Ελένη, κάτσε σπίτι σήμερα, δηλαδή πρέπει να σε κουβαλάω παντού μαζί μου, μόνο και μόνο επειδή είμαστε παντρεμένοι; μουρμούρισε ο Νίκος, θαυμάζοντας τον εαυτό του μπροστά στον καθρέφτη. Η Ελένη δεν τον άκουσε καν. Ετοιμαζόταν για το εξοχικό της παρέας και, όπως κάθε καλή νοικοκυρά, ετοίμασε τα πάντα με σχολαστικότητα. Ωστόσο, εκείνη τη μέρα τίποτα δεν πήγαινε όπως συνήθως.
Στο χολ, είδα τον άντρα μου με ένα λευκό καλοκαιρινό πουκάμισο και ξαφνιάστηκα.
Νίκο, πώς έτσι ντύθηκες; Μην περιμένεις να σου βγάλω τους λεκέδες από τα σουβλάκια, στο λέω από τώρα Πάρε τα πράγματα με τα φαγητά, είναι όλα έτοιμα. Αλλάζω φόρεμα και φύγαμε.
Ο Νίκος κοίταξε βαρύθυμα τις σακούλες που του έδειχνα.
Τι είναι όλ αυτά; παραπονέθηκε, παίρνοντάς τα απρόθυμα.
Τι εννοείς; Πάμε εξοχικό, όχι σε ταβέρνα! Και η Κατερίνα, καλή μου φίλη είναι, αλλά μαγειρεύει χάλια. Έχω φέρει πατατούλες, σαλάτες, κοτόπιτα Αν ο Μανώλης θέλει να τρώει τα φαγητά της γυναίκας του, δικό του πρόβλημα· εγώ δε θέλω να κυνηγάμε νοσοκομεία. Συγγνώμη που στο θύμισα.
Ο άντρας μου σκυθρώπιασε ακόμη περισσότερο.
Ελένη, άκου, καλύτερα να καθίσεις σήμερα σπίτι. Κάνε κάτι ελαφρύ να φας, βγες για τρέξιμο καλύτερα στο πάρκο. Έχεις πάρει κοιλίτσα απ’ το καθισιό στη δουλειά. Εγώ θα πεταχτώ ως τον Κώστα για λίγο και θα γυρίσω.
Κατάλαβα Θα πας δηλαδή μόνος σου; είπα, ενώ ο Νίκος έκανε τς.
Δεν ήθελα να σου το πω, έχεις χωθεί με τη δουλειά, δε μιλάμε πια πολύ. Δε φαντάζεσαι, χώρισαν! Ο Κώστας ήθελε αλλαγή, τώρα έχει άλλη σχέση. Ο ίδιος μου ζήτησε να τον βοηθήσω με τις σούβλες. Γιατί, όπως εγώ δεν ξέρει κανείς
Και με σιγουριά, απομάκρυνε τις τσάντες.
Δεν το περίμενα, ήμασταν καλοί φίλοι με την Κατερίνα, αν κι εγώ τελευταία πάλευα με το παλιό μου διαμέρισμα κι είχα τρεχάματα με τους ενοικιαστές που εξαφανίστηκαν αφήνοντας χάος. Σκεφτόμουν σοβαρά να το πουλήσω
Ήμουν πνιγμένη στη δουλειά και στο σπίτι, οι φιλίες έμεναν συχνά στην άκρη. Δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι το τέλειο ζευγάρι του Κώστα και της Κατερίνας διαλύθηκε τόσο ξαφνικά.
Άκου νέα ψιθύρισα. Τώρα θα κυριαρχεί καμιά κούκλα στο σπίτι εκεί μέσα και δε θες να με πάρεις μαζί σου;
Βρε Ελένη, όχι και κούκλα! Μια γυναίκα, σαν κι εσένα είναι Δεν ξέρω πολλά! Κάτσε καλύτερα σπίτι, καρδιά μου. Εσύ και η Κατερίνα βρείτε τον καιρό σας για να την σχολιάσετε, μη φοβάσαι, γέλασε ο Νίκος.
