Μέχρι την περιοχή
Ο Στέλιος Παπαδόπουλος άφησε το παλιό του Fiat μπροστά από το μικρό παντοπωλείο στη διασταύρωση, χωρίς να σβήσει τη μηχανή. Αυτό βόλευε: οι άνθρωποι έφταναν γρήγορα, κάθονταν μέσα μέχρι να μη προλάβει το κρύο να κυριεύσει τη καμπίνα, και δεν έχανε το ριζικό του. Μια τετράγωνη μπλε τετράδιο με τα δρομολόγια βρισκόταν πάνω στο ταμπλό, μαζί με ένα στυλό και λίγα ευρώ σε πλαστικό ποτηράκι. Δεν το έλεγε δουλειά, αν κι ουσιαστικά ήταν: μετέφερε κόσμο ως το χωριό μετά τη μικρή κωμόπολη, ειδικά όσους το ΚΤΕΛ δεν βόλευε ή δεν άντεχαν το εισιτήριο.
Τη διαδρομή την ήξερε με κλειστά μάτια. Μετά το μικρό γεφυράκι μια λακκούβα δεξιά, καλύτερα να την αποφύγεις περνώντας λίγο αντίθετα αν δε φαίνεται κανείς. Λίγο παρακάτω στη φυτεμένη από πεύκα λωρίδα η πινακίδα εδώ και χρόνια στραβή, και τις νύχτες μοιάζει με άνθρωπο που περιμένει. Πλησιάζοντας την περιοχή, στρίβεις προς το παλιό μαντρί απ όπου πάντα ανασύρεται υγρασία απ τη ρεματιά. Και τα πρόσωπα τα ήξερε κι αυτά. Κάποιοι μια φορά τη βδομάδα, άλλοι κάθε μέρα. Άλλοι σιωπηλοί σαν χαμένη σκιά, άλλοι ήθελαν να πουν όλη τους τη ζωή λες κι μέσα στ αμάξι όλα βγαίνουν πιο εύκολα.
Ο Στέλιος δεν έλεγε πως ήταν ψυχολόγος. Άκουγε, έγνεφε, απαντούσε σύντομα αν τον ρωτούσαν. Σε αυτήν την ηλικία, τα περιττά λόγια φέρνουν μόνο έξτρα βάρος. Του άρεσε αυτή η καθαρότητα: παρέδωσα κατέβηκες γύρισα. Και όμως, ήξερε πως ο δρόμος κάνει τους ανθρώπους πιο ανοιχτούς, τον οδηγό μάρτυρα. Μάρτυρα που απλά δεν υπογράφει τίποτα.
Μπροστά του πλησίασε μια γυναίκα με ανοιχτόχρωμο μπουφάν, γύρω στα σαράντα, τσάντα περασμένη διαγώνια. Της είχε δει δυο φορές, το όνομά της το είχε ξεχάσει.
Μέχρι την περιοχή; ρώτησε χωρίς να γυρίσει πλήρως, μόνο τσίμπησε το βλέμμα του.
Μέχρι την περιοχή, απάντησε, κάθισε δεξιά πίσω. Θέλω προς τα „Πεύκα”.
Σημείωσε την προσοχή της σαν έκλεισε την πόρτα προσεκτική, μη χτυπήσει. Τσάντα στα γόνατα, ζώνη αμέσως. Αυτές δεν διαπραγματεύονται την τιμή, δεν λένε να με αφήσεις λίγο παρακάτω.
Ενώ περίμενε δεύτερο επιβάτη, ο Στέλιος έριξε μια ματιά στους καθρέφτες, τσέκαρε τον καθρέπτη που από τις παλιές βεντούζες του κρατιόταν με θαύμα. Ήταν η πρώτη τακτική διαδρομή να επιστρέψει πριν το μεσημέρι, είχε να κουβαλήσει νερό απ τη βρύση κι ήδη το γόνατό του διαμαρτυρόταν από την οδήγηση.
