«Ποιος θα σε θέλει με πέντε παιδιά στην πλάτη;»έτσι με πέταξε έξω η μάνα μου, χήρα στα τριάντα δύο, χωρίς να ξέρει πως στο παλιό σπίτι με περίμενε μια κληρονομιά και ένας απροσδόκητος νυχτερινός επισκέπτης
Το χώμα στο νεκροταφείο ήταν βαρύ και υγρό, κολλούσε πάνω στα φτηνά παπούτσια της Νεκταρίας. Στεκόταν, ακίνητη, και κοίταζε τους εργάτες να ρίχνουν το χώμα στη ζωή της. Ο Στέλιος έφυγε ξαφνικά, τριάντα πέντε χρονών, έπεσε ένα μεσημέρι στη δουλειά και δεν ξανασηκώθηκε.
Δίπλα της στεκόταν η μητέρα της Νεκταρίας, η Παναγιώτα, πνιγμένη μέσα στο ακριβό της παλτό από βιζόν. Τους γλυκοκοίταζε περιφρονητικά τα εγγόνια που είχαν κουρνιάσει πάνω στη μαύρη καμπαρντίνα της κόρης της.
Φτάνει πια με τα κλάματα, είπε απότομα η Παναγιώτα όταν ο σωρός είχε γεμίσει. Πάμε, Νεκταρία. Δεν υπάρχει λόγος να ξεπαγιάζουμε. Έχουμε να μιλήσουμε.
Στο μικρό διαμέρισμα με τη δόση που η τράπεζα είχε ήδη σταμπάρει, η μητέρα έκατσε επικεφαλής στο τραπέζι της κουζίνας.
Λοιπόν, άκου, είπε χωρίς να βγάλει καν το καπέλο της.Το διαμέρισμα θα το πάρει η τράπεζα, το ξέρεις. Δεν μπορείς να πληρώσεις. Ο Στελάρας σου έφυγε και εσύ όλο σε άδειες κύησης κάθεσαι.
Θα πάω να δουλέψω, ψιθύρισε η Νεκταρία, κουνώντας στην αγκαλιά της τον μικρό Μιχάλη, μόλις ενός.
Πού; Καθαρίστρια; Τέσσερα σουλατσάρεις και το νεογέννητο! Ποιος θα σε πάρει έτσι; Τα δύο μεγάλα, η Κατερίνα και ο Πάνος, εγώ θα τα έβαζα σ’ ένα ίδρυμα. Προσωρινά. Για τα μικρά…ας σε βοηθήσουν οι κοινωνικές υπηρεσίες.
Όχι, είπε απαλά η Νεκταρία.
Τι;
Από το σπίτι μου, Παναγιώτα! δεν θα τα δώσω πουθενά. Ας πεινάσω εγώ, τα παιδιά μου θα τα μεγαλώσω.
Άντε βρε χαζή…στο 'χα πει εγώ, να σκεφτείς πριν να είναι αργά, όλο ρομαντικά, ρομαντικά. Τώρα να δεις! Και μη με ενοχλείς για λεφτά.
Ένα μήνα αργότερα όντως έφτασε το χαρτί της τράπεζας. Δέκα μέρες περιθώριο για να αδειάσει το σπίτι. Η Νεκταρία γύριζε σαν τρελή μπας και βρει κάποια γωνιά, αλλά καμία σπιτονοικοκυρά στην Αθήνα δεν τη δεχόταν με πέντε παιδιά.
Κι εκεί που είχε απελπιστεί, ήρθε ένα γράμμα. Από το χωριό Κρυόρεμα, απ τη Φθιώτιδα. Ο συμβολαιογράφος ενημέρωνε πως της άφησε σπίτι μια θείτσα που είχε δει μια φορά στη ζωή της. «Παλιό είναι, αλλά δικό μου» σκέφτηκε η Νεκταρία. Άλλη επιλογή δεν είχε.
Το Κρυόρεμα τους υποδέχτηκε με παγωμένο αγέρα. Το σπίτι στεκόταν στην άκρη του χωριού, με το δάσος να το αγκαλιάζει. Το ξύλο ήταν μαυρισμένο, τα παράθυρα σχεδόν γαλακτώδη από την υγρασία.
Μαμά, κάνει κρύο εδώ ψιθύρισε η πεντάχρονη Σοφία.
Τώρα, μικρούλα, μόλις ανάψουμε τη σόμπα θα ζεστάνει, είπε η Νεκταρία με φωνή που έτρεμε από το άγχος.
Η πρώτη νύχτα ήταν εφιάλτης. Η ξυλόσομπα κάπνιζε, τα παιδιά βήχαν, ο αέρας περνούσε από παντού. Είχε κουκουλώσει όλα τα παιδιά με μπουφάν, κουβέρτες, και χαλιά… Η ίδια έμεινε ξάγρυπνη, ακούγοντας την ανάσα του Βαγγέλη.
