Μαμά, είσαι πια 65. Πρέπει να πας στον συμβολαιογράφο να περάσεις το σπίτι στη διαθήκη, μουρμούρισε η αδερφή μου επισκέπτοντας μας.
Πριν μία εβδομάδα η μητέρα μου είχε γενέθλια, έκλεισε τα 65. Δεν ήθελε καθόλου φαντασίες· απλώς μας κάλεσε να καθίσουμε σπίτι, να φάμε μαζί. Της πήρα ένα μπουκέτο κατακόκκινα τριαντάφυλλα, μια ζεστή ρόμπα και παντόφλες, όλα συνδυασμένα. Επιπλέον, της έβαλα σε φάκελο 80 ευρώ σίγουρα θα της χρειαστούν.
Όμως, η γυναίκα μου και τα παιδιά δεν κατάφεραν να έρθουν. Ο γιος αρρώστησε, η κόρη είχε ένα σημαντικό αγώνα, και τη Ρίτα τη στείλανε τελευταία στιγμή με τη δουλειά στην Αθήνα. Οι μικροί, όμως, ζωγράφισαν μια μεγάλη ζωγραφιά όπου είμαστε όλοι μαζί έξω από το πατρικό μας.
Ύστερα, ήρθε και η μικρότερή μου αδερφή, η Βασιλική:
Έλα, ξέχασα να πάρω κάτι για τη μαμά. Πες της ότι η ρόμπα είναι κι από μένα.
Καλά. Μα, δεν θυμάσαι τα γενέθλιά της; Και τι ημερομηνία!
Έλα τώρα, Νίκο, ξέρεις τα χάλια στη δουλειά μου!
Η Βασιλική ποτέ δεν τα κατάφερε μόνη της. Στα 19 της έκανε παιδί με ένα παλικάρι από τη σχολή εκείνος την εγκατέλειψε και ούτε διατροφή δεν στέλνει. Εγώ δούλευα τότε σε μία οικοδομή και της έστελνα όποτε μπορούσα, για να έχει για τα ψώνια, τις κρέμες και τα ρούχα της μικρής.
Μέχρι και θέση σε παιδικό σταθμό βρήκα για τη μικρή, και βοήθησα τη Βασιλική να βρει δουλειά ένας φίλος έψαχνε υπάλληλο για το μαγαζί του. Αλλά η αδερφή μου άντεξε τρεις μήνες, έφυγε. Από τότε κάνει περιστασιακές δουλειές κάνει μανικιούρ, καμιά βλεφαρίδα, ό,τι κάτσει. Πέρσι, πήγε στην Κύπρο για μεροκάματο, κι άφησε τη μικρή στη μάνα μας. Γύρισε μετά από τρεις μήνες, με μόλις 2.000 ευρώ. Τα ξόδεψε σε ανοησίες έβαλε κινητό για τον εαυτό της και λάπτοπ στο παιδί. Εγώ τα ίδια χρήματα τα βγάζω σε έναν μήνα πια, αλλά δουλεύω διπλοβάρδια.
Η μαμά χάρηκε πολύ που ήρθαμε και έφτιαξε του κόσμου τα καλούδια. Ήρθε και η γειτόνισσα κι η θεία Ουρανία.
Όμως, το βράδυ κατέληξε με καβγά. Γιατί στη μέση του τραπεζιού η Βασιλική άρχισε το θέμα της διαθήκης:
Μάνα, τελικά, σε ποιον θα γράψεις το σπίτι;
Έλα, κορίτσι μου, τι ερωτήσεις είναι αυτές; Θα το μοιράσετε εξίσου.
Ποιο εξίσου; Εσύ έχεις δικό σου σπίτι και επιχείρηση στην Αθήνα. Εγώ ακόμα νοικιάζω, τι θα το κάνεις το σπίτι εσύ;
Η αδερφή μου μιλούσε λες και η μαμά δεν θα άντεχε ως αύριο. Δεν ντράπηκε ούτε μπροστά στους καλεσμένους.
Βασιλική, τώρα δεν είναι στιγμή. Μην χαλάς τη γιορτή.