Αριστερά από το μαγαζί, άντρας. Ψήλος, σκούρα μπουφάν, μικρό σακίδιο. Βιαστικός, αλλά σταμάτησε παγωμένος μπροστά στο αυτοκίνητο, κοίταξε πίσω από το τζάμι για ένα δευτερόλεπτο. Το πιασε κι ο Στέλιος αμέσως όχι φόβος, όχι χαρά, ένα χάσμα κίνησης. Το μυαλό στάθηκε.
Μέχρι την περιοχή; ξαναρώτησε.
Ναι, ο άντρας μπήκε στη θέση του συνοδηγού. Για το χωριό.
Δεν έβαλε ζώνη αμέσως. Πρώτα το σακίδιο στα γόνατα, μετά το θυμήθηκε, έσυρε τη ζώνη κι ακούστηκε το κλικ. Έφυγαν.
Πρώτα χιλιόμετρα, σιωπή. Η γυναίκα πίσω κοιτούσε έξω, ο Στέλιος στο καθρέφτη έπιανε ότι το βλέμμα της πότε πότε καρφωνόταν στον άντρα. Ο άντρας, σφιγμένος πάνω στο σακίδιο, σα να φοβόταν μην του φύγει.
Έβαλε λίγο μουσική αλλά γρήγορα τη χαμήλωσε. Εδώ ήταν ήδη ασφυκτικά από σκέψεις προτιμούσε τη μηχανή, τα λάστιχα, το δικό του ρυθμό αναπνοής.
Καλή σήμερα η διαδρομή, είπε, απλά για να σπάσει τον πάγο.
Μάλιστα, είπε ο άντρας.
Εντάξει, η γυναίκα με φωνή που ακουγόταν πιο ψηλά απ όσο έπρεπε.
Ο Στέλιος άκουγε τις παύσεις, όχι τα λόγια. Η παύση του άντρα, πιο βαριά από αδιαφορία. Της γυναίκας, διαλέγοντας λέξεις με ζυγή.
Μετά τη γέφυρα, απέφυγε τη λακκούβα, το αμάξι κλυδωνίστηκε, η γυναίκα έσφιξε τη τσάντα.
Συχνά πηγαίνετε; ρώτησε προς τον άντρα, όχι τον οδηγό.
Ο άντρας γύρισε λιγάκι.
Για δουλειές, απάντησε. Καμιά φορά.
Και εσείς κόμπιασε, ήθελε να πει όνομα, δεν το τόλμησε. Έχετε καιρό να πάτε στο χωριό;
Ο Στέλιος ένιωσε την ατμόσφαιρα να ζεσταίνεται, κι ας δούλευε καλά το καλοριφέρ. Δεν του άρεσαν τέτοιες ανιχνεύσεις. Ιδίως όταν γίνονται με ερωτήσεις αντί με ευθείες φράσεις.
Χρόνια, είπε ο άντρας. Πρόσθεσε: Εκεί μεγάλωσα.
Η γυναίκα έπνιξε μια ανάσα. Το βλέμμα της στο φερμουάρ, τα δάχτυλα χαϊδολογούσαν τη ραφή.
Θυμήθηκε τον κανόνα του: μην ανακατεύεσαι. Οι μεγάλοι, ξέρουν μόνοι. Το κανόνας βόλευε μέχρι να μπει στην καμπίνα το αίσθημα ότι κάτι θα σπάσει. Ήταν τότε που ο οδηγός γινόταν τοίχος κράτημα.
Στο πέρασμα της λωρίδας με τα πεύκα, ο άντρας τσέκαρε το κινητό, πάλι το έβαλε στην τσέπη. Τα δάχτυλά του τρέμανε όχι από το κρύο.
Πού ακριβώς; ρίχνει ο Στέλιος για να πάει αλλού η κουβέντα. Το χωριό έχει πολλές στάσεις.
