη της Μυκόνου. Πήρα τηλέφωνο τη Στέλλα: Σάββατο πάμε σινεμά. Εκείνη χάρηκε. Το καταφέραμε. Δυο τηλεφωνήματα και ξαναβρήκα κομματάκι δικό μου.
Κυριακή πήγα βόλτα μόνη. Χωρίς παιδιά, χωρίς σακούλες. Μία βόλτα στον Πεζόδρομο του Φαλήρου, καφές μόνη με θέα τη θάλασσα. Σε διπλανό τραπέζι δυο άνθρωποι όσο εγώ, γελούσαν ήσυχα. Σκέφτηκα: Σύνταξη; Όχι τέλος. Άλλο ξεκίνημα. Παρέδωσα τα χαρτιά. Τώρα ζεις.
Δευτέρα πάλι νηπιαγωγείο. Η Κωνσταντίνα, το βράδυ, με κοίταξε αλλιώς:
Μαμά, γιατί χαμογελάς έτσι;
Γιατί απλώς έχω καλή διάθεση, απάντησα.
Δεν έδωσε σημασία. Κακώς.
Την Παρασκευή το τηλέφωνο πάλι. Ησυχία στη φωνή, άπλετη αυτοπεποίθηση:
Μαμά, Τετάρτη φεύγουμε με τον Πέτρο τρεις μέρες στην Ύδρα να ξεσκάσουμε. Θα πάρεις τα παιδιά, ε;
Τις ακριβείς αυτές ημέρες είχα ήδη πληρώσει και εκτυπώσει οργανωμένο ταξίδι με τη Στέλλα και δύο φίλες της. Αράχωβα, ξενοδοχείο με πρωινό, ξεναγός στους Δελφούς, ρακόμελο τα πάντα όλα. Κοίταξα το τηλέφωνο, μετά το πρόγραμμα στο ψυγείο μου, ύστερα τη κράτηση για την εκδρομή. Ήταν σαν μια μικρή συνωμοσία μια σιωπηλή, ανέκφραστη ακόμα διαμαρτυρία.
Αυτό που έβραζε τόσες μέρες μέσα μου, έφτασε στην έξαψη.
Δεν απάντησα αμέσως. Πάντα συνήθιζα να λέω «ναι» ή «εντάξει» ή «φυσικά». Αυτή τη φορά άφησα τρία απλά δευτερόλεπτα σιωπής τρεις αιώνιες στιγμές.
Κωνσταντίνα… δεν θα μπορέσω.
Πάγωσε η άλλη γραμμή.
Τι;
Έχω ταξίδι εκείνες τις μέρες. Αράχωβα. Θα πάω με τη Στέλλα.
Σιωπή.
Σοβαρολογείς;
Απόλυτα.
Μαμά, είσαι στη σύνταξη. Πρέπει να είσαι με τα εγγόνια!
Το είπε λες κι είναι νόμος της φύσης: Γιαγιά ίσον μόνιμη babysitter. Ξανά παύση.
Κωνσταντίνα, γιαγιά είμαι. Όχι δωρεάν νταντά.
Τι είπες τώρα; ακούστηκε η Κωνσταντίνα κάπως αδύναμα πια.
Την αλήθεια.
Μαμά, καταλαβαίνεις ότι δουλεύουμε και βασιζόμαστε σε εσένα;
Το καταλαβαίνω. Και τρεις ολόκληρες εβδομάδες βοηθάω κάθε μέρα. Δεν μετράει;
Αφού σπίτι κάθεσαι!
Να το πάλι. «Σπίτι κάθεσαι.»
Κωνσταντίνα, έζησα 35 χρόνια για εσένα. Μόνη μου, χωρίς βοήθεια, χωρίς διακοπές. Δεν παραπονιέμαι, ήταν δική μου επιλογή. Αλλά τώρα ήρθε η ώρα λίγο να ζήσω και για μένα.
Δεν το περίμενε αυτό.
Μαμά, είσαι εγωίστρια!
Πες το όπως θες, απάντησα ήρεμα.
Κι έκλεισα το τηλέφωνο. Ούτε που πίστεψα ότι το έκανα.
Ήπια τσάι, κάθισα στο παράθυρο. Δεν πέρασαν δεκαπέντε λεπτά και ξαναχτύπησε το τηλέφωνο.
