Μήλα στο χιόνι…
Στα δύσκολα χρόνια, λίγο έξω από το χωριό μας κοντά στο δάσος, εκεί όπου τα πεύκα ακουμπούν τον ουρανό και ακόμα και τα μεσημέρια το φως μοιάζει λιγοστό, ζούσε ο Γιάννης Ιωάννου. Ήταν άντρας λεβέντης, αλύγιστος, γερός σαν βράχος. Όλη του τη ζωή τη δούλεψε στη δασική υπηρεσία, ήξερε κάθε δέντρο, κάθε χαράδρα και κάθε μονοπάτι στην ευρύτερη περιοχή. Τα χέρια του μεγάλα, σκληρά και τραχιά από τη ρητίνη, μα κι η καρδιά του ίσα τόσο γερή και απρόσβλητη, σμιλεμένη στο πείσμα και το πένθος.
Ήταν παντρεμένος με την Αντωνία, τριάντα χρόνια ψυχή τε και σώματι μαζί. Ήταν όμορφο ανδρόγυνο, που τους θαύμαζε όλο το χωριό. Περνούσες βράδυ όσο βράδιαζε, κι εκείνοι καθόντουσαν στο κατώφλι του σπιτιού τους εκείνος έπαιζε ακορντεόν σιγανά, κι εκείνη του τραγουδούσε, τόσο αρμονικά που ήθελες να σταματήσεις να ακούσεις. Το σπίτι τους νοικοκυρεμένο, παράθυρα ζωγραφιστά γαλάζια ίδια με τα μάτια της Αντωνίας ανθισμένος κήπος, λαχανόκηπος με τάξη, όχι χορτάρι πουθενά.
Θυμάμαι σαν τώρα την ημέρα που φύτεψαν τον μηλεώνα τους. Ο Γιάννης έσκαβε τις λακκούβες, εκείνη κρατούσε με τρυφερότητα τα δεντράκια, χάιδευε τις ρίζες τους όπως τα μαλλιά ενός παιδιού και έλεγε: „Μηλαράκια μου, να μεγαλώσετε για να χαρείτε τα παιδιά μας”. Ο Γιάννης την κοίταζε, σκούπιζε τον ιδρώτα και χαμογελούσε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο που δεν ξαναείδα ποτέ μετά. Ο μηλεώνας τίμησε τον κόπο τους άνοιξη γέμιζε το τοπίο με χιονάτη άνθιση και το φθινόπωρο μοσχοβόλαγε μήλα, τραγανά και ζουμερά, ως την άκρη του χωριού.
Ο Θεός όμως πήρε την Αντωνία νωρίς. Έσβησε από αρρώστια μέσα σε τρεις μήνες, μαράζωσε και χάθηκε ήσυχα, στον ύπνο της, κρατώντας το χέρι του άντρα της. Ο Γιάννης μαύρισε από τον πόνο, μα δεν έκλαψε άντρας, δεν είχε το δικαίωμα. Σούφρωνε το στόμα, έτριζε τα δόντια, μια νύχτα κι όλα, κι άσπρισε ολόκληρος σαν το γιασεμί.
Του έμεινε η κόρη του η Ασπασία για παρηγοριά, φως στο σκοτεινό του σπίτι. Την πρόσεχε, της φυσούσε τη σκόνη από τις πλάτες αλλά με τον δικό του τρόπο, σφικτό, άγριο, σαν αρκούδα που προστατεύει. Πολύ αυστηρός, όλο την πρόσεχε από τους κινδύνους, μην την πάρει ο αέρας του βουνού. Ο φόβος ότι θα την χάσει όπως και τη μάνα της τον έτρωγε ο φόβος αυτός τον παράλυσε, τον άλλαξε, τον κατέστρεψε.
Εσύ, Ασπασία, είσαι η ελπίδα μου της έλεγε, χαϊδεύοντας το κεφάλι της με το τραχύ του χέρι. Θα μεγαλώσεις, θα γίνεις η κυρά του σπιτιού, σε σένα θα αφήσω το σπίτι. Δεν θα σε αφήσω να φύγεις, μας φτάνουν τα δικά μας εδώ. Εκεί έξω ο κόσμος είναι άγριος, με ψέματα και λύκους ντυμένους ανθρώπους.
