Μανούλα

Μαμάκα

Ε, εσύ ο μουστακαλής! Ποιανού είσαι; Η Ευγενία σταμάτησε ξαφνιασμένη, παρατηρώντας έναν μεγάλο πορτοκαλί γάτο καθιστό στο χαλί έξω από το διαμέρισμά της στην Κυψέλη.

Ο γάτος, φυσικά, δεν απάντησε. Ούτε που γύρισε το κεφάλι του στη φωνή της. Μόνο το σκισμένο αφτί του ανασηκώθηκε ελαφρά, σαν να της έλεγε: «Σε ακούω, σε ακούω, αλλά κουβέντα δεν ανοίγω!».

Δεν πειράζει! στραβοκατάπιε η Ευγενία και βούτηξε μέσα στην τσάντα της ψάχνοντας τα κλειδιά.

Ο γάτος, λες και ήξερε τι έκανε, παραμέρισε λίγο στο χαλάκι, μα δεν κουνήθηκε παραπέρα. Την κοιτούσε προσεκτικά, με εκείνο το γεμάτο πρόσφατες αρπαγές βλέμμα.

Τα κλειδιά βρέθηκαν, κι η Ευγενία μπλέχτηκε λίγο με το κλειδαριά, τσιγκλώντας τον απρόσκλητο επισκέπτη με το μισό της βλέμμα.

Το διαμέρισμα αυτό το είχαν πάρει με τον Παναγιώτη μόλις πριν δυο μήνες. Μικρό, δύο δωμάτια, αλλά γι αυτούς ήταν όνειρο ζωής αληθινό. Κάποιος θα λεγε ότι να μένεις σε μια πολυκατοικία του ’60 δεν είναι και κατόρθωμα. Μα η Ευγενία κι ο Παναγιώτης θα γελούσαν κατάμουτρα. Πριν έξι μήνες, στριμώχνονταν στο δωμάτιο του παππού σε μια παλιά μονοκατοικία στα Πατήσια, κι ένιωθαν τυχεροί που μπορούσαν εκεί να νιώθουν ανεξάρτητοι.

Ευγενία, μην τα βάλεις με τους γείτονες! έλεγε η πεθερά, η Ασπασία, τρίβοντας τα πλακάκια πριν το γάμο. Καλοί άνθρωποι είναι. Λίγο κρασί, φιλότιμο όμως!

Πώς γίνεται αυτό; Αν πίνουν τόσο, τι καλό έχουν; γελούσε η Ευγενία, στίβοντας το πανί, τραβώντας τα μαλλιά από το πρόσωπό της.

Η «χαίτη» της ξετρελαίνει τον Παναγιώτη, αλλά για κείνη ήταν μπελάς σκέτος. Δεν υπήρχαν κλάμερ και τσιμπιδάκια αρκετά για να συγκρατήσουν εκείνες τις σγουρές τούφες που πετάγονταν πεισματικά στο μέτωπο θυμίζοντάς της πικραμύγδαλο που έγινε πικραλίδα.

Δεν εξηγείται εύκολα, επέμενε η Ασπασία με επικριτικό κούνημα του κεφαλιού. Πολλά τους έτυχαν στη ζωή. Δεν ξέρουν όλοι πώς να τα φέρουν βόλτα σωστά.

Αυτό η Ευγενία το καταλάβαινε. Ήξερε από δύσκολες ζωές. Ορφανή, μεγαλωμένη σε ανάδοχη οικογένεια που μόλις έκλεισε τα δεκαοχτώ, την ξεφόρτωσε. Της είχε γίνει συνήθεια η ματαιωμένη προσδοκία, να θυμάται εκείνη τη γυναίκα που, στα τρία της, την άφησε σε ένα παγκάκι στο σταθμό Λαρίσης. Μια σημείωση στη τσέπη και ένα μονόφθαλμο λούτρινο λαγουδάκι. Έμεινε εκεί όπως της είχε πει η μαμά της, περήφανα ακίνητη, ακόμη κι αν ήθελε απεγνωσμένα τουαλέτα. Αν το τολμούσε, θα την έβγαινε μπαμπέσικα η μαμά και ίσως να την μάλωνε, να την χαστούκιζε. Οπότε έμενε παγωμένη, με μάτια ορθάνοιχτα, ψάχνοντας το πρόσωπο της μητέρας της στο πλήθος.