Στη δημαρχία, απάντησε ο άντρας. Για τα χαρτιά.
Η γυναίκα σήκωσε κεφάλι.
Στη δημαρχία; πολύ γρήγορα.
Ναι, τώρα γύρισε και φάνηκε το προφίλ του: μύτη κυρτή, αξύριστος, μάτια κουρασμένα. Για κάτι με το οικόπεδο.
Οικόπεδο; σχεδόν από θυμό.
Ο άντρας τη κοίταξε για πρώτη φορά αληθινά. Σε αυτό το βλέμμα υπήρχε ένα είδος αναγνώρισης όχι φιλικό. Σαν να βρήκε σε τοίχο φωτογραφία που νόμιζε ότι είχε καεί.
Γνωριζόμαστε; ρώτησε.
Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια.
Δεν με θυμάστε. Έτσι είναι.
Ο Στέλιος έσφιξε το τιμόνι. Δεν ήθελε να βρεθεί στη μέση μιας ξένης έκρηξης που μπορεί να γίνει εφιάλτης. Να σταματήσει στη μέση του δρόμου απαγορεύεται. Οδήγησε, παρακολουθούσε, μάζευε κάθε λέξη επειδή από αυτές εξαρτιόταν αν το αυτοκίνητο θα γεμίσει μόνιμο λεκέ.
Για πείτε, ο άντρας πιο σκληρά τώρα. Έχουμε βρεθεί;
Στο νοσοκομείο, πετάει εκείνη. Του χωριού. Πριν δέκα χρόνια.
Στράφηκε στο τζάμι. Το πρόσωπό του συσπάστηκε.
Δεν ήμουν ποτέ.
Ήσασταν, ψύχραιμα. Κάθε λέξη βαριά. Ήρθατε μια φορά. Έπειτα χαθήκατε.
Ο Στέλιος ήθελε να ψιθυρίσει «ησυχία». Δεν είχε όμως το δικαίωμα. Ήταν οδηγός, ούτε αστυνόμος ούτε συγγενής. Κι όμως, η ευθύνη της καμπίνας στα δικά του χέρια.
Μπερδεύεστε, είπε ο άντρας.
Όχι, νεύμα έκοψε τον αέρα. Το επίθετό σας Κολοκοτρώνης;
Ο Στέλιος το είδε ένα τίναγμα· όχι δυνατό, αρκετό για να θεωρηθεί απάντηση.
Πού το ξέρετε; ο άντρας.
Το είχα διαβάσει τότε. Στα χαρτιά. Και τώρα, ξανά.
Ήταν προφανές τώρα δεν ήταν τυχαία συνάντηση. Δεν ήταν „ο κόσμος μικρός”, κάτι άλλο. Η γυναίκα ήξερε, ο άντρας όχι, τώρα υποψιαζόταν.
Έφερε στη μνήμη λόγια πριν λίγες βδομάδες: κάποιος διεκδικεί οικόπεδο, ψάχνεται, έγινε φασαρία. Δεν τον ένοιαζε τότε αρκετά είχε στο κεφάλι του.
Ο δρόμος γεμάτος μπαλώματα, το αυτοκίνητο έτρεμε, οι λέξεις τινάζονταν.
Δεν καταλαβαίνω, ο άντρας αργά. Ποια είστε;
Η γυναίκα τον κοίταξε απ τον καθρέφτη, μια σιγανή ικεσία όχι για βοήθεια, απλώς να αντέξει.
Είμαι η Κλειώ, είπε. Τότε ήμουν νοσοκόμα. Στο παιδιατρικό.
Ο άντρας κατάπιε.
Και λοιπόν;
Ήρθατε να δείτε ένα αγόρι, η Κλειώ ήρεμα, μα τα δάχτυλα στο φερμουάρ λευκά. Τον Αλέξη. Υπογράψατε την άρνηση. Μετά εξαφανιστήκατε.