Κάτι μέσα μου με ωθούσε να πάω. Ίσως γυναικεία αλληλεγγύη, ίσως απλό ανθρώπινο κουτσομπολιό, πάντως κατάφερα και τον έπεισα να με πάρει μαζί.
****
Στη διαδρομή, ο Νίκος ήταν σιωπηλός, μόνο φώναζε στους οδηγούς και τις ατελείωτες ουρές στην Αττική οδό.
Εγώ μιλούσα με τη μεσίτρια για το σπίτι.
Πώς τα πας; Χωρίς άντρα, βλέπω, καλά τα καταφέρνεις; είπε ξαφνικά ο Νίκος, με το μάτι του καρφωμένο στο κινητό μου.
Τι; Α, για το διαμέρισμα… Τίποτα δεν έγινε. Άλλοι το θέλουν άμεσα, άλλοι ζητούν καινούργια έπιπλα και ανακαίνιση, που ξέρεις και εσύ τι έχουμε
Τα λεφτά για ανακαίνιση τα έχω, είπε ο Νίκος.
Νίκο, εγώ θέλω να πάμε διακοπές! Μήπως να πάμε οικογενειακά στη θάλασσα;
Διάλεξε: ή ανακαίνιση ή διακοπές, Ελένη! Δουλεύω, δεν γίνεται να λείψω, το ξέρεις καλά.
Του είπα ότι η κυρά-Μαρία, η γειτόνισσα, ζήτησε να μείνει η κόρη της στο διαμέρισμα. Ήμουν έτοιμη να δεχτώ. Ο Νίκος έγινε έξαλλος.
Και σε ποιoν να το νοικιάσεις, Ελένη; Θα το φάνε τσάμπα. Κάνε ανακαίνιση, πουλήσέ το και τα λεφτά θα τα χειριστώ εγώ! Εσύ είσαι ευκολόπιστη, θα το ξεπουλήσεις για ψίχουλα.
Δικό μας; ρώτησα σφιγμένη.
Δικό μας, βεβαίως, είμαστε οικογένεια, είπε ψύχραιμα.
Στο εξοχικό μας περίμεναν ήδη. Πρώτος πετάχτηκε γελαστός και χαρούμενος ο Κώστας.
Έλα βρε γερόντια! Τι καθυστερήσατε τόσο; φώναξε.
Όσο αγκαλιάζονταν οι άντρες, βγήκα κι εγώ απ το αμάξι και παρατήρησα τον Κώστα. Είχε αλλάξει: Μοντέρνο μπλουζάκι που διαγραφόταν η κοιλιά του, φθαρμένα, σκισμένα τζιν. Με την Κατερίνα μαζί τέτοια δεν φορούσε ποτέ!
Έλα βρε Ελένη, στέκεσαι σαν ξένη! είπε χαμογελαστός και με έσφιξε σε μια αγκαλιά. Στο πορτ-μπαγκάζ έχει φαΐ για όλους, για το πικνίκ, του λέω.
Άστα κάτω, έλα να περάσουμε ωραία. Η αγαπημένη μου τα παρήγγειλε όλα από εστιατόριο! μου φώναξε, με τραβούσε προς το σπίτι.
Οι σακούλες με το φαγητό ξεχάστηκαν στο αμάξι Στην πέργκολα, που συνήθως μαζευόταν η παλιοπαρέα, σήμερα υπήρχε πολύς χαβαλές. Άκουγα γυναικείο γέλιο από μακριά. Πλησιάζοντας είδα τη νέα φλόγα του Κώστα: Μια εμφάνιση ξανθιά, με φίλη μαζί της, και οι δύο μέσα στα φουλ καλοκαιρινά. Εμ, βέβαια Ο Κώστας αντάλλαξε την Κατερίνα με μια νεαρή διπλανή γλάστρα με ψεύτικες βλεφαρίδες και μαλλιά. Εγώ ποτέ δεν είχα τα πρότυπα μοντέλου, αλλά να πεις πως ήμουν και τελείως αδιάφορη;
Ο Νίκος και εγώ καθίσαμε ήσυχα σε μια άκρη. Ο άντρας μου όλο γύριζε γύρω από την Αγγελική και την Νάντια, παραμελώντας εμένα, κι αυτό το σημείωσα. Το τραπέζι είχε μόνο δυο πίτσες και junk food σε πλαστικά πιάτα. Η Κατερίνα θα τρελαινόταν αν έβλεπε πώς τον ταΐζει αυτή εδώ τον Κώστα, σκέφτηκα αλλά δεν μίλησα.