Η μάνα δεν ξαναγύρισε. Αντίθετα, ήρθε κάποιος θηριώδης τύπος με μπλε στολή, χαμογέλασε και τη ρώτησε κάτι. Η Ευγενία κουνούσε απελπισμένα το κεφάλι, αμίλητη, με μάτια θολά απ τα δάκρυα. Όλα θολά, υγρά, με μια άγρια πείνα. Ο άντρας, βλέποντας ότι δεν παίρνει κουβέντα, έσκυψε, χάιδεψε το ένα αφτί του λαγού και ρώτησε:

Αυτός πώς λέγεται;

Η Ευγενία κατάπιε το φόβο της. Σήκωσε το βλέμμα:

Φώτης

Ο αστυνόμος χάιδεψε τον λαγό, μετά το κεφάλι της Ευγενίας και χαμήλωσε τη φωνή:

Η μαμά έφυγε πριν πολλή ώρα;

Τότε ήρθαν τα δάκρυα. Ασταμάτητα. Ο αστυνόμος πάγωσε, περαστικοί κοίταξαν ξαφνιασμένοι. Χαμένοι στα μεγάφωνα του σταθμού, κανείς δεν σκέφτηκε να προσέξει πριν ένα κοριτσάκι με τα κουρέλια του να περιμένει τόσες ώρες μονάχο.

Τις αιτίες που η μητέρα της την άφησε, η Ευγενία τις έμαθε πολλά χρόνια μετά. Μια περίεργη γυναίκα την πλησίασε έξω από το λύκειο παραμονές απολυτηρίων απλώνοντας τα χέρια με κλαψιάρικη φωνή:

Παιδί μου, σε βρήκα! Αγκάλιασέ με! Μου έλειψες!

Μα τότε η Ευγενία ζούσε ήδη με θετούς γονείς, μαζί με άλλα έξι παιδιά. Υπήρχε φαγητό, ρούχα και δραστηριότητες, αλλά όλοι γνώριζαν καλά: στα δεκαοχτώ φεύγεις, για να ανοίξεις χώρο στο επόμενο παιδί.

Σχέση εμπιστοσύνης με τους θετούς δεν ανέπτυξε ποτέ. Θεωρούσαν την αγάπη πολυτέλεια. Έτσι η Ευγενία αρνήθηκε τη γυναίκα στη σχολική αυλή. Παρότι το ήθελε με όλη της την καρδιά. Να αποκτήσει επιτέλους κάποιον να μεριμνά για εκείνη και να την αγαπάει, ώστε επιτέλους να μην είναι το κουκλάκι της το μοναδικό της στήριγμα μέσα στις αυπνίες.

Πάντα ήθελε μια μάνα να έρθει, να την πάρει αγκαλιά και να την αγαπήσει. Δεν ήξερε πώς μοιάζει η αγκαλιά και η αγάπη, αλλά ήλπιζε, βλέποντας άλλα παιδιά στα διαλείμματα.

Μα όταν τελικά η μάνα της εμφανίστηκε, γεμάτη θρήνους και παρακάλια, η Ευγενία δεν πίστεψε στιγμή στα δάκρυά της.

Όλοι της έλεγαν ότι ήταν μικρή για να θυμάται το σταθμό, τη βρεγμένη θέση στο παγκάκι, ή το πόσο πολύ πάσχιζε να είναι ακίνητη. Σταμάτησε να το συζητάει με μεγάλους, αλλά το κρατούσε μέσα της καλά κρυμμένο. Θυμόταν όχι με λεπτομέρειες, αλλά με αισθήσεις: τη φασαρία, το δέος, την απελπισία και την εγκατάλειψη.

Μια αδερφή «εξ αγχιστείας», η Αναστασία που πήγαιναν μαζί σχολείο μπήκε στη μέση όταν η Ευγενία απομάκρυνε τη μάνα της σε εκείνη τη σκηνή έξω από το λύκειο.

Ποια είναι αυτή; έβαλε το σώμα της ανάμεσα στην Ευγενία και τη γυναίκα.

Δεν ξέρω μουρμούρισε η Ευγενία με το μυαλό τελείως χαμένο.

Κυρία, κάνετε λάθος! Φύγετε! Αυτή είναι η αδερφή μου κι εσάς δεν σας γνωρίζουμε! τράβηξε την Ευγενία μακριά από το σχολείο. Θα τα πω όλα στη μάνα!