Η μικρή μεγάλωνε, η ομορφιά της δεν περιγράφεται: πλεξίδα χοντρή σαν γροθιά, ξανθιά, μάτια γαλανά, ίδια με του πατέρα της. Και η φωνή της! Αν έβγαινε λίγο έξω από το χωριό κι άρχιζε να τραγουδά κάτι παραδοσιακό, σωπάσαν και τα πουλιά, ανάσταινε καρδιές. Οι γυναίκες βουρκώνανε έλεγαν «έχει το χάρισμα όπως η μάνα της, μόνο ακόμη πιο δυνατό». Ο Θεός της έδωσε φωνή σπάνια. Ονειρευόταν να γίνει τραγουδίστρια, να πάει στην Αθήνα, να ξεκινήσει ωδείο. Διάβαζε μουσικά βιβλία, μάθαινε νότες, έλιωνε τα παλιά δισκάκια στο παλιό πικάπ.
Ο Γιάννης όμως αλλιώς σκεφτόταν. Πιο χωριάτικα, γεμάτος ανησυχία: «Εκεί που γεννιέσαι, εκεί αξίζεις». Τον πόλη τη φοβόταν όπως τη φωτιά στο δάσος. Πίστευε πως η Αθήνα τρώει τους ανθρώπους και τα όνειρα.
Δεν θα σε αφήσω! φώναζε, κι έτρεμε το μαγαζί από το μένος του. Θα σε δώσω στον Μανώλη τον γεωργό, καλό κι εργατικό παλικάρι. Θα γεννήσεις παιδιά, θα κρατήσεις σπίτι όπως όλες οι γυναίκες! Ποια τραγουδίστρια τώρα, τι ντροπή!
Κι ένα φθινοπωρινό βροχερό σούρουπο, η μικρή που πάντα άκουγε σκυφτή, στάθηκε ορθή απέναντί του. Πήρε μια βαλίτσα κι έφτασε στην πόρτα. Ο Γιάννης έγινε θηρίο. Έβριζε, θύμωνε:
Αν φύγεις, δεν έχεις πατέρα! της ούρλιαζε. Δεν έχεις σπίτι! Ούτε που να ξανάρθεις!
Κι όταν έφυγε κάτω απ τη βροχή, χωρίς να κοιτάξει πίσω, άρπαξε το τσεκούρι και το κάρφωσε με όλη του τη δύναμη στο σκαλοπάτι της βεράντας. Πετάχτηκαν τα ξύλα σαν σταγόνες αίμα.
Κόρη δεν έχω! τραύλισε στο άδειο σπίτι. Πέθανε!
Δώδεκα χρόνια πέρασαν. Πολλά. Κι ενώ τα παιδιά του χωριού μεγάλωναν, έφευγαν για τον στρατό ή παντρεύονταν, το σπίτι του Γιάννη έμενε όρθιο, σιωπηλό μνημείο πένθους. Ο μηλεώνας έγινε άγριος, μπερδεμένα κλαδιά, σαν χέρια που παρακαλούν. Τα κουφώματα ξεφλούδισαν, η βεράντα γέρνει, το τσεκούρι σκουριασμένο ένα σημάδι στο ξύλο.
Πέρσι τον Νοέμβριο, τα κρύα ήρθαν νωρίς. Χιονιάς δεν είχε πέσει καλά-καλά, το χώμα πάγωσε, θερμόμετρο έγραφε μείον είκοσι πέντε.
Έγυρνα βραδάκι από εφημερία και βλέπω καπνό να μη βγαίνει από το τζάκι του Γιάννη. Στο χωριό, αν δεν ανάψει ο φούρνος, κάτι κακό συμβαίνει. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Άνοιξα την πόρτα, ο σκύλος του, ο Περικλής, γέρος πια, ούτε που βγήκε, απλά αναστέναξε.
Μπαίνω μέσα παγωνιά πιο βαριά κι από έξω, νερό στο κουβά παγοκολώνα. Σπίτι μύριζε αρρώστια και μοναξιά. Ο Γιάννης ξάπλωνε κάτω απ το πάπλωμα, έτρεμε.
Γιάννη! φώναξα. Τι κάνεις;
Άνοιξε τα μάτια, θολά, κόκκινα. Δεν με γνώρισε.