Ο Βαγγέλης ήταν το μεσαίο παιδί, επτά χρονών, με σοβαρό ιατρικό πρόβλημα. Περίμεναν σειρά για χειρουργείο ένα χρόνο και ο καρδιολόγος στην Λαμία είχε πει: «Καλύτερα να πάτε τώρα ιδιωτικά στην Αθήνα, κινδυνεύει άμεσα». Τα έξοδα… στην καλύτερη, δύο διαμερίσματα σαν αυτό που τους πήραν.
Το πρωί η Νεκταρία σύρθηκε μέχρι το πατάρι να μονώσει τις τρύπες. Εκεί, ανάμεσα σε εφημερίδες του ’70 και παλιά πανωφόρια της θειάς, βρήκε ένα μεταλλικό κουτί τσαγιού. Μέσα, τυλιγμένο σε λαδοχαρτί, κάτι βαρύ.
Ρολόι τσέπης. Μεγάλο, ασημένιο, με αλυσίδα. Έτριψε την πίσω μεριά, φάνηκε δικέφαλος αετός και η χαραγμένη επιγραφή: «Για πίστη και αφοσίωση».
Ωραίο, αλλά πόσο να αξίζει; αναστέναξε.
Οι δείκτες είχαν σταματήσει πέντε λεπτά πριν τις δώδεκα.
Το έσπρωξε στην ντουλάπα. Προτεραιότητα είχε το φαΐ, που ίσα ίσα έφτανε για τρεις μέρες και τα ξύλα που τέλειωναν. Ο Βαγγέλης χειροτέρευε. Χλωμός, άκαμπτος στο κρεβάτι.
Το βράδυ ξέσπασε χιονοθύελλα. Έβαλε τα παιδιά να κοιμηθούν, κάθισε μόνη της στο παράθυρο. Είχε τύψεις τι είχε καταφέρει; Τους έφερε εδώ για να χαθούν;
Ένας ήχος στην πόρτα.
Της φάνηκε παράξενομήπως το φαντάστηκε;
Χτύπημα, αυτή τη φορά αποφασιστικό, βαρύ.
Έπιασε μια παλιά σιδερένια βέργα κι άνοιξε προσεκτικά.
Ποιος είναι;
Άνοιξε, κυρά, έστρωσε χιονιάς, είπε μια φωνή παράξενη, τριζάτη αλλά γαλήνια.
Μάλλον μηχανικά, άνοιξε. Στο κατώφλιένας παππούς. Ένα μέτρο και κάτι, σε μακρύ σκούρο ράσο δεμένο με σχοινί. Γένια σαν γκρι χιόνι, μάτια λαμπερά.
Περάστε κατάφερε να πει η Νεκταρία.
Μπήκε μέσα, κι ανεξήγητα, δεν έσταζε ούτε κρύωνεαντίθετα, ζέστανε αμέσως ο χώρος.
Προχώρησε προς την κάμαρα που κοιμόταν τα παιδιά και έριξε ματιά στον Βαγγέλη που δυσκολευόταν να αναπνεύσει.
Είναι άρρωστο το αγόρι, ε; είπε ο παππούς.
Βαρειά ασθένεια βοήθεια χρειάζεται αλλά λεφτά δεν υπάρχουν ψιθύρισε.
Τα λεφτά σκόνη είναι, είπε, και κάθισε στο σκαμνί. Ο χρόνος όμως είναι χρυσός. Το εύρημά μου το βρήκες;
Πάγωσε η Νεκταρία.
Το ρολόι; Δικό σας ήταν;
Δικό μου. Ο αφεντικός μου το χάρισε όταν τον έβγαλα απ τα παγωμένα. Παλιά ιστορία Κράτα το καλάθα σου χρειαστεί.
Να το πουλήσω δηλαδή; Μην και πάρω τίποτα φάρμακα… Είναι ασήμι.
Ο παππούς χαμογέλασε κάτω απ τα γένια του.
Μη βιαστείς να το δώσεις κοψοχρονιά. Ένα παιχνίδι υπάρχει. Ο ωρολογοποιός, ο Μπουρής, αγαπούσε τις φάρσες. Πάρε μια λεπτή βελόνα και πίσω από τον κρίκο, πίεσε απαλά. Διπλό πάτο έχει.
Σηκώθηκε.
Λοιπόν, Νεκταρία, ωραίο όνομα διάλεξαν. Μη χάνεις την ελπίδα σου.
Σταθείτε μισό, να σας φτιάξω ένα τσάι! Πώς είπατε; Τι όνομα;
Προκόπης με λένε.