Κι έτσι γύρισαν σπίτι πιασμένες χέρι-χέρι. Και στην έκπληξη της θετής μητέρας, απάντησαν ταυτόχρονα:

Τι;

Έκτοτε η Ευγενία απέκτησε αληθινή αδερφή.

Η Αναστασία είχε παρόμοια ιστορία: όχι μάνα, αλλά πατέρας εξαφανισμένος. Κι εκείνη λαχταρούσε μια αδερφή. Έστω και αδερφή επιλογής.

Με τη μάνα της, η Ευγενία μίλησε τελικά. Ερχόταν κάθε μέρα έξω από το λύκειο όχι πια με παρακάλια, αλλά με χαμηλή φωνή:

Έλα να μιλήσουμε, παιδί μου.

Το «παιδί μου» την εκνεύριζε. Η Αναστασία όμως κουνούσε με αποδοχή τους ώμους.

Σιγά. Λέξεις είναι Μίλα μαζί της, μάθε γιατί σε άφησε.

Πώς ξέρεις ότι νομίζω πως φταίω εγώ; σάστισε η Ευγενία.

Όλοι έτσι νιώθουμε. Γιατί αλλιώς να μας αφήσουν; Κι εγώ, κι εσύ. Δεν το λέμε, αλλά το κουβαλάμε.

Ποτέ δεν το είπες

Ούτε εσύ. Αυτά δεν τα λένε, τα δακρύζουν. Θα μεγαλώσουμε όμως, θα μάθουμε

Η κουβέντα με τη μάνα της δεν άλλαξε κάτι σημαντικό.

Με άφησες.

Συγγνώμη, παιδί μου.

Μη με λες έτσι!

Εντάξει Μη θυμώνεις.

Γιατί το έκανες;

Ήταν όλα δύσκολα Κανείς δίπλα μου. Ο πατέρας σου με έδιωξε.

Γιατί;

Είπα πως δεν ήσουν δικό του.

Αλήθεια;

Όχι.

Τότε γιατί;

Θύμωσα. Τσακωνόμασταν συνέχεια Ήμουν νέα, χαζή. Φύγαμε

Και μετά;

Μάλωσα με τη δική μου μάνα, πήρα το τρένο. Μα πού να πάω με βρέφος; Σε άφησα, ήξερα πως θα σε βρουν, άφησα σημείωμα.

Νομίζεις ότι έκανες το σωστό μ ένα χαρτί;

Το μετανιώνω Αν με αφήσεις να το διορθώσω

Τα χαμένα χρόνια πώς θα τα διορθώσεις; Λυπάμαι, αλλά δε θέλω να σε βλέπω.

Μα δε θυμάσαι τίποτα, ήσουν μωρό!

Κι έτσι έφυγε. Από τότε κατάλαβε πως δε θα ξαναφήσει σε άλλον να αποφασίσει τι της αναλογεί ή τι μπορεί.

Η Αναστασία το κατάλαβε.

Εσύ θα αποφασίζεις από δω και μπρος. Κι αν το νιώθεις σωστό, μη μετανιώνεις, Ευγενία! Συνέχισε!

Είσαι σοφή, Αναστασία

Όχι ακόμα, αλλά θα γίνω. Θέλω να σπουδάσω ψυχολογία μπας κι επιτέλους καταλάβω πώς να ζω σωστά.

Και μετά από χρόνια το θυμόντουσαν και γελούσαν Όταν η Αναστασία έκανε τη δική της οικογένεια, μια μέρα είπε:

Τελικά κανείς δεν ξέρει το σωστό στα σίγουρα. Ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε κανείς.

Και πώς ζούμε τότε;

Έτσι Με χαρά, αρκεί όσοι αγαπάμε να είναι καλά, ήσυχοι και ζεστοί δίπλα μας.

Το πετυχαίνεις.

Προσπαθώ! γελούσε η Αναστασία, φασκιώνοντας το μωρό της.

Και η Ευγενία σιγά σιγά άρχισε να είναι πιο ανεκτική με τον εαυτό της.

Και τι έγινε αν ήταν δωμάτιο σε παλιά μονοκατοικία; Κέντρο είναι, κοντά στη δουλειά. Λίγη μπογιά, μικρές αλλαγές και η ζωή γίνεται σχεδόν σαν νέα. Η Ασπασία είχε δίκιο οι γείτονες μια χαρά είναι. Ναι, πίνουν να ξεχνιούνται, αλλά δεν ενοχλούν κι ούτε φέρνουν κόσμο. Κι αυτό είναι κάτι. Πρέπει να μπορείς να συμπονάς.