Δεν υπέγραψα τίποτα! απότομα.
Ο Στέλιος είδε το χέρι του άντρα να σφίγγει το ζωνάρι σα να ήθελε να βγει, να δραπετεύσει.
Υπογράψατε, αμετακίνητη η Κλειώ. Κρατούσα εγώ το φάκελο. Ήταν η υπογραφή σας. Και διεύθυνση. Δρόμος Πεύκων, σπίτι…
Φτάνει, ο άντρας. Η λέξη αυτή έκανε τον κινητήρα να ηχεί πιο βαριά.
Ο Στέλιος καταλάβαινε. Θα ξεπερνιόταν το όριο, και τότε δεν έχει σημασία το δίκιο. Το αυτοκίνητο θα γεμίσει συντρίμμια κι αυτός απλά στο τιμόνι να παριστάνει πως δεν είναι μέσα.
Είχε αποφασίσει πού θα σταματήσει, σε ένα παλιό υπόστεγο λεωφορείου με κλίση στην πλάγια. Εκεί μπορούσε.
Θα κάνω στάση, είπε ήρεμα. Υπάρχει μια άπλα.
Γιατί; ο άντρας.
Μιλάτε και ξεχνάτε ότι μεταφέρω ανθρώπους κι εμένα τον ίδιο.
Σταμάτησε με φλας, χειρόφρενο. Η μηχανή αναμμένη. Το ρελέ του καλοριφέρ ακουγόταν ξεκάθαρο.
Δεν σας κατεβάζω, είπε. Μα αν είναι σοβαρά, καλύτερα να μιλάτε σταματημένοι. Δεν είμαι δικαστής, οδηγός είμαι. Να σας πάω ολόκληρους.
Η Κλειώ σιωπηλή. Ο άντρας κοιτούσε το ταμπλό.
Ο Στέλιος του απευθύνθηκε.
Μια ερώτηση. Δεν θυμάστε το νοσοκομείο και την υπογραφή; Ή δεν θέλετε να θυμάστε;
Ο άντρας άργησε πολύ. Σιγά σιγά απομάκρυνε τα χέρια απ το σακίδιο, σαν να απελευθέρωνε βάρος.
Θυμάμαι το νοσοκομείο, είπε χαμηλόφωνα. Αλλά όχι αυτήν την ιστορία. Τότε είχα γυναίκα. Γέννα. Όλα πήγαν στραβά. Μου είπαν το παιδί πως δεν τα κατάφερε.
Η Κλειώ πήρε μια κοφτή ανάσα.
Σας είπαν ψέματα, είπε. Σαν απολογία συνέχισε: Δεν ξέρω ποιος ή γιατί. Ήμουν μικρή τότε, δεν εξηγούσε κανείς. Μόνο είδα τα χαρτιά.
Ο άντρας την κοίταξε.
Δηλαδή το παιδί μου
Θέλω να πω, ο Αλέξης ζει, σχεδόν ψιθυριστά. Τον πήρανε μετά. Η διαδικασία περίεργη. Προσπάθησα να το κυνηγήσω, με απέπεμψαν. Έφυγα ένα χρόνο μετά.
Ο Στέλιος ακίνητος. Ένιωθε ξανά το παλιό θυμό για ξένη αδιαφορία πόσο εύκολα τα „είπαμε ψέματα” γίνονται μοίρες ανθρώπων. Άχρηστο όμως τώρα ο θυμός.
Γιατί μου το λέτε; Εδώ, στο αμάξι;
Η Κλειώ κοίταξε τα δάχτυλά της.
Γιατί κάνατε αίτηση για το οικόπεδο, ψιθυριστά. Το σπίτι εκεί ζει ο Αλέξης. Είκοσι χρονών πια. Νομίζει ότι δεν έχετε σχέση. Όμως με την αίτηση και το όνομα, όλα βγαίνουν στην επιφάνεια. Είδα το επώνυμο σας και κατάλαβα ότι
Ότι μπορώ να τα τινάξω όλα, ο άντρας με ειρωνεία.