Να συστηθούμε, λοιπόν, αυτή είναι η Ελένη, η γυναίκα του Νίκου. Freelance λέει κάνει, βασικά άνεργη… γέλασε άσχημα ο Κώστας, με έθιξε. Αυτή όμως είναι η ζωή μου. Η βασίλισσά μου, η Αγγελική και η φίλη της, η Νάντια! είπε περιχαρής.
Τον Νίκο δεν μπήκε καν στον κόπο να τον συστήσει στις κοπέλες. Αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από μένα.
Η Αγγελική είναι αισθητικός, καμάρωσε ο Κώστας.
Δεν είναι πωλήτρια, σαν την Κατερίνα, σκέφτηκα.
Είμαι αισθητικός και make-up artist, χαμογέλασε. Αν χρειαστείτε έκπτωση, πείτε μου
Ένιωσα αμήχανα με τις κοπέλες αυτές και τα τουνίκ. Ο Νίκος σήκωσε τα μανίκια του λευκού πουκαμίσου και έπιασε τα σουβλάκια. Κάθισα σιωπηλή.
Ελένη, κουβέντιασε μαζί τους, μη στέκεσαι σαν αγάλμα! Η Νάντια είναι κομμώτρια, μπορεί να φτιάξει επιτέλους τα μαλλιά του Νίκου να φύγει το ημιμποξ της συμφοράς, τόνισε ο Κώστας.
Αγάπη μου, ο Νίκος είναι πολύ ωραίος άντρας, του πάει κάθε κουπ. Η Νάντια ήδη του πρότεινε τα καλύτερα, μουρμούρισε η Αγγελική.
Αγγελική, πάμε βουτιά όσο γίνονται τα σουβλάκια; είπε η Νάντια. Κυρία Ελένη, θα έρθετε;
Γύρισαν και οι δυο με ύφος μας προσβάλεις; Σηκώθηκα.
Δε θα έρθω. Κώστα, έπρεπε να με ειδοποιήσεις. Δεν θα ερχόμουν, αν ήξερα τι κυκλοφορεί εδώ μέσα. Τότε, με την Κατερίνα
Έλα τώρα, μη μου λες για το παλιό χωριό! Αυτές σε πλησίασαν ευγενικά, εσύ τους μιλάς απότομα! αντέδρασε ο Κώστας.
Ευγενικά; Η μία με είπε άσχημη και μου πρόσφερε έκπτωση για αισθητική, η άλλη γυρνάει γύρω από τον άντρα μου! Για να ξέρετε, ο Νίκος είναι πολύ τσιγκούνης για να σας πληρώσει τον κουρεύει τζάμπα η γειτόνισσα κι αυτό του αρέσει πολύ! απάντησα και πήγα στον άντρα μου.
Ο Νίκος ζήλευε τις δίπλα, κι όταν είδε τον καβγά, φανερά εκνευρίστηκε.
Φεύγουμε τώρα, του είπα.
Ελένη, μια χαρά περνάμε! προσπαθούσε να ηρεμήσει το κλίμα.
Όταν ήταν η Κατερίνα, ναι. Τώρα με αυτές τις κούκλες όχι! αγρίεψα.
Ρε Νίκο, η γυναίκα σου έγινε κουρασμένη, πήγαινέ την σπίτι! πέταξε ο Κώστας και τους άφησε μόνους.
Ο άντρας μου μ έπιασε σφιχτά και μίλησε αυστηρά:
Ελένη, τι σκηνές είναι αυτές; Έχεις αποξενωθεί, δεν μπορείς να μιλήσεις σωστά με ανθρώπους. Πήγαινε σπίτι, βγες βόλτα στο πάρκο ή στη μάνα σου, τα παιδιά την έχουν ζαλίσει στις διακοπές. Σου κλείνω ταξί!
Τι να πω; Νευρίασα. Τα γέλια της Αγγελικής και της Νάντιας με εξόργισαν.
