Μένω ένα τετράγωνο από ένα λύκειο και αυτές τις μέρες ο θόρυβος επέστρεψε ξανά στο δρόμο – αγόρια με μεγάλες τσάντες, ανοιχτά πουκάμισα, γέλια, βιαστικές μαμάδες, ποδήλατα που αφήνουν μαθητές στη γωνία. Για τους περισσότερους αυτό είναι κάτι φυσιολογικό. Για μένα είναι ένα χτύπημα στο στήθος. Πριν τρία χρόνια ο γιος μου, που ήταν στη Β’ Λυκείου, έφυγε από τη ζωή και από τότε αυτή η εποχή είναι η πιο δύσκολη για μένα.

Ζω σε ένα στενό δίπλα από το Λύκειο και αυτά τα πρωινά, ο θόρυβος γυρίζει πάλι αγόρια με μεγάλες τσάντες, ξεκούμπωτα πουκάμισα, γέλια, μαμάδες που σπεύδουν, ποδήλατα που τους αφήνουν στη γωνία. Για τους περισσότερους αυτό είναι καθημερινότητα. Για μένα, χτυπάει στο στήθος μου σαν κύμα. Πριν τρία χρόνια ο γιος μου, ο Νικόλας, μαθητής Β Λυκείου, πέθανε ξαφνικά και από τότε αυτή η εποχή είναι η πιο δύσκολη για μένα.

Ήταν 16 ετών. Εκείνο το βράδυ είχε βγει να φάει σουβλάκια με φίλους, μετά έμειναν λίγο ακόμη στην πλατεία. Δέκα το βράδυ, διέσχιζε τη λεωφόρο για να γυρίσει σπίτι. Τον περίμενα ξύπνια, όπως κάθε φορά. Ένας οδηγός, μεθυσμένος και απερίσκεπτος, πέρασε το κόκκινο φανάρι. Ούτε φρέναρε, ούτε σκέφτηκε. Ο Νικόλας δεν πρόλαβε καν να δει τι έγινε. Όταν με πήραν από το νοσοκομείο, ένιωσα το σώμα μου να αδειάζει στεκόμουν σαν να μην καταλάβαινα τα λόγια.

Έχω χάσει και τους γονείς μου η θλίψη ήταν σκληρή, βαθιά, βαριά. Μα τίποτα δεν συγκρίνεται με το να θάψεις το παιδί σου. Δεν είναι η τάξη των πραγμάτων. Ένιωσα θυμό, αδυναμία, ενοχές, όλα μαζί γιατί τον άφησα να βγει, γιατί δεν τον πήρα τηλέφωνο, γιατί δεν τον γύρισα νωρίτερα, γιατί ο Θεός το επέτρεψε. Μήνες ολόκληρους μαλώνα με τον Θεό. Έκλαιγα, παρακαλούσα, φώναζα πως δεν είναι δίκαιο ότι μου τον πήρε χωρίς προειδοποίηση.

Εδώ και χρόνια έχω βιβλιοπωλείο το μαγαζάκι μου στη γειτονιά. Πουλάω τετράδια, χρωματιστά μολύβια, στυλό, κάνω φωτοτυπίες, εκτυπώσεις, ανανεώσεις, βοηθάω και σαν μεσάζοντας για τραπεζικά κόσμος μπαίνει και βγαίνει όλη μέρα. Πριν ένιωθα χαρά όταν εξυπηρετούσα μαθητές. Τώρα κάθε σχολική στολή μου θυμίζει τη δική του. Κάθε παιδί που παίρνει τετράδια, με φέρνει σε εκείνα που του αγόραζα. Συχνά, ενώ κάνω φωτοτυπίες, νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

Τον πρώτο χρόνο, κόντεψα να κλείσω το μαγαζί. Δεν είχα δύναμη ούτε για να σηκώσω τα ρολά. Πίεζα τον εαυτό μου να σηκωθώ έπρεπε να φάω, να πληρώσω ενοίκιο και λογαριασμούς. Πολλές φορές εξυπηρετούσα τους πελάτες με ψεύτικο χαμόγελο και ραγισμένη καρδιά. Υπήρχαν μέρες που έμπαιναν έφηβοι, γελούσαν, κι εγώ καταπιεζόμουν να μη κλάψω.

Με τον καιρό σταμάτησα να θυμώνω τόσο με τον Θεό. Όχι γιατί δε πονάω πια, αλλά επειδή κατάλαβα πως ο θυμός με τρώει. Οι προσευχές μου άλλαξαν. Πλέον δε παραπονιέμαι, ζητώ δύναμη, ηρεμία. Παρακαλώ για βοήθεια να ζήσω με το κενό που δεν γεμίζει.

Τώρα, όταν βλέπω το ξεκίνημα της σχολικής χρονιάς, η καρδιά μου σφίγγεται. Δεν κλαίω όπως παλιά, μα ο πόνος παραμένει ήσυχος, εκεί, μόνιμος. Έμαθα να ζω μαζί του, ποτέ δε φεύγει. Ο άνθρωπος μαθαίνει να ανασαίνει γύρω από τον πόνο, όχι να τον διαγράψει.

Κάθε πρωί ανοίγω το βιβλιοπωλείο μου. Εξυπηρετώ τα παιδιά. Βλέπω τις τσάντες να περνούν μπροστά. Κι ενώ έξω φαίνομαι δυνατή, μέσα είμαι ακόμα η μάνα που περιμένει το κλειδί του Νικόλα στις δέκα το βράδυ παρόλο που ξέρω πως δε θα ξαναγυρίσει.

Oceń artykuł
Μένω ένα τετράγωνο από ένα λύκειο και αυτές τις μέρες ο θόρυβος επέστρεψε ξανά στο δρόμο – αγόρια με μεγάλες τσάντες, ανοιχτά πουκάμισα, γέλια, βιαστικές μαμάδες, ποδήλατα που αφήνουν μαθητές στη γωνία. Για τους περισσότερους αυτό είναι κάτι φυσιολογικό. Για μένα είναι ένα χτύπημα στο στήθος. Πριν τρία χρόνια ο γιος μου, που ήταν στη Β’ Λυκείου, έφυγε από τη ζωή και από τότε αυτή η εποχή είναι η πιο δύσκολη για μένα.