Γύρισε να του βάλει νερό κι ο χώρος είχε αδειάσει. Πόρτα κλειστή, παιδιά στον ύπνο, στην ατμόσφαιρα άρωμα βασιλικού και φρέσκου ψωμιού.
Όλη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Πρωί πρωί, άνοιξε το ρολόι. Βρήκε μια βελονίτσα και τρεμάμενα βασάνισε το μικροσκοπικό σημείο. Άνοιξε. Στο εσωτερικό, ένα διπλωμένο χαρτί και ένα χρυσό νόμισμα, δυσανάλογα βαρύ.
Το γράμμα δύσκολα διαβαζόταν. «Διαπιστεύω ότι ο φέρων…», μετά κομψογράφιες, αρχαία Ελληνικά.
Ξεκίνησε για τη Λαμία με το ΚΤΕΛ και, με τρεμάμενη φωνή, ζήτησε από έναν έμπορο παλαιών αντικειμένων να το δει. Ο τύπος, πρώτα-πρώτα, αδιάφορος…
Εντάξει, ασήμι 84, πέντε χιλιάδες ευρώ το πολύ
Κοιτάξτε όμως αυτό, έβγαλε το χαρτί με το χρυσό.
Έσκυψε, τα μάτια γούρλωσαν.
Από πού σας ήρθε αυτό;
Κληρονομιά της θείας μου
Κυρία μου, αυτή η χρυσή δραχμή είναι δοκιμαστική. Ελάχιστα υπάρχουν. Και το έγγραφο είναι βασιλική διαπίστευση με ιδιόχειρη υπογραφή. Αυτό δεν το αγοράζω! Δεν έχω καν τα λεφτά. Πρέπει να πάτε Αθήνα, σε μεγάλο οίκο… Είναι ολόκληρη περιουσία.
Το χειρουργείο για τον Βαγγέλη έγινε μέσα στο μήνα, από τους καλύτερους γιατρούς, στην κορυφαία κλινική. Η Νεκταρία έβλεπε το πρόσωπο του να παίρνει χρώμα και τα λεφτά να φτάνουν και να περισσεύουν. Έφτασαν για νέο σπίτι, για τα σχολεία όλων.
Επιστρέφοντας πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο νεκροταφείο του χωριού. Έψαξε για ώρα, ξεχορτάριασε ένα σταυρό, διάβασε την ξεβαμμένη πινακίδα: «Προκόπιος, 1888-1960».
Άφησε λουλούδια κι έσκυψε με ευγνωμοσύνη.
Ευχαριστώ, παππού Προκόπη.
Έχτισε μεγάλο φωτεινό σπίτι, με θέρμανση, κουζίνα, όλα τα κομφόρτ. Στο χωριό τη σεβάστηκαν, έλεγαν είναι σοβαρή, σκληρά εργαζόμενη, κρατάει τα παιδιά της καθαρά, τους έδινε όλα όσα της έλειπαν.
Η Παναγιώτα εμφανίστηκε με το ταξί μετά από έξι μήνες, περιποιημένη, με μιαύ σοκολατίνα. Είδε το μεγάλο διώροφο και τον περιποιημένο κήπο.
Βρε καλώς τη μου, Νεκταρία! είπε με αγκαλιές, λες και δεν την είχε ποτέ διώξει.Άκουσα προόδευσες, βρήκες λένε ένα θησαυρό, χαίρομαι πολύ! Εγώ όμως είμαι άρρωστη, η σύνταξη ψίχουλα, δεν με βάζεις σε ένα δωματιάκι εδώ που έχεις τόσα;
Η Νεκταρία βγήκε στο κατώφλι. Πίσω της τα μεγάλα παιδιά, κοιτώντας τη γιαγιά τους με ψυχρότητα.
Καλησπέρα σας, μαμά, είπε με ήρεμη φωνή.
Καλά, τι περιμένεις; Δεν θα μπω;
Όχι.
Πώς «όχι»; Η μάνα σου είμαι! Θα δεις δικαστήριο!
Άμα θέλεις, κάν’ το, είπε και γύρισε μέσα.Τώρα έχουμε κοινή ησυχία, κι ο Βαγγέλης πρέπει να ξεκουραστεί.
Έκλεισε τη βαριά καρυδένια πόρτα πίσω της.
Απέξω ακόμα ακούγονταν φωνές για αχαριστία και τα «πέντε τσουβάλια», αλλά η Νεκταρία δεν άκουγε πια. Μύριζαν οι πίτες στην κουζίνα και το παλιό ρολόι στον τοίχο μετρούσε το χρόνο για μια νέα, φωτεινή ζωή.





