Ημερολόγιο Σκέψεις μιας Ημέρας Γεμάτης Θαύματα
Σήμερα αποφάσισα να κάνω κάτι καλό. Ίσως γιατί τα χρόνια περνούν κι αισθάνομαι την ανάγκη να προσφέρω παραπάνω. Μάζεψα όλα τα ρούχα και τα πράγματα που δεν χρειάζομαι πια μπλούζες, φορέματα, καπέλα, φούστες, ό,τι έπιανε χώρο και με έπνιγε. «Θα τα πάω στην εκκλησία», σκέφτηκα. Κάποιος άστεγος ή πρόσφυγας ίσως το έχει ανάγκη περισσότερο από μένα. Έβαλα όλα τα πράγματα σε μια μεγάλη τσάντα σούπερ μάρκετ και την άφησα στη γωνία του σαλονιού, λέγοντας πως θα τα πάω αύριο, και μετά έπεσα για ύπνο.
Αυτό που ακολούθησε ήταν από τα πιο παράξενα όνειρα της ζωής μου. Σαν να βγήκε η ψυχή μου από το σώμα, και τα έβλεπα όλα από ψηλά. Το διαμέρισμά μου στην Κυψέλη έλαμπε, και η ψυχή μου γέμισε φως. Εκεί, στο μέσον του δωματίου, κρατούσα την τσάντα με τα πράγματα. Ξαφνικά μπροστά μου στάθηκε ένα κοριτσάκι μονάχα στα ελληνικά θα μπορούσε να έχει όνομα όπως Δανάη.
«Τι έχετε στην τσάντα σας;» με ρώτησε με περιέργεια.
Χαμογέλασα και της απάντησα: «Έχω βάλει όλα τα άχρηστα πράγματα, αυτά που μου πιάνουν χώρο άδικα. Θέλω να τα δώσω σε όσους τα έχουν αληθινά ανάγκη. Αύριο θα τα πάω στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.»
«Είστε πολύ καλή», μου είπε, «αλλά η τσάντα σας είναι βρώμικη. Πριν τη δώσετε, να την πλύνετε, σας παρακαλώ.»
«Εντάξει, καλή μου, θα το κάνω.»
«Μην το ξεχάσετε!» απάντησε, και εξαφανίσθηκε, σαν όνειρο.
Ξύπνησα απότομα, βγήκα απ το κρεβάτι σαν να είχα ακούσει σειρήνα. Θυμήθηκα το όνειρο και την παράξενη αυτή συζήτηση με τον άγγελο-Δανάη. Κοίταξα την τσάντα. Δεν χάνεις τίποτα, σκέφτηκα, και την άδειασα να τη βάλω για πλύσιμο. Μπορεί να φαίνεται αστείο, αλλά εγώ δεν τα βλέπω έτσι πια. Στην ηλικία μου, ξέρεις πώς είναι αυτές οι μικρές φωνές να επισκέπτονται τα όνειρά σου εγώ τις ακούω.
Τώρα που το σκέφτομαι, όλα μοιάζουν απίστευτα. Κάποιοι θα με πουν προληπτική κι εγώ το πίστευα παλιότερα αλλά αυτά που ακολούθησαν μου άλλαξαν τη γνώμη.
Λίγες μέρες αργότερα, μια οικογένεια στην πολυκατοικία μας υποδέχτηκε το δεύτερο αγοράκι της. Οι γονείς, Σταύρος και Ειρήνη, μάζεψαν συγγενείς και φίλους για να το γιορτάσουν. Όλοι έδωσαν ευχές, δώρα αλλά κανείς δεν επέτρεπε να πουν κάτι θετικό για το παιδί. Τις ομορφιές, τα καλά λόγια, τα απέφευγαν. «Μη το ματιάσουμε», έλεγε η Ειρήνη. Έτσι, οι καλεσμένοι κοιτούσαν το μωρό και έλεγαν πράγματα όπως: «Α, τι άσχημο που είναι! Να μην το βλέπει άνθρωπος! Μακριά από εμάς το κακό»
Όσο κι αν αυτό μου έφερνε το χαμόγελο στα χείλη, ποτέ δεν φανταζόμουν την κατάληξη. Ο μεγάλος γιος τους, ο Μανώλης, άκουγε προσεκτικά και έπαιρνε τα λόγια των μεγάλων κατά γράμμα. Όταν έμεινε μόνος με το μωρό, σκέφτηκε αν το αδερφάκι του είναι τόσο κακό, γιατί να υπάρχει;
Χωρίς δεύτερη σκέψη, το άρπαξε και το πήγε στο μπαλκόνι. Κοίταξε δεξιάαριστερά, και το πέταξε απ το μπαλκόνι σαν παλιό παιχνίδι.
