Μα βρε Λυδία, τρελάθηκες στα γεράματα; Τα εγγόνια σου πάνε σχολείο, τι γάμος και ιστορίες; αυτά άκουσα από την αδερφή μου όταν της είπα ότι παντρεύομαι.
Ε, πού να το τραβήξω άλλο; Σε μια βδομάδα παντρεύομαι με τον Τόλη, είπα να το ανακοινώσω στην αδερφή μου. Εννοείται ότι δε θα έρθει στη γιορτή μας, μένουμε στις δύο άκρες της χώρας. Και γλέντια με Να ζήσετε! στα εξήντα μας δεν έχει. Θα υπογράψουμε ήσυχα και θα καθίσουμε οι δυο μας για φαγητό.
Κανονικά θα μπορούσαμε και να μην παντρευτούμε καν, αλλά ο Τόλης το θέλει πολύ. Είναι ευγενικός, κύριος με όλη τη σημασία ανοίγει την πόρτα, με βοηθάει να βγω απ το αυτοκίνητο, μου κρατάει το παλτό. Όχι, χωρίς σφραγίδα δε δέχεται. Μου λέει: «Τι, παιδάκι είμαι; Θέλω σοβαρή σχέση». Κι εγώ, στα αλήθεια, Τόλη μου τον βλέπω σαν αγόρι, κι ας έχει μαλλιά γκριζαρισμένα. Στη δουλειά τον σέβονται όλοι, τον φωνάζουν πάντα με όνομα και πατρώνυμο. Εκεί, σοβαρός και αυστηρός. Αλλά μόλις με δει, ξαφνικά μικραίνει σαράντα χρόνια. Με αρπάζει και αρχίζει να με γυρνάει σε κύκλους στη μέση του δρόμου. Και ναι μεν χαίρομαι, αλλά ντρέπομαι κιόλας. Του λέω: «Ρε συ, μας βλέπει ο κόσμος, θα μας κοροϊδεύουν!». Κι αυτός: «Ποιος κόσμος; Εγώ εσένα μόνο βλέπω!». Και μ αυτόν τον άνθρωπο, όταν είμαστε μαζί, νιώθω πως δεν υπάρχει άλλος στον πλανήτη.
Κι όμως, υπάρχει κι η αδερφή μου. Έπρεπε να της τα πω. Φοβόμουν πως και η Τάνια, όπως και οι άλλοι, θα με κακοχαρακτήριζε, αλλά χρειαζόμουν τόσο τη στήριξή της. Τελικά το πήρα απόφαση και της τηλεφώνησα.
Λυδίαααα, μου λέει μ ένα τόνο λες και άκουσε κεραυνό μόλις ένας χρόνος πέρασε από τότε που θάψαμε τον Βίκτωρα, και ήδη βρήκες αντικαταστάτη! Περίμενα να τη σοκάρω, αλλά δεν περίμενα ότι θα σταθεί στο μακαρίτη.
Τάνια μου, το θυμάμαι, τη σταμάτησα. Αλλά ποιος ορίζει πότε μπορώ να ξαναχαρώ; Για πες μου, υπάρχει κάποιο όριο; Πότε επιτρέπεται να ζω ξανά χωρίς να με κουτσομπολεύουν;
Έκανε μια παύση:
Κοίτα, για το καλό σου, να περάσουν τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Δηλαδή εγώ να πω στον Τόλη: έλα πάλι σε πέντε χρόνια, άσε με να πενθήσω;
Η Τάνια δε μίλησε.
Και τι θα αλλάξει; συνέχισα. Νομίζεις τότε θα μας αφήσουν ήσυχους; Πάντα θα υπάρχει κάποιος να σχολιάσει, αλλά (ειλικρινά) δεν δίνω δεκάρα για τη γνώμη τους. Εσένα όμως σε θέλω δίπλα μου, κι αν εσύ πεις όχι, εγώ το ακυρώνω και αύριο κιόλας.
Να σου πω, να παντρευτείτε και σήμερα αν θες! Αλλά να ξέρεις, εγώ δεν σε καταλαβαίνω ούτε σε υποστηρίζω. Πάντα ήσουν ξεροκέφαλη, αλλά δεν περίμενα να φτάσεις εδώ. Βάλε λίγο φρένο, περίμενε κι ένα χρόνο ακόμη.
Επέμεινα.
Και αν εμείς με τον Τόλη έχουμε μόνο έναν χρόνο ακόμα να ζήσουμε, τι κάνω; Τον χάνω περιμένοντας;
Η Τάνια άρχισε να κλαίει στη γραμμή.