Μαμά, καταλαβαίνεις ότι δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε τώρα;
Καταλαβαίνω. Κι εγώ στην ηλικία σας δεν ήξερα. Κι όμως τα κατάφερα.
Δεν είναι το ίδιο!
Γιατί όχι;
Η σιωπή της ήταν εύγλωττη. Είτε ήξερε απάντηση και ντρεπόταν, είτε δεν είχε τίποτα να πει.
Στη σύνταξη είσαι, τι άλλο να κάνεις;
Ό,τι θέλω. Χορό. Ταξίδια. Καφές στην παραλία. Γαλλικό σινεμά. Ακόμα και να κάθομαι και να κοιτάζω τη βροχή δικαίωμά μου. Εσύ μου εξηγείς τι κάνεις τα Σαββατοκύριακα;
Δουλεύω!
Κι εγώ δούλεψα 30 χρόνια.
Σιωπή.
Μαμά, έχεις αλλάξει.
Ναι. Αργά, αλλά άλλαξα.
Δεν σε καταλαβαίνω.
Ξέρω. Κάποτε θα με καταλάβεις.
Αποχαιρετιστήκαμε ψυχρά, χωρίς «φιλάκια μαμά», χωρίς τρυφερότητα. Ούτε ένα απλό «γεια». Σαν άγνωστοι στο ασανσέρ.
Έκλεισα το κινητό κι έμεινα να κοιτάω τη βροχή.
Δεν σκεφτόμουν. Ούτε για εγγόνια, ούτε για Κωνσταντίνα, ούτε αν έκανα το σωστό.
Μετά, έγραψα στη Στέλλα: «Φεύγουμε. Κλείσε».
Η απάντηση ήρθε αμέσως. «ΝΑΙ!!!» με τρία θαυμαστικά.
Χαμογέλασα. Έξω ο Μάρτιος άρχιζε να φορά τα πρώτα πράσινα φυλλαράκια βιαστικά, χαρούμενα, σαν να λέει κι εκείνος: φτάνει πια, ήρθε η ώρα να ζήσεις.
Τέσσερις μέρες δεν με πήρε τηλέφωνο η Κωνσταντίνα.
Εγώ ήμουν στα βουνά της Αράχωβας. Γελούσα με τη Στέλλα, πίναμε ρακόμελο στο τζάκι, βγάλαμε φωτογραφίες με τις εκκλησίες στο βάθος κι έλεγα αστεία που μονάχα όταν είσαι ελεύθερος πραγματικά, είναι όντως αστεία.
Γύρισα πίσω Κυριακή βράδυ.
Δευτέρα το κινητό πάλι. Αυτή τη φορά η Κωνσταντίνα πιο σκεπτική, μαλακότερη:
Μαμά, μπορεί να έκανα λάθος. Έχεις κάθε δικαίωμα στη ζωή σου.
Χαίρομαι που το βλέπεις, είπα.
Έχουμε μάθει πάντα να βασιζόμαστε σε σένα…
Κι εγώ το καλλιέργησα αυτό, της είπα ειλικρινά.
Σώπασαν οι λέξεις.
Θα βοηθήσεις πού και πού; Όχι κάθε μέρα, όταν μπορείς;
Όποτε μπορώ, με χαρά απάντησα. Τα εγγόνια μου τα αγαπάω. Αλλά το «όποτε μπορείς» δεν είναι «κάθε μέρα, γιατί έτσι κι αλλιώς σπίτι κάθεσαι».
Ναι… διαφορά μεγάλη.
Έτσι, τώρα παίρνω τα εγγόνια κάθε Παρασκευή. Από επιλογή. Με ευχαρίστηση. Κάνουμε κουλουράκια, βλέπουμε παιδικά. Τους λέω για την Αράχωβα, για το τσίπουρο και τα χιόνια, που αν τα πιάσεις σωστά, έγιναν σαν ζάχαρη.
Και τις Τρίτες, μαθήματα χορού.
Και να δεις, η Ειρήνη και ο Άγγελος το λένε στο νηπιαγωγείο με περηφάνια: «Η γιαγιά μας χορεύει». Ξεχωριστά, μοναδικά, καλύτερα από το «Η γιαγιά κάθεται μόνιμα σπίτι».