Αντώνια… ψιθύρισε. Πού είναι η Ασπασία; Γιατί δεν τραγουδά; Πες της να τραγουδήσει το „Φεγγαράκι μου λαμπρό”…
Καταλάβαινα παραμιλούσε, έλιωνε ο άνθρωπος. Έμεινα εκεί όλη τη νύχτα, άναψα το τζάκι, ζέστανα το σπίτι, του κανα ενέσεις. Μονάχα στο παραλήρημα γύρευε την κόρη του: «Ασπασία, γύρνα… Συγχώρα με…». Άκουγα και έπλεκα κάλτσα, κλαίγοντας σιωπηλά για όση αγάπη είχε κλειδωμένη στα στήθη του, αγάπη που μετατράπηκε σε φυλακή του.
Το χάραμα ο πυρετός έπεσε. Άνοιξε τα μάτια, ήρεμος, μα λυπημένος σαν σκυλί χτυπημένο.
Μαρίνα… μουρμούρισε. Την περίμενα κάθε μέρα. Το πρωί να κοιτάζω το παράθυρο, το βράδυ να ακούσω το καγκελάκι.
Το ξέρω του απάντησα, στρώνοντας του το πάπλωμα. Κι εκείνη έγραφε. Η Κωνσταντίνα το ταχυδρόμος μου το είπε.
Έγραφε; Πού είναι τα γράμματα; Εγώ κάρφωσα το γραμματοκιβώτιο! Νόμιζα πως με ξέχασε…
Στην Κωνσταντίνα είναι. Τα κράτησε. Δεν τα πέταξε.
Πριν ξημερώσει έτρεξα στο ταχυδρομείο. Μου έδωσε ένα κουτί με γράμματα. Του τα έφερα. Τα διάβαζε ο Γιάννης με τα τεράστια χέρια του να τρέμουν, δάκρυα να μουσκεύουν το χαρτί, φιλούσε φωτογραφίες εγγονιών, άγγιζε τα προσωπάκια με το τραχύ του δάχτυλο.
Εγγόνια, Μαρίνα. Δύο…
Βρήκαμε σε ένα γράμμα ένα μισόγραφο τηλέφωνο. Λείπαν οι τελευταίοι τέσσερις αριθμοί. Μόνο η διεύθυνση έγραφε Αθήνα, πελώρια πόλη, αργεί η αλληλογραφία θα τον έλιωνε η ανησυχία.
Θα πάω ο ίδιος! φώναζε, έτοιμος να ντυθεί. Θα συρθώ και θα τους βρω!
Κάτσε, ήρωα, δεν είσαι για ταξίδια. Υπάρχει κι άλλος τρόπος του λέω.
Πήγα στον γιο της γειτόνισσας, τον Στέλιο, καλό και ξύπνιο παλικάρι που δούλευε στην πόλη, έγνοια του τα κομπιούτερ.
Του εξηγώ τι ψάχνω. Έψαξε σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, „Facebook”, „Συμμαθητές”
Εδώ είναι! μου λέει. Την βρήκα! Γράφω μήνυμα: „Ασπασία, είμαι ο Στέλιος απ το χωριό. Ο πατέρας σου είναι πολύ άρρωστος. Σε αναζητά. Επείγον.”
Περιμέναμε Ώρα, δύο. Το διαδίκτυο στο χωριό με το ζόρι δουλεύει, διακοπές συνέχεια. Ο Γιάννης άσπρος, ο καβαλινός του καρδί, καταπίνει το υπογλώσσιο μα δεν ησυχάζει.
Δεν θα απαντήσει… έλεγε. Δεν θα με συγχωρέσει. Εγώ, να σου πω, δεν θα συγχωρούσα.
Ξαφνικά, „τικ”! Μήνυμα! „Στέλνω το τηλέφωνο του άντρα μου”.
Παίρνουμε! Χτυπάει πολλή ώρα. Η καρδιά χτυπά ως το στόμα.
Σηκώνει ένας άντρας, απότομος:
Ναι;
Ο Γιάννης χάνει τα λόγια του, τραυλίζει. Τον σπρώχνω:
Είμαι… Γιάννης… Ο πατέρας της Ασπασίας
Απόλυτη σιωπή. Ακούς μόνο ανάσες.
Πατέρας; Δέκα χρόνια περάσανε…
Δώσε μου την Ασπασία! μια γυναικεία φωνή, ανήσυχη.