Και πότε θα το συζητήσουμε; Μάνα, στα 65 είσαι πια. Μην αργείς, πήγαινε στον συμβολαιογράφο και γράψε το σπίτι σ εμένα.
Η θεία Ουρανία έπνιξε το τσάι της μ αυτά που άκουσε. Εγώ δεν άντεξα, την πήρα απ το χέρι και την έβγαλα στην κουζίνα.
Είσαι στα καλά σου; Τι λες τέτοιες κουβέντες μπροστά στη μάνα; Τι, της έσκαψες ήδη το μνήμα;
Εσύ μην ανακατεύεσαι στα δικά μου! Εγώ μόνη μου μεγάλωσα το παιδί και εσείς…
Μόνη σου; Ξέχασες πόσες φορές σου φερα λεφτά ή που η μάνα κράταγε τη μικρή; Εγώ τώρα θα σε στρώσω, μην τολμήσεις ξανά!
Η Βασιλική θύμωσε πολύ μάζεψε το παιδί κι έφυγε χωρίς ούτε ένα αντίο. Άρχισε να με απειλεί, πως θα πάει στο δικαστήριο να μου κάνει μήνυση. Εγώ, λόγια της στον αέρα τα είχα.
Αλλά η μαμά πονάει για τη Βασιλική. Από τότε, η αδερφή μου δεν αφήνει τη Χριστίνα να μιλήσει καν στη γιαγιά της. Ούτε τηλεφωνάει όλα για ένα σπίτι. Η μαμά μας κλαίει, πιάνει την καρδιά της, κάθε μέρα.
Δεν ξέρω πια τι να κάνω με την αδερφή μου. Είναι μεγάλη γυναίκα, μα συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί.
Τι να συμβουλεύατε; Να προσπαθήσω να τα ξαναβρούμε ή να τραβήξω χωριστούς δρόμους;Κάθε πρωί, ακούω τη μαμά να μουρμουρίζει στο παλιό της τηλέφωνο, κοιτάζοντας τη φωτογραφία που μας τράβηξε η Χριστίνα όταν ακόμα γελούσαμε όλοι μαζί στην αυλή, με το σπίτι πίσω μας ασπρισμένο, γιορτινό. Βαθιά μέσα μου ξέρω πως το μόνο που έχει ανάγκη δεν είναι χαρτιά, ούτε κλειδιά· είναι να μας νιώσει ξανά στο σαλόνι, έστω για μία ώρα, σαν οικογένεια.
Ένα απόγευμα, της έφτιαξα καφέ και κάθισα δίπλα της. Μου γύρισε τη ζωγραφιά που είχαν φτιάξει τα παιδιά και ψιθύρισε: «Όλα περνάνε, παιδί μου. Το μόνο που μένει, είναι όποιος γυρνάει σπίτι».
Την άλλη μέρα, χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήρα τηλέφωνο τη Βασιλική. Δεν σήκωσε. Της έστειλα μήνυμα: «Έλα αύριο για φαγητό. Είναι η μαμά, να φάμε όλοι μαζί. Χωρίς συζητήσεις, χωρίς καβγάδες. Αν δεν έρθεις εσύ, θα μαζευτούν πάλι μόνο σκιές στο τραπέζι».
Δεν απάντησε για ώρα. Το βράδυ όμως, λίγο πριν κοιμηθώ, σήκωσα το κινητό και είδα ένα «Θα έρθω».
Δεν ξέρω αν θα μοιράσουμε ποτέ σωστά ένα σπίτι. Ξέρω όμως πως, αν καταφέρουμε να μοιραστούμε μια συγγνώμη κι ένα πιάτο δίπλα στη μαμά ίσως κάτι αρχίσει να διορθώνεται. Γιατί όσο υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που μπορούν να γυρίσουν, το σπίτι είναι ακόμα ζωντανό. Και το καλύτερο κομμάτι της κληρονομιάς είναι να μάθουμε να ξανακαθόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον, όσο προλαβαίνουμε.