Δεν θέλω να βρεθείτε έτσι, όπως γίνεται συνήθως. Μες στο δήμο, μπροστά σε κόσμο. Ήθελα να σας προειδοποιήσω. Να το σκεφτείτε.
Ο Στέλιος κατάλαβε. Συνάντηση που δεν πρέπει να γίνει, όχι γιατί απαγορεύεται, αλλά γιατί ακρωτηριάζει δομές. Κι όμως, γινόταν σαν την λακκούβα μετά τη γέφυρα: η διαδρομή πάντα περνάει κοντά, ακόμα κι αν ξέρεις.
Ο άντρας κοιτούσε μακριά. Ύστερα ψιθυριστά:
Είναι καλά;
Η Κλειώ έγνεψε.
Δουλεύει στο πριονιστήριο. Δεν πίνει. Πήγε τεχνική σχολή, σταμάτησε. Τον μεγάλωσε θεία του, η κυρά Μαρίνα. Τον αγαπάει.
Ο άντρας έκλεισε τα μάτια, το χέρι του πέρασε στο μέτωπο. Ο Στέλιος πρόσεξε, στο χέρι μια λευκή γραμμή από ρολόι λες κι είχε βγάλει πρόσφατα το ρολόι, να μην τον βαραίνει.
Δεν μπορώ να πάω, να του πω „γεια, είμαι ο πατέρας σου” αν όντως είμαι.
Δεν στο ζητάω, η Κλειώ. Μόνο μην το λες „ένα χαρτί για το οικόπεδο”.
Ο Στέλιος κατάλαβε: ήρθε η ώρα να δώσει επιλογή. Ούτε να τους σπρώξει, ούτε να κρατήσει.
Ακούστε, είπε. Μέχρι την περιοχή ακόμα σαράντα λεπτά. Εκεί χωρίζετε αν θέλετε. Ή μιλάτε. Ή ανταλλάσετε τηλέφωνα. Αλλά εγώ δεν μεταφέρω φωνές ή καυγάδες στην καμπίνα. Εντάξει;
Ο άντρας έγνεψε. Κι η Κλειώ.
Ο Στέλιος ξεκίνησε πάλι. Τα λάστιχα έτριζαν στο γαρμπίλι, ύστερα άσφαλτο. Σιωπή όχι άδεια, αλλά γεμάτη από προσωπικές ηχώ.
Λίγα χιλιόμετρα, ο άντρας με το κινητό.
Έχετε το τηλέφωνό του; ρωτάει, χωρίς να γυρίσει.
Το χω, η Κλειώ, δεν ξέρω αν δικαιούμαι να το δώσω.
Κι εγώ δεν ξέρω αν δικαιούμαι το οικόπεδο, ο άντρας. Λοιπόν: Θα μου το δώσετε, θα τον γράψω πρώτα, χωρίς όνομα. Θα ρωτήσω αν θέλει να με δει. Αν πει „όχι”, φεύγω.
Η Κλειώ κοίταξε έξω, σα να πνιγόταν στης καμπίνας την άπνοια. Έβγαλε μπλοκάκι και στυλό, έγραψε αριθμούς, έσκισε προσεκτικά το φύλλο. Το κράτησε, δεν το έδωσε αμέσως.
Θα υποσχεθείτε ότι δεν θα πάτε σπίτι του;
Υπόσχομαι.
Η Κλειώ παρέδωσε το χαρτί. Ο άντρας το πήρε απαλά, το βαλε στο μπουφάν, φερμουάρ μέχρι τέρμα.
Ο Στέλιος στη διασταύρωση τράβηξε το τετράδιο στη θέση του. Ένιωθε ότι η δουλειά του είναι να φτάσει, όχι μόνο σε χιλιόμετρα αλλά να δώσει ευκαιρία να μη γίνει παραπάνω σφάλμα εν κινήσει.