Αυτό το μάθημα δεν της ήρθε εύκολα. Καμία δεν την είχε λυπηθεί ως τότε εκτός από την Αναστασία.

Τη βοήθησε η πεθερά και ο παππούς.

Η Ασπασία ήταν δραστήρια πεισματάρα αλλά καλοσυνάτη. Ένα πραγματικό κατόρθωμα που δέχτηκε την Ευγενία σαν δικό της παιδί. Το είπε μάλιστα και η Αναστασία:

Μην πολυπεριμένεις πολλά, Ευγενία. Η Αναστασία βοηθούσε τη «μικρή αδελφή» να ετοιμαστεί για συνάντηση με τους συγγενείς του Παναγιώτη. Για αυτούς είσαι ξένη, ορφανή, χωρίς σπίτι. Και τη σειρά σου για το διαμέρισμα στον ΟΑΕΔ τη θυμάσαι;

Ναι, τη θυμάμαι.

Αν πάρεις ποτέ σπίτι, εγώ θα βγω παγανιά στον Λυκαβηττό! Δεν είναι να στηρίζεσαι πολύ σ αυτό. Αλλά μη λες τίποτα στη μάνα του Παναγιώτη, εντάξει;

Γιατί;

Όταν και αν το πάρεις, τότε να το πεις.

Κατάλαβα.

Και μην απαιτείς τίποτα από τη μάνα του Παναγιώτη, αλλά ούτε και να σηκώνεις τείχη απέναντί της.

Αυτό η Ευγενία το ένιωθε από μόνη της.

Η Ασπασία της φάνηκε υπερβολική στην αρχή. Δυνατή φωνή, απόλυτη φιγούρα, ποτέ δεν ήξερε πού να σταματήσει. Η Ευγενία, που δεν είχε μάθει να τη φροντίζουν, μόλις που άντεχε την τόση καλοσύνη. Αν από τον Παναγιώτη δεχόταν τη φροντίδα σαν ένα αλατοπίπερο, η Ασπασία την αποσπούσε με το ζόρι.

Ευγενία, μου λύγισε το παλτό. Θα έρθεις μαζί μου για ψώνια; Του Παναγιώτη δεν του αρέσουν τα μαγαζιά.

Διστακτική πήγαινε, αλλά γυρίζοντας από το Mall, δυο τσάντες ήταν δικές της και μόνο δυο της Ασπασίας.

Καινούργιο μπουφάν, μποτάκια, τσάντα. Όλα χωρίς φασαρία. Η Ασπασία τη διάβαζε μόνο με το βλέμμα.

Ωραία τσάντα, δε λες; Για μένα είναι μικρή, αλλά σε σένα ταιριάζει. Θες;

Διαμαρτυρίες άχρηστες. Η Ευγενία ξεπακετάριζε πράγματα στο σπίτι, ευχαριστώντας τη γυναίκα νοερά, που ήταν τόσο παράξενη και γενναιόδωρη.

Τι ήταν η Ασπασία; Πεθερά στα χαρτιά· στην ουσία μια ξένη που ο γιος της έφερε στο σπίτι. Ποιος ασχολείται έτσι με έναν ξένο; Στην Ελλάδα, πεθερά που φροντίζει νύφη μόνο στα παραμύθια.

Έτσι και η Ευγενία στην αρχή ήταν επιφυλακτική. Πάντα ευγενική, αλλά μακρινή. Καλύτερα να κρατάς αποστάσεις.

Αλλά η Ασπασία το κατάλαβε. Μια μέρα, χωρίς λόγια, κανόνισε να μετακομίσει ο παππούς σε κείνην, για να μείνουν τα παιδιά μόνα τους στο διαμέρισμά του στα Πατήσια.

Παππούς γέρασε. Εσείς νέοι, στη φωλιά σας. Κι εγώ φροντίζω τον πατέρα μου.

Ο παππούς, ο Σταμάτης, μούγκριζε στ αστειεύοντας και, αφού μετακόμισαν, τον Σαββατοκύριακο την τραβούσε πρωί από τα σεντόνια:

Άντε, Ασπασία, τρέχαμε στον Αγ. Δημήτριο! Παγωνίσου λίγο με νερό στο πάρκο!

