**Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι**
Το πρώιμο καλοκαίρι έξω από το παράθυρο μακριές μέρες, πράσινα φύλλα κολλάνε στα τζάμια, σαν να θέλουν να προστατεύσουν το δωμάτιο από το παραπάνω φως. Τα παράθυρα του διαμερίσματος είναι ανοιχτά διάπλατα· στη σιωπή ακούγονται τα πουλιά και σπάνιες παιδικές φωνές από τον δρόμο. Σε αυτό το σπίτι, όπου κάθε αντικείμενο έχει βρει τη θέση του εδώ και χρόνια, ζουν δύο άνθρωποι η Ειρήνη, σαράντα πέντε χρονών, και ο γιος της, ο Δημήτρης, δεκαεπτά ετών. Αυτό τον Ιούνιο, όλα φαίνονται λίγο διαφορετικά· στον αέρα δεν υπάρχει μόνο η ανάσα του καλοκαιριού, αλλά και μια ένταση που δεν φεύγει ούτε με τον αέρα που περνάει από τα παράθυρα.
Το πρωί που ήρθαν τα αποτελέσματα των πανελληνίων, η Ειρήνη θα το θυμάται για πολύ καιρό. Ο Δημήτρης καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας, χωμένος στο κινητό του, οι ώμοι του σφιγμένοι. Έμενε σιωπηλός, κι εκείνη στεκόταν δίπλα στη κουζίνα, χωρίς να ξέρει τι να πει. «Μαμά, δεν τα πήγα καλά», είπε τελικά. Η φωνή του ήταν σταθερή, αλλά κουρασμένη. Η κούραση είχε γίνει συνηθισμένη για κι τους δυό τους. Μετά το σχολείο, ο Δημήτρης σπάνια έβγαινε έξω· διαβάζοντας μόνος του, πήγαινε σε δωρεάν μαθήματα στο λύκειο. Η Ειρήνη προσπαθούσε να μην τον πιέζει· του έφερνε τσάι με μέντα, κάποιες φορές καθόταν δίπλα του απλώς για να είναι εκεί. Κι έτσι, όλα άρχισαν πάλι από την αρχή.
Για την Ειρήνη, αυτή η είδηση ήταν σαν κρύο ντους. Ήξερε· η επανεξέταση γίνεται μόνο μέσω του σχολείου, θα έπρεπε να ξαναπεράσουν όλη τη γραφειοκρατία. Χρήματα για ιδιαίτερα δεν υπήρχαν. Ο πατέρας του Δημήτρη ζούσε χρόνια χωριστά και δεν ασχολούνταν. Το βράδυ, έφαγαν βραδινό σιωπηλοί ο καθένας με τις σκέψεις του. Αυτή σκεφτόταν πώς θα βρει φθηνότερους καθηγητές, πώς θα πείσει τον γιο της να προσπαθήσει ξανά, αν θα είχε τη δύναμη να τον στηρίξει και τον εαυτό της.
Ο Δημήτρης σε εκείνες τις μέρες ήταν σαν σε αυτόματο πιλότο. Στο δωμάτιό του, μια στοίβα τετράδια δίπλα στον υπολογιστή. Ξαναέλεγε τα θέματα των μαθηματικών και της ελληνικής τα ίδια που είχε λύσει την άνοιξη. Μερικές φορές κοιτούσε έξω από το παράθυρο τόσο πολύ, που φαινόταν σαν να πρόκειται να φύγει. Στις ερωτήσεις απαντούσε κοφτά. Η Ειρήνη έβλεπε· τον πονάει να επιστρέφει στα ίδια. Αλλά δεν υπήρχε επιλογή. Χωρίς πανελλήνιες, δεν γίνεται να μπει σε πανεπιστήμιο. Άρα, έπρεπε να ξαναδιαβάσει.
Το βράδυ της επόμενης μέρας, συζητούσαν μαζί το σχέδιο. Η Ειρήνη άνοιξε τον υπολογιστή και πρότεινε να ψάξουν για καθηγητές.
«Ίσως να δοκιμάσουμε κάποιον καινούργιο;» ρώτησε με προσοχή.
«Θα τα καταφέρω μόνος μου», μουρμούρισε ο Δημήτρης.
Αυτή αναστέναξε. Ήξερε· ντρέπεται να ζητήσει βοήθεια. Αλλά μια φορά ήδη είχε δοκιμάσει μόνος και αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Εκείνη τη στιγμή, ήθελε απλώς να τον αγκαλιάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Αντίθετα, οδήγησε προσεκτικά τη συζήτηση στο πρόγραμμα· πόσες ώρες την ημέρα μπορούσε να διαβάζει, αν έπρεπε να αλλάξει τη μέθοδο, τι του φαινόταν πιο δύσκολο την άνοιξη. Σιγά σιγά, η συζήτηση έγινε πιο ήρεμη και οι δύο καταλάβαιναν· δεν υπήρχε επιστροφή.
Μερικές μέρες αργότερα, η Ειρήνη τηλεφωνούσε σε γνωστούς και έψαχνε για καθηγητές. Σε μια ομάδα του σχολείου, βρήκε μια γυναίκα την κυρία Μαρία, που δίδασκε μαθηματικά. Συνεννοήθηκαν για μια δοκιμαστική διάλεξη. Ο Δημήτρης άκουγε με το μισό αυτί· ακόμη έδειχνε διστακτικός. Αλλά όταν το βράδυ η μητέρα του έφερε μια λίστα με πιθανούς καθηγητές για ελληνικά και κοινωνιολογία, συμφώνησε με απροθυμία να δουν μαζί τα βιογραφικά.
Οι πρώτες εβδομάδες του καλοκαιριού πέρασαν σε μια νέα ρουτίνα. Το πρωί πρωινό στο κοινό τραπέζι· πλιγούρι, τσάι με λεμόνι ή μέντα· μερικές φορές στο πιάτο εμφανίζονταν πρώιμα φρούτα από την αγορά. Μετά, ο καθηγητής των μαθηματών· τα μαθήματα γίνονταν διαδικτυακά ή στο σπίτι ανάλογα με το πρόγραμμα. Μετά το μεσημεριανό, μια σύντομη ανάπαυση και μετά δουλειά στις ασκήσεις. Το βράδυ, συζήτηση για τα λάθη ή τηλεφωνήματα σε άλλους καθηγητές.
Με κάθε μέρα, η κούραση μεγάλωνε και για τους δύο. Στα τέλη της δεύτερης εβδομάδας, η ένταση έγινε πιο εμφανής και στις μικρές λεπτομέρειες· κάποιος ξεχνούσε να αγοράσει ψωμί ή να σβήσει το σίδερο, κάποιος εκνευριζόταν για ασήμαντα πράγματα. Μια μέρα το βράδυ, κατά το δείπνο, ο Δημήτρης πέταξε απότομα το πιρούνι στο πιάτο:
«Γιατί με ελέγχεις συνεχώς; Είμαι μεγάλος πια!»
Προ