Ναι;
Ήταν η Ασπασία. Ψυχρή, προσεκτική.
Ασπασία… εγώ είμαι… ο πατέρας σου…
Δέκα δευτερόλεπτα μόνο σιωπή. Μόνο το «κρακ» της γραμμής.
Γιατί τηλεφωνείτε; ψιθύρισε.
Πεθαίνω, κόρη μου. Μόνο να ακούσω τη φωνή σου ήθελα. Αν μπορείς, συγχώρεσέ με.
Έκλαιγε εκείνη, χωρίς λυγμούς, μόνο πόνος.
Δεν ξέρω, μπαμπά… Περίμενα τόσα χρόνια. Έγραφα αδιάκοπα χωρίς απάντηση. Δεν ξέρω αν μπορώ…
Δεν στο ζητάω αμέσως… Μόνο να ξέρεις ότι σε αγάπησα με τον δικό μου στραβό τρόπο. Γερο-χαζός ήμουν…
Θα έρθουμε. Δεν μπορώ να σ αφήσω έτσι. Θα έρθουμε. Περίμενε.
Άφησε το τηλέφωνο ο Γιάννης. Το πρόσωπό του όμως δεν φωτίστηκε. Μόνο ανακούφιση έβγαινε, λίγος φόβος.
Θα έρθει, μονολόγησε. Τυπικό χρέος. Αν όμως θα με συγχωρέσει… ο Θεός ξέρει.
Για πού να ρθουν, όμως; Εδώ; Στην αράχνιασμένη κάμαρη; Ντροπή για το γαμπρό, για τα εγγόνια…
Ηρέμησε! του είπα σφιχτά. Θα τα φτιάξουμε.
Σήκωσα το σοκάκι. Καθαρίσαμε όλοι το σπίτι, οι γειτόνισσες μέσα-έξω. Ο Γιάννης δεν έβρισκε τόπο.
Ήρθε το πρωινό της συνάντησης. Έφτασε το αυτοκίνητο, βγαίνει η Ασπασία. Γυναίκα της πρωτεύουσας, σοβαρή, με τα παιδιά και τον άντρα. Ο Γιάννης στο κατώφλι με τη σκούφια στα χέρια. Η Ασπασία κοντοστάθηκε στην καγκελόπορτα, κοίταζε και το σπίτι και τον πατέρα της. Έβλεπα πάλη μέσα της παλιό παράπονο, οίκτος.
Εκείνος πλησίασε.
Καλώς ήρθες, Ασπασία.
Καλώς σε βρήκα, μπαμπά, ψιθύρισε.
Έκανε ένα βήμα, τον αγκάλιασε προσεκτικά, σαν ξένο. Εκείνος σάστισε, μην τολμώντας ν ανασάνει, έσκυψε στο γιακά της και σιωπηλά τρεμούλιαζε. Εκείνη στεκόταν άκαμπτη, μόνο τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Όχι χαρά, μόνο πόνος για δείλι χαμένο.
Μπήκαν μέσα. Η ατμόσφαιρα βαριά. Τα παιδιά σφιγμένα στον πατέρα, ο άντρας της κοφτός. Καθίσαμε στο τραπέζι μαγκωμένοι, μαγείρεψα παστίτσιο.
Ο Γιάννης πρώτη φορά σήκωσε το ποτήρι, με δυσκολία:
Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν πίστευα… Μα σας περίμενα, με φάγανε τα χρόνια. Γιάννη, άντρα, Ασπασία… Μια ζωή χωρίς εσάς δεν είναι ζωή.
Ο άντρας της τη στήριξε. Κοίταξε τον Γιάννη και είπε:
Ε, καλά. Ήρθαμε γιατί η Ασπασία δεν είχε ησυχία. Είναι καλή κόρη. Πάμε, ας πιούμε στη συνάντηση.
Τότε ο μικρός εγγονός πετάχτηκε:
Παππού, πού πήγε το τσεκούρι στη σκάλα; Η μαμά μάς έλεγε…
Η Ασπασία χλώμιασε:
Δεν είναι της ώρας, Απόστολε! Φάε.
Μα ο Γιάννης τον κοίταξε και χαμογέλασε πικρά:
Σάπισε το τσεκούρι, παιδί μου. Και η οργή μου χάθηκε. Μόνο η στάχτη μένει. Αύριο θα σε πάω μέσα στο δάσος. Εκεί που είναι ζωή.