Η Ασπασία τον άκουγε, τον πήγαινε στον κήπο, κι έπειτα στο σπίτι για καφέ και παρηγοριά.

Πατέρα, καλά τα πήγα;

Τέλεια! Αυτά τα νέα να πέφτουν και να ξανασηκώνονται. Αν δεν ζητήσουν βοήθεια, μην ανακατεύεσαι!

Κι η Ευγενία; Ήρθε σχεδόν ξυπόλυτη

Αυτό άλλο, εκεί είσαι μάνα. Μην πιέζεις υπερβολικά. Είναι περήφανη κοπέλα αυτή μην το παρακάνεις.

Η Ασπασία διάλεξε να εμφανίζεται μόνο όταν την καλούσαν τα «παιδιά». Της έλεγε κάθε φορά ότι και η δικιά της πεθερά πριν της γίνει απαραίτητη όταν γέννησε τον Παναγιώτη.

Μη φοβάσαι, μωρέ! Καμιά μάνα δεν ξέρει στην αρχή. Με το παιδί σου θα μάθεις, και ό,τι θες ρώτα με, προλαβαίνω ακόμα!

Η Ευγενία δεν θυμόταν καν τη γιαγιά, αλλά ο Παναγιώτης άκουγε συχνά τη μητέρα του να λέει:

Σε λατρεύανε τότε! Ο μπαμπάς σου έφερνε συνέχεια μπαλάκια, το άθλημα του, ήλπιζε να χεις πολλά

Μαμά, γιατί έφυγε έτσι;

Δεν ξέρω, παιδί μου. Εκείνη η μέρα είχε ομίχλη Πήγε τη μάνα μου στην αδερφή της. Ήταν άρρωστη. Πώς να πεις όχι σε συγγενή Ήμασταν μαζί μια χαρά· ένα λάθος φορτηγό και

Μου λείπει;

Πολύ! Μα αν δεν ήσουν εσύ κι ο παππούς, δεν ξέρω τι θα καταλάβαινα.

Κι αυτός σ αγαπούσε;

Πολύ. Ήταν αληθινό.

Πώς το ξέρεις;

Πώς να στο πω Σου φαίνεται, όταν είναι πραγματικό. Θες να πας όλη σου τη ζωή δίπλα του.

Κι εγώ έτσι θέλω. Μόνο από αγάπη να παντρευτώ.

Έτσι κι αλλιώς θα κάνεις, καλό μου. Θα τη βρεις τη σωστή. Κι ό,τι κάνετε, να το κάνετε επειδή το θέλετε, όχι επειδή πρέπει.

Ίσως γι αυτό, όταν η Ευγενία μετακόμισε σπίτι τους, η Ασπασία σιώπησε, αφήνοντας το γιο της να αποφασίσει.

Με τον καιρό, τα αγκάθια της Ευγενίας χάθηκαν και κοιτούσε την Ασπασία σχεδόν φιλικά.

Η πώληση του παλιού δωματίου του παππού την ανησύχησε, αλλά ο παππούς κι η Ασπασία την καθησύχασαν.

Σ απασχολεί πως δεν θα χετε σπίτια;

Όχι, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Νοικιάζουμε, βάζουμε στόχο, μαζεύουμε λίγα λίγα ευρώ

Ε, μαγκιά, να στηρίζεσαι στα πόδια σου! χαμογέλασε ο παππούς.

Άλλαξε τη συζήτηση, θέλοντας τσάι και κουτσομπολιό.

Στην Ελλάδα, λέει ο κόσμος, πως η πεθερά πρέπει να „τρώει” τη νύφη της. Αλλά εγώ ξέρω πως η δική μας σε λογαριάζει για δική της κόρη. Μην της το στερήσεις.

Δεν θέλω λύπηση, παππού! Μπορώ να λυπάμαι, όχι να με λυπούνται.

Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Στην Ελλάδα το λυπάμαι σήμαινε όλη την αγάπη, τη φροντίδα, όχι απλώς τον οίκτο. Όταν πάσχει κάποιος, δεν θες αγάπη τύπου λαμέ με σερενάτες· θες ένα χάδι, ένα βλέμμα, να σε προσέξει.

Ίσως

Λοιπόν, να λυπάσαι όσους δείχνει η καρδιά σου, αλλά με μέτρο. Αν αγαπάς μ ανοιχτά μάτια, έχεις καλό.