Δεν μπορεί δηλαδή να ξεκουραστώ μισή ώρα χωρίς τη γκρίνια σου; Γίναμε βαρετοί ο ένας για τον άλλον. Εσύ γριά και μουρμούρα! ξέφυγε τελείως από τα όρια.
Σου χρειάζονται νέες, βλέπω, όπως του Κώστα! Γιατί δεν παραδέχτηκες ότι τις γνώριζες ήδη;
Γιατί έτσι… Την προηγούμενη βδομάδα βγήκαμε μαζί σε ένα μπαράκι, και λοιπόν;
Καταλαβαίνω Μην επιστρέψεις σπίτι! του είπα και του έριξα ό,τι είχε μείνει από τη μαρινάδα στα σουβλάκια. Το πουκάμισο, δυστυχώς, καταστράφηκε.
Βγήκα από το εξοχικό κι έτρεξα στον κοντινότερο σταθμό του ΚΤΕΛ. Έβραζα. Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν ήθελε να με πάρει μαζί του στον Κώστα.
Στη διαδρομή πήρα τηλέφωνο την Κατερίνα να της ξεθυμάνω και να της πω πόσο κατάντησε ο Κώστας.
Τι θες; απάντησε απότομα.
Κατερίνα, εγώ είμαι
Μην ξαναπάς! Ούτε εσένα, ούτε τον Νίκο θέλω να ξέρω! Εκείνος τα φταίει όλα άρχισε να κλαίει.
Με δυσκολία της πήρα κουβέντα. Ο Νίκος τους είχε συστήσει με αυτήν τη ξανθιά, και ο Κώστας γρήγορα βρέθηκε να έχει σχέση μαζί της αφήνοντας άδειο το σπίτι στην Κατερίνα. Στο τέλος τα βρήκαμε λίγο μεταξύ μας, αλλά η πικρία έμεινε.
Κατάλαβα πλέον ότι ο άντρας μου είχε αρχίσει μυστικές ζωές, πέρα από την οικογένεια, και δεν μπορούσα να το αποδεχτώ.
****
Με ταξί πήγα στη μάνα μου, στη Νέα Πέραμο, εκεί έμεναν τα παιδιά για το καλοκαίρι στη γιαγιά. Η μαμά μου, η Κυρία Ειρήνη, δεν περίμενε να με δει έτσι, σκοτεινιασμένη.
Ελένη, τι έπαθες, κορίτσι μου; ανησύχησε.
Τα πήρα όλα, μαμά. Θέλω λίγο να ξεκουραστώ, να χαρώ το καλοκαίρι μαζί σας.
Ο Νίκος δουλεύει, έχει βαρύ πρόγραμμα. Εσύ είσαι πιο ελεύθερη.
Γιατί δηλαδή πρέπει εγώ να θυσιάζω το καλοκαίρι για το πρόγραμμα του Νίκου; είπα.
Παντρεμένη είσαι βρε κορίτσι μου, χωρίς τον άντρα διακοπές;
Αυτός κάνει διακοπές χωρίς εμένα! απάντησα.
Βάλαμε δυο κουλουράκια με το τσάι, κι άρχισα να της λέω τα πάντα για το τι έγινε στο εξοχικό.
Του άρεσαν οι καινούργιες εμπειρίες, μαμά! Περιφέρεται με τη γλάστρα και εμείς με τα παιδιά καθόμαστε σπίτι! Θα πάω τα παιδιά διακοπές, το αποφάσισα. Είχαμε βάλει στην άκρη λεφτά για την ανακαίνιση, αλλά προτεραιότητες αλλάζουν.
Η μάνα μου με καθησύχασε, αλλά μου σύστησε να συζητήσω ψύχραιμα με τον Νίκο, για τα παιδιά
Πριν το καταλάβω, τα παιδιά είχαν γυρίσει.
Μαμά! Τι κάνεις εδώ; ρώτησε ο μικρός.
Ήρθα για εσάς, είπα.
Για το σπίτι; Δεν θέλουμε! φώναζαν και οι δυο.
Πάμε σπίτι και μετά στη θάλασσα, στη θεία Λένα, μας είχε πει να πάμε, απάντησα.