Ο πάγος έσπαγε σιγά-σιγά. Τρεις μέρες έμειναν. Προσπαθούσε ο Γιάννης να δείξει αγάπη, μα φοβόταν να πει λέξη παραπάνω.
Στο απογευματινό πέρασμα πήγε η Ασπασία στο ιατρείο μου.
Κυρία Μαρίνα, μου είπε δώστε τίποτα για την καρδιά. Βαρύ είναι αυτό που ζω.
Της πρόσφερα τσάι με δυόσμο.
Δεν σε αφήνει το παράπονο;
Δεν με αφήνει. Βλέπω τον γέρο, τον λυπάμαι. Μα θυμάμαι το βράδυ της φυγής, τα λόγια του… Όλο ήθελα να του τα πω όλα, τα αχώνευτα πώς πείνασα φοιτήτρια, πώς όταν γέννησα τη Μαρία δεν είχα ποιον να το πω…
Και;
Δεν μπόρεσα. Τον είδα σκυμμένο, με τα ρημαγμένα χέρια. Τιμωρήθηκε ο ίδιος χειρότερα από όσο θα μπορούσα εγώ. Δώδεκα χρόνια μόνος. Γιατί να πονάει πια;
Αυτή είναι η σοφία, Ασπασία. Να συγχωρείς δεν σημαίνει να λησμονάς. Σημαίνει να συμπονάς. Δεν στο έκανε από κακία, μα από φόβο παράφορο. Σ αγαπούσε με αρρωστημένο τρόπο, αλλά σ αγαπούσε.
Η Ασπασία ήπιε το τσάι, μου είπε ψιθυριστά:
Σήμερα ζέστανε τις παντόφλες της Μαρίας στη φωτιά, ακριβώς όπως όταν ήμουν μικρή. Εκεί ένιωσα λιγάκι να μου φεύγει το παράπονο. Λίγο. Θα προσπαθήσουμε, για τα παιδιά. Και ίσως η πληγή κολλήσει.
Έφυγαν σε μια βδομάδα, αλλά υποσχέθηκαν να ξανάρθουν το καλοκαίρι. Και γύρισαν.
Το καλοκαίρι ο Γιάννης ήταν άλλος. Ξανακέρδισε το σπίτι του. Έστρωσε τον κήπο. Κι έγινε το θαύμα. Οι παλιές μήλιες, που λέγαμε πως ξεράθηκαν, ξανά ανθίσαν, λευκό σύννεφο στη αυλή.
Ένα σούρουπο βρήκα τον Γιάννη και την Ασπασία στο κατώφλι, πλάι-πλάι, κοιτούσαν τον ήλιο που έδυε. Η μικρή Μαρία έτρεχε φτιάχνοντας στεφάνια.
Ο Γιάννης με είδε, μου κούνησε το χέρι, το πρόσωπό του ήσυχο πια.
Η Ασπασία μου χαμογέλασε. Μέσα σε εκείνο το χαμόγελο υπήρχε ακόμη λύπη, μα όχι θυμός.
Κυρά Μαρίνα, έλα να πιεις τσάι με γλυκό μήλο! φώναξε ο παππούς. Η Ασπασία το φτιαξε. Και είναι διάφανο, σαν κεχριμπάρι!
Καθίσαμε στο μπαλκόνι, τσάι, χαμόγελα, βρώμαγε το σπίτι μήλο και καλοκαίρι.
Σου λένε πως το σπασμένο φλιτζάνι κολλάει. Η ρωγμή μένει, φυσικά. Μα πίνεις από αυτό και το τσάι γίνεται πιο γλυκό, γιατί πια το προσέχεις όσο τίποτε καινούριο.
Η ζωή είναι μικρή σαν χειμωνιάτικη μέρα. Προτού προλάβεις να ανασάνεις, νύχτωσε. Όλο λες προλαβαίνω, αύριο θα συγχωρήσω, θα πάρω τηλέφωνο, θα έρθω. Μα το αύριο ίσως να μην έρθει ποτέ. Το σπίτι μπορεί να παγώσει, το τηλέφωνο να σωπάσει για πάντα, και το γραμματοκιβώτιο μένει άδειο…