Όταν τα έμαθα, κόπηκε η ανάσα μου. Πήγε να συμβεί το ανεπανόρθωτο αν ο Θεός δεν έστελνε τον φύλακά του, όλα θα είχαν τελειώσει μοιραία.
Κι εδώ έρχεται το αλλόκοτο. Το ίδιο εκείνο πρωί εγώ είχα τελειώσει με το πλύσιμο της τσάντας κι αποφάσισα να την κρεμάσω στο μπαλκόνι για να στεγνώσει, όπως όλες οι Ελληνίδες, πάνω στη μπουγάδα.
Κι ακριβώς εκείνη την ώρα, από τον όροφο πάνω, έπεσε το μωρό. Και προσγειώθηκε ακριβώς μέσα στην τσάντα μου.
Οι γονείς, όταν κατάλαβαν ότι είχε απλωθεί απόλυτη σιγή στο διπλανό δωμάτιο, έτρεξαν να δουν τι έγινε. Ο μεγάλος γιος περίμενε στο μπαλκόνι, και το μωρό άφαντο. «Τι έκανες;» τον ρώτησαν έντρομοι. Κι εκείνος απάντησε με παιδική ειλικρίνεια: «Αφού ήταν άσχημος και δεν τον ήθελε κανείς τον πέταξα!»
Η Ειρήνη μ ένα βήμα κατέρρευσε. Ο Σταύρος έτρεξε στους δρόμους και Θεού θέλοντος βρήκε το μωρό άθικτο, στην τσάντα μου. Τα δάκρυα και οι αγκαλιές δεν είχαν τελειωμό.
Και σε ποιον απέδωσαν το θαύμα; Σε μένα, φυσικά, όπως όλοι θα έλεγαν. Κανείς δεν μίλησε για το Θεό, εκτός από μένα. Εγώ ξέρω τίποτα δεν είναι τυχαίο. Δεν είχα σκοπό να πλύνω την τσάντα, αν δεν είχα δει εκείνο το όνειρο. Αν δεν είχε εμφανιστεί η μικρή Δανάη.
Γιατί οι άνθρωποι πάντα λέμε „είχαμε τύχη”, και δεν ευχαριστούμε τον Θεό γι αυτά που ζούμε; Το σκέφτομαι συχνά. Ο καθένας θα δώσει τη δική του εξήγηση. Εγώ μόνο ένα θα πω: Δεν πιστεύω στην τύχη. Ευχαριστώ γι αυτά μόνο τον Θεό. Γιατί ποιο θαύμα γίνεται χωρίς Εκείνον;Κι όταν κάθε βράδυ περνώ από το σαλόνι και βλέπω τη γωνιά που ήταν η τσάντα, πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελά σαν να΄ναι ακόμη εκείνη η μικρή Δανάη δίπλα μου. Ξέρω πια πως καμιά χειρονομία καλοσύνης, όσο μικρή ή ασήμαντη κι αν φαίνεται, δεν πάει χαμένη. Μπορεί σήμερα να πλένεις μια παλιά τσάντα, μα αύριο να έχεις σώσει μια ζωή κι όλο αυτό επειδή άκουσες στη σιωπή κάτι που έμοιαζε όνειρο. Πλάι σε ό,τι καταλαβαίνουμε, υπάρχει πάντα χώρος για κάτι μεγαλύτερο. Και κάθε μέρα, αν είμαι προσεκτική, ακούω ένα ψίθυρο να μου λέει: «Μην το ξεχάσεις». Μπορεί να το είπε μια φορά το παιδί του ονείρου μου, μα εγώ το κρατώ κάθε μέρα. Γιατί τα θαύματα δεν γίνονται μόνο στους αγίους και στους εκλεκτούς· γίνονται εκεί που μια καρδιά ανοίγει λίγο παραπάνω και μια τσάντα γίνεται αγκαλιά.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μόνο που μετράει: να μένει η καρδιά μας πάντα καθαρή και έτοιμη να χωρέσει και τα πιο μικρά ή τα πιο μεγάλα θαύματα. Δεν ξέρω αν θα ξανάρθει στα όνειρά μου κάποιος άγγελος· μα εγώ το παράθυρο της ψυχής θα το έχω πάντα λίγο ανοιχτό. Για κάθε Δανάη, για κάθε μωρό, για κάθε χέρι που απλώνεται δίπλα μου. Κι όταν πια θα φύγω, ελπίζω να έχω αφήσει πίσω μου μια γωνίτσα, έστω μικρή, γεμάτη αγάπη και θαύματα για όσους περάσουν μετά από μένα.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