Να κάνεις ό,τι θέλεις καταλαβαίνω, όλοι θέλουν να νιώσουν χαρά, αλλά έχεις ζήσει τόσο ευτυχισμένα
Έβαλα τα γέλια.
Σοβαρά τώρα, Τάνια; Κι εσύ δηλαδή πιστεύεις ότι ήμουν ευτυχισμένη όλα αυτά τα χρόνια; Κι εγώ το πίστευα. Τώρα όμως ξέρω πως ήμουν σαν ένα γαϊδουράκι στο χωράφι. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μπορείς να ζεις και διαφορετικά, να χαίρεσαι.
Ο Βίκτωρας ήταν καλός άνθρωπος. Μαζί μεγαλώσαμε δυο κόρες, τώρα έχω πέντε εγγόνια. Ο άντρας μου με δίδαξε πως το πιο σημαντικό είναι η οικογένεια. Δεν αντέλεγα. Πρώτα παλεύαμε για το σπίτι, μετά για τα παιδιά, μετά για τα εγγόνια. Η ζωή, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν ένας αγώνας δρόμου χωρίς διάλειμμα για καφέ. Όταν παντρεύτηκε η μεγάλη, είχαμε ήδη εξοχικό, αλλά ο Βίκτωρας ήθελε κι άλλο, να παράγουμε και κρέας για τα παιδιά και εγγόνια.
Νικιάσαμε ένα στρέμμα στον Ωρωπό και φορτωθήκαμε χρέη και κόπο για χρόνια. Είχε ζώα, τα τάιζαμε συνέχεια, κοιμόμασταν αργά, σηκωνόμασταν νωρίς μια ζωή στην εξοχή, στην Αθήνα σπάνια κατεβαίναμε και μόνο για δουλειές. Κάποτε προλάβαινα να πάρω τηλέφωνο καμιά φίλη, κι αυτές έλεγαν εγώ μόλις γύρισα από τη Μύκονο με την εγγονή, ή πήγαμε παράσταση στο Εθνικό με τον άντρα μου Κι εγώ ούτε για σούπερ μάρκετ δεν έβρισκα χρόνο!
Καμιά φορά μέναμε χωρίς ψωμί μέρες ολόκληρες, επειδή τα ζώα ήταν πάντα προτεραιότητα, μας είχαν δέσει χέρια και πόδια. Το μόνο που με κρατούσε ήταν το ότι τα παιδιά και εγγόνια έτρωγαν καλά. Η μεγάλη πήρε καινούριο αμάξι, η μικρή έφτιαξε το σπίτι της χαλάλι, σκέφτηκα.
Κάποια μέρα, ήρθε η παλιά συνάδελφος να δει τι κάνω:
Λυδία, δεν σε γνώρισα! Νόμιζα ήρθες να αναπνεύσεις φρέσκο αέρα, αλλά είσαι μισή, ίσα που σε κρατάς! Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;
Πώς αλλιώς; Τα παιδιά πρέπει να βοηθάμε, της απάντησα.
Τα παιδιά μεγάλα είναι, ας ζήσεις κι εσύ λίγο για τον εαυτό σου.
Τότε δεν καταλάβαινα τι έλεγε «να ζήσεις για σένα». Τώρα όμως ξέρω καλά: κοιμάσαι όσο θες, κάνεις βόλτες στο μαγαζί, πηγαίνεις σινεμά, πισίνα, στο βουνό για περπάτημα. Και κανείς δεν παθαίνει τίποτα! Τα παιδιά δεν φτώχυναν, τα εγγόνια δεν πείνασαν. Και το πιο σημαντικό έμαθα να βλέπω το απλό αλλιώς.
Παλιά στην αυλή μάζευα πεσμένα φύλλα κι εκνευριζόμουν για τη βρωμιά. Τώρα αυτά τα φύλλα μού φτιάχνουν τη διάθεση. Περπατάω στο πάρκο, τα κλωτσάω και νιώθω παιδί. Αγάπησα ακόμα και τη βροχή δεν χρειάζεται πια να τρέχω για να σώσω τις κατσίκες, τη χαίρομαι πίνοντας καφέ σε ζεστό μαγαζί. Μόνο τώρα κοίταξα τα σύννεφα, τα ηλιοβασιλέματα, και το χιόνι που τρίζει κάτω από τα πόδια μου. Κι όλα αυτά τα είδα με τα μάτια του Τόλη.