Το γεγονός στο εξοχικό με τάραξε. Μάλλον, να που φτάσαμε στην κρίση στο γάμο μας. Εγώ είχα απορροφηθεί σπίτι, εργασία, παιδιά, και ο Νίκος ζούσε αλλού. Χάσαμε τις κοινές μας στιγμές, συνοδοιπορία δεν υπήρχε. Αυτό ήταν, είπα μέσα μου.
Σήμερα μου είπε ψέματα, αύριο τι άλλο να περιμένω; Θα μείνει και χωρίς σπίτι; σκέφτηκα, και πήρα το κινητό. Έστειλα στη γειτόνισσα ότι δέχομαι να νοικιάσει το διαμέρισμα η κόρη της. Την άλλη μέρα είχα προκαταβολή. Το έκανα, ενάντια στον Νίκο, και ούτε δίκιο είχε.
****
Μετά τα χαρούμενα σουβλάκια, ο Νίκος κοιμήθηκε τρεις μέρες στη μητέρα του στη Νέα Σμύρνη προσπαθώντας να βρει τρόπο να μου μιλήσει χωρίς να ταπεινωθεί. Προσπάθησε να με πάρει στο τηλέφωνο δεν το σήκωσα ποτέ.
Ελένη, βασίλισσά το έκανες Μας χάλασες τη βραδιά! μουρμούριζε, πλένοντας το πουκάμισο από τα λάδια και το dressing.
Μετά από τρεις μέρες γύρισε σπίτι, άδειο ψυγείο, ντουλάπες, παντού άδεια. Το τηλέφωνό μου νεκρό.
Ελένη, τι γίνεται; επιτέλους με βρήκε στο τηλέφωνο.
Μπαμπά, δεν είναι εδώ η μαμά, απάντησε ο μεγάλος μας, ο Δημήτρης.
Πού είναι, παιδί μου; Με τη γιαγιά;
Όχι, στη θάλασσα. Στη θεία Λένα, η μαμά μπήκε στη θάλασσα να κολυμπήσει!
Και πότε θα γυρίσετε;
Δεν ξέρω, μαμά πήρε άδεια απ τη δουλειά. Δεν είπε πότε θα γυρίσουμε. Τρέχω τώρα! χαρούμενος ο μικρός.
Ε, καλά μούγκρισε θυμωμένος ο Νίκος.
****
Η βδομάδα πέρασε σαν νερό στη θάλασσα. Όταν γυρίσαμε σπίτι με τα παιδιά, ο Νίκος μας περίμενε κακόκεφος. Μόνο που δεν ήταν μόνο ο θυμός του για τα λεφτά που έφαγα στις διακοπές. Υπήρχε κι άλλη μία πικρή αλήθεια ότι διαχειρίστηκα την κατάσταση μόνη μου.
Δεν του είπα καν καλησπέρα, άρχισα να μαζεύω βαλίτσες. Τα παιδιά έφαγαν τα περίφημα πιροσκί που είχε φέρει απ τη μάνα του και πήγαν στο δωμάτιό τους. Ο Νίκος με ακολούθησε.
Λοιπόν, δεν έχεις τίποτα να μου πεις; είπε αυστηρά.
Για ποιο πράγμα; απάντησα αδιάφορα, τον τσάκισε.
Είχε μαζέψει κι εκείνος πόνο μια βδομάδα:
Τα λεφτά μαζεύαμε για την ανακαίνιση, τα έφαγες στις διακοπές!
Για το δικό μου σπίτι. Εσύ έβαλες πέντε χιλιάρικα και τα υπόλοιπα πενήντα ήταν δικά μου.
Μη μου γυρνάς την πλάτη! Δεν είμαι κανένα παιδάκι εγώ! φώναξε. Και το σπίτι τι θα γίνει;!
Το νοίκιασα, η κυρά-Μαρία παρακάλεσε να μείνει η κόρη της. Αυτό.
Το είπα και τον κοίταξα για πρώτη φορά στα μάτια. Είχε αδυνατίσει, έδειχνε κουρασμένος και από τα νεύρα. Ήταν έτοιμος να με συνετίσει, μα δεν ίδρωνε το αυτί μου πια.