Εσένα σε λυπάμαι.

Το ξέρω. Και το εκτιμώ. Γιατί δεν είναι από έλεος, αλλά γιατί σου αρέσω σαν άνθρωπος.

Πολύ!

Κι εγώ εσένα.

Ποιον τότε να λυπάσαι;

Όσους δείχνει η καρδιά. Συγγενείς, φίλους, τα ζωντανά. Αλλά όχι μόνο μια φορά με μια κονσέρβα στην πλατεία. Θες να λυπάσαι πραγματικά δώσε σπίτι, τόπο, στοργή.

Και γιατί;

Γιατί ό,τι δίνεις με αγάπη, πολλαπλασιάζεται.

Σε αυτόν τον διάλογο γύρισε ο νους της όταν στάθηκε στη νέα εξώπορτα, στην Κυψέλη, με τον πορτοκαλί γάτο να την καρφώνει στο χαλάκι που πια ήταν δικό της. Έσκυψε, χάιδεψε το κεφάλι του. Δεν κουνήθηκε. Αλλά όταν του είπε να μπει μέσα, ξαφνικά σκαρφάλωσε τις σκάλες και χάθηκε.

Ε, καλά, μην πιέζεσαι! φώναξε τάχα θυμωμένη κι έκλεισε την πόρτα μα ξανακούστηκε νιαούρισμα, κι επέστρεψε ο γάτος

Φέρνοντας μαζί του ένα μικρό γατάκι ίδιο χρώμα, ίδια απορία. Το πήρε προσεκτικά η Ευγενία, αλλά ο γάτος έφυγε πάλι για πάνω.

Γυρνάει με ένα ακόμα γατί, πιο ζωηρό αυτό, παλεύει να το κουβαλήσει απ το σβέρκο, το ρίχνει, το ανεβάζει με τα χίλια ζόρια.

Για δες, μαμάκα είσαι στ αλήθεια! γέλασε, ανοίγοντας πλατιά την πόρτα. Μπες να ζεσταθείς, όλους τους μάζεψες ή έχει κι άλλα;

Ο γάτος προχώρησε, ζωηρός, με προσοχή για τα μικρά του.

Έλα, έλα, μη φοβάσαι. Εδώ μέσα δε θα σας πειράξει κανείς! Η μαμά σας;

Ο γάτος σιώπησε, κι ενώ τα γατάκια χώθηκαν σε μια γωνιά, η Ευγενία έτρεξε για πιατέλα και παλιές εφημερίδες. Τα τακτοποίησε κι ο γάτος άρχισε να τους δείχνει το κουτί με την άμμο.

Είσαι πράγματι „μαμάκα”! πνίγηκε στα γέλια και πήγε στην κουζίνα να βρει κάτι να τα ταΐσει.

Το βράδυ κάλεσε τον οικογενειακό συμβούλιο.

Ασπασία, αν δεν σας πειράζει, τα κρατάω σπίτι. Έξω με τίποτα τα μικρά δεν αντέχουν.

Τι ρωτάς εμένα, κορίτσι μου; της χαμογέλασε η Ασπασία, χαϊδεύοντας το γατάκι. Το σπίτι είναι δικό σας! Αποφασίστε εσείς. Εγώ μόνο θέλω να ξέρω τι τα ταΐζεις!

Γάλα πίνουν ευτυχώς.

Εγώ θα πάρω ένα στο σπίτι μόλις μεγαλώσει. Τ άλλα

Θα βρω καλό σπίτι για τα μικρά, αλλά το μεγάλο θα το κρατήσω. Έχω πολλά να μάθω από αυτόν!

Τι δηλαδή; ρώτησε η Ασπασία απορημένη.

Ο Παναγιώτης χαμογέλασε και έκανε νόημα στην Ευγενία να μιλήσει είχαν κρατήσει το νέο μυστικό για τη γιορτή της πεθεράς.

Να Πώς να γίνω καλή „μαμάκα”. Τώρα θα έχω δυο δασκάλους. Εσάς κι αυτόν, το μουστακαλή νταντά!

Η Ευγενία άγγιξε με τρυφερότητα το αφτί του γάτου κι όταν η Ασπασία την αγκάλιασε με αγάπη, ξέσπασε τελικά και δάκρυσε σα να ταν όνειρο, γλυκό και παραμυθένιο.

Oceń artykuł
Μανούλα