Όταν πέθανε ο Βίκτωρας, ήταν σαν να έζησα μια θολούρα. Ξαφνικά όλα τελείωσαν έπαθε έμφραγμα και μέσα σε λίγα λεπτά τον χάσαμε. Τα παιδιά πούλησαν αμέσως τα ζώα και το εξοχικό και με έφεραν πίσω στην Αθήνα. Για μέρες γυρνούσα σαν χαμένη στο διαμέρισμα, ξυπνούσα στις πέντε το πρωί από συνήθεια και δεν ήξερα τι να κάνω.
Και τότε ήρθε στη ζωή μου ο Τόλης. Θυμάμαι, την πρώτη φορά που με πήρε βόλτα. Ήταν γείτονας, φίλος του γαμπρού μου, μας βοήθησε να μεταφέρουμε πράγματα από την εξοχή. Μου είπε αργότερα πως όταν με είδε, ένιωσε λύπη μια γυναίκα σβησμένη κι απογοητευμένη. Αλλά διέκρινε πως μέσα μου υπάρχει ζωή, ήθελε να με ξυπνήσει απ την κατάθλιψη. Με πήρε στο πάρκο για βόλτα. Καθήσαμε σε ένα παγκάκι, μας πήρε παγωτό κι έπειτα μου πρότεινε να πάμε μέχρι τη λίμνη να ταΐσουμε τις πάπιες. Εγώ πάπιες είχα στην αυλή μου, αλλά ποτέ δεν έβρισκα χρόνο να τις κοιτάξω. Τώρα έβλεπα πόσο αστείες είναι, πώς βουτάνε να πιάσουν ψωμάκι!
Δεν το πιστεύω ότι μπορώ απλώς να στέκομαι και να χαζεύω παπιές, του είπα. Παλιά, μόνο να ταΐσω και να καθαρίσω πρόφταινα, τώρα απολαμβάνω απλά να τις παρακολουθώ.
Ο Τόλης χαμογέλασε, με έπιασε απ το χέρι:
Περίμενε, έχω να σου δείξω τόσα! Σαν να ξαναγεννιέσαι θα νιώσεις.
Και είχε δίκιο. Σαν παιδάκι κάθε μέρα μάθαινα τον κόσμο απ την αρχή και τον αγαπούσα όλο και περισσότερο, μέχρι που μια μέρα κατάλαβα ότι χωρίς τον Τόλη δεν άντεχα ούτε τη φωνή του, ούτε το γέλιο του ούτε το άγγιγμά του.
Οι κόρες μου αντέδρασαν φουλ εχθρικά! Μου έλεγαν ότι προδίδω τον μπαμπά τους. Πόνεσα πολύ, ένιωσα ένοχη μπροστά τους. Τα παιδιά του Τόλη, πάλι, χάρηκαν, είπαν με ανακούφιση „τουλάχιστον ο μπαμπάς μας έχει παρέα”. Μόνο η Τάνια είχε μείνει.
Και πότε παντρεύεστε; με ρώτησε τελικά η Τάνια μετά από όλα αυτά.
Αυτή την Παρασκευή.
Λοιπόν, τι να πω; Να ζήσετε στα γεράματα, είπε ψυχρά.
Την Παρασκευή αγοράσαμε με τον Τόλη μερικά πράγματα, φορέσαμε τα καλά μας, πήραμε ταξί και πήγαμε στο δημαρχείο. Μόλις κατεβήκαμε, πάγωσα από τη χαρά: έξω μας περίμεναν οι κόρες μου με τους άντρες τους και τα εγγόνια, τα παιδιά του Τόλη με τις οικογένειές τους και, το καλύτερο, η αδερφή μου! Η Τάνια με μια τεράστια αγκαλιά άσπρα τριαντάφυλλα, με κοιτούσε και δάκρυζε χαρούμενη. Τάνια! Ήρθες μόνο και μόνο για μένα; δεν το πίστευα.
Ε, έπρεπε να δω σε ποιον σε παραδίδω! γέλασε πειραχτικά.
Κι όπως έμαθα, όλες αυτές τις μέρες όλοι είχαν κανονίσει μεταξύ τους και είχαν ήδη κλείσει τραπέζι σε ταβέρνα.
Πριν λίγες μέρες με τον Τόλη κλείσαμε ήδη έναν χρόνο γάμου. Έχει πια γίνει δικός μας άνθρωπος για όλους. Κι ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι συμβαίνει αυτό σε μένα νιώθω τόσο ευτυχισμένη που φοβάμαι μην το ματιάσω!