Έπρεπε να το πουλήσεις! Τα λεφτά για την ανακαίνιση μου ανήκουν! φώναξε.
Μη νευριάζεις. Και γιατί να σε κουβαλάω παντού μαζί μου, επειδή είμαστε παντρεμένοι; το αντεστράφηκε η παλιά του κουβέντα σαν μπούμερανγκ.
Δεν χρειάζεται να σου δίνω αναφορά για όλα. Το σπίτι είναι δικό μου, ό,τι θέλω το κάνω!
Όχι! Θα το μοιράσουμε το σπίτι στα δύο, είμαι ο άντρας σου και έχω δικαιώματα!
Θα το μοιράσουμε, αλλά αυτό το σπίτι το είχα από πριν και μετά το διαζύγιο θα το πουλήσω, απάντησα ψύχραιμα.
Δηλαδή να χωρίσουμε Ελένη; Δεν το θέλω! Έχουμε δυο παιδιά! ούρλιαζε.
Τώρα θυμήθηκες τα παιδιά; Υπάρχει λόγος, κι αρκετά μεγάλος. Εσύ κυκλοφορείς με άλλες στα καφέ, και για τα παιδιά αδιαφορούσες. Να σε φροντίζει η Νάντια! Κι εγώ θέλω καινούργια αρχή, όπως ο Κώστας, είπα. Χωρίς δισταγμό έβαλα τα χαρτιά για διαζύγιο.
Μέχρι να εκδοθεί, έπρεπε να βρούμε τρόπο να συνυπάρξουμε. Πρώτα έστειλα τα παιδιά ξανά στη μαμά μου και σταμάτησα να μαγειρεύω. Απλά, δεν άντεχα πια να φροντίζω τον άπιστο συγκάτοικο μου. Και εγώ σε δίαιτα, όπως μου πρότεινε
Ο Νίκος αγόραζε από σουβλατζίδικο ή έτρωγε στο κυλικείο της δουλειάς, ακριβό για τα γούστα του.
Τις πρώτες μέρες κοιμόταν στη βεράντα, σε παιδικό στρώμα. Μόλις έπιασε βροχή και κρύο, έτρεξε να ζητήσει καταφύγιο στη μάνα του, που δεν χάρηκε τη διάλυση του σπιτιού του γιού της για μικροπράγματα.
Την κατηγόρησε στην πεθερά μου ό,τι είχα ξεφύγει, χάλασα το γάμο για λίγο ήλιο. Εγώ δεν κρατιόμουν από τα γέλια. Κρατούσα τη σοβαρότητά μου, αλλά πού να το δείξω; Ακόμη κι όταν τον έβλεπα να αναστενάζει στην κουζίνα απ την πείνα, δεν λύγιζα.
Υπέμεινε εβδομάδα με noodles και καναπέδες, και έφυγε μια για πάντα στη μάνα του.
****
Δύο εβδομάδες έπειτα από εκείνο το βράδυ με τα σουβλάκια, ο Νίκος πήρε τη Νάντια τηλέφωνο. Πλέον, ελεύθερος σχεδόν και απασχολούμενος, ήθελε να γεμίσει το κενό δίπλα της. Περίμενε ανταπόκριση.
Νίκο, βγήκαμε μια φορά και φτάνει. Δεν σου υποσχέθηκα τίποτα, είπε παιχνιδιάρικα η Νάντια.
Είχε κρατήσει στο νου το πόσο τσιγκούνης ήταν ούτε ένα λουλούδι δεν της έστειλε μετά τη βραδιά.
Μα, Ναντάκι μου, περίμενα να με καλέσεις, στο εξοχικό ήσουν γρήγορη να φύγεις. Θα περάσουμε παρέα; Τουλάχιστον να με κουρέψεις;
Όχι, άλλαξα σχέδια. Άμα θέλω θα σε πάρω. Αλλά συνηθίζεις να κουρεύεσαι με τη γειτόνισσα, δεν είναι έτσι; του απάντησε εύστοχα.
Προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά μάταια. Η Νάντια δεν τον πήρε ποτέ πίσω. Κάτι της είχε πει η άτεγκτη Ελένη και η όποια συμπάθεια χάθηκε.
Τελεία.