Στην είσοδο της περιοχής, βούλιαξαν στην κίνηση. Κόρνες, φρένα, ψητάδικα, όλος ο κόσμος σα Κυριακή μεσημέρι. Ο άντρας μπροστά, ίσιος και τεταμένος. Η Κλειώ πίσω, τα μάτια στα μαγαζιά λες και ψάχνει διέξοδο να βγει ξανά απλά άνθρωπος, όχι φορτωμένη μυστικά άλλου.
Εδώ, αν θέλετε, ζήτησε ήσυχα η Κλειώ, βλέποντας το φαρμακείο στη γωνία.
Ο Στέλιος άναψε φλας, σταμάτησε ήπια. Η Κλειώ άνοιξε την πόρτα, αλλά πριν βγει, σκύβει μπροστά.
Δεν ξέρω πού θα βγει. Δεν θέλω να φταίω. Κουράστηκα πια να σωπαίνω.
Ο άντρας της ρίχνει ματιά.
Αν κάνετε λάθος, θα μου χαλάσετε την ζωή, είπε.
Αν δεν κάνω, ήδη ζείτε σε χαλασμένη και δεν το ξέρατε, ψηθυρίζει η Κλειώ. Συγγνώμη.
Κατεβαίνει, πόρτα κλείνει σιγά, χάνεται χωρίς ανάσα.
Στη δημαρχία, ψιθυρίζει ο άντρας, λες και το θυμίζει στον εαυτό του.
Το ξέρω, ο Στέλιος.
Δυο τετράγωνα ακόμα. Έξω από το δημαρχείο σταματά. Ο άντρας μένει, κοιτά τα χέρια, βγάζει το χαρτάκι με τον αριθμό, το κοιτάζει.
Τι θα κάνατε; ξαφνικά, χωρίς να κοιτάζει.
Ο Στέλιος δεν αγαπά τις συμβουλές. Το να σωπάσει τώρα όμως θα ήταν δειλία.
Αν πας σαν να ναι για το οικόπεδο, θα πάρεις ένα χαρτί και δεν θα κοιμάσαι. Αν πας σαν άνθρωπος να καταλάβεις, ίσως δε βρεις τίποτα αμέσως. Αλλά θα μείνεις άνθρωπος. Εσύ διάλεξε.
Ο άντρας έγνεψε, έβαλε το σημείωμα βαθιά στην τσέπη, άνοιξε την πόρτα.
Ευχαριστώ, είπε και βγήκε.
Ο Στέλιος τον παρακολούθησε. Ο άντρας περπατούσε στον δρόμο σαν μαθητευόμενος σε καινούργια βήματα. Στην είσοδο του δημαρχείου σταμάτησε, ανέπνευσε βαθειά και μπήκε.
Ο Στέλιος έκανε αναστροφή, πήρε σιγά το δρόμο προς τη διασταύρωση του παντοπωλείου. Πάνω στο ταμπλό το τετράδιο είχε γλιστρήσει ελαφρά, το διόρθωσε στο φανάρι. Το κεφάλι του βαρύ, μα το πνίγουν οι τύψεις όχι. Ήξερε: αύριο πάλι αυτή η διαδρομή, πάλι πρόσωπα, ερωτήσεις, σιωπές. Και πάλι θα πει «Μέχρι την περιοχή;».
Μόνο που τώρα θα θυμάται, πως μερικές φορές στο αυτοκίνητο μπαίνουν όχι επιβάτες αλλά ανείπωτα χρόνια. Και το χρέος του είναι να φτάνει ως το τέρμα, για να έχουν οι άνθρωποι την ευκαιρία να πουν ό,τι χρειάζεται ούτε πάνω στην λακκούβα, ούτε στην κατηφόρα.



