Άκου να δεις τι μου έτυχε, σαν να σου λέω ιστορία από παλιό σίριαλ, και μάλιστα παραμονή Πρωτοχρονιάς! Η γυναίκα μου, η Αρετή, μου έκανε μια «έκπληξη» που ούτε στον εχθρό μου δεν θα το ευχόμουν. Είκοσι χρόνια μαζί νομίζαμε, ευτυχισμένη ζωή, έχουμε και μια κοπελάρα κόρη, τη Δέσποινα, παντρεμένη εδώ και λίγο καιρό, με εγγονάκι στο σπίτι, τι άλλο να ήθελα; Λέω, Μιχάλη, να χαίρεσαι αυτά που έχεις.
Αλλά να, ποτέ δεν είναι όλα όπως φαίνονται. Δουλειά χρόνια σε νταλίκες, ταξίδια πάνω κάτω στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, ένα σωρό μέρες μακριά από το σπίτι, μόνο και μόνο για να μη λείψει τίποτα στις δικές μου. Να τις στέλνω διακοπές, να τους πάρω αμάξι, να φτιάξω το σπίτι, να τους κάνω γλέντια και πανηγύρια και η Αρετή μου να φτιάξει παραμύθι από πίσω μου σε σκέφτομαι, κλαίω μόνη μου τα βράδια, σε περιμένω. Και τελικά, όπως τότε που λένε και γύρισε ο άντρας σπίτι απ το ταξίδι νωρίτερα….
Δεν σήκωσα φωνές. Τίποτα. Μάζεψα πράγματα, χαρτιά, μπήκα στο αμάξι και δρόμο. Ξεκίνησα για έξω από την Αθήνα, και στην εθνική σταμάτησα. Τα χέρια έτρεμαν, το μυαλό έτρεχε, να σκεφτώ πώς έγινε αυτό. Όλα για το σπίτι, όλα για την οικογένεια. Και η άλλη κρυφά τσιλιμπουρδίζει. Κι εγώ σαν χαζός να φέρνω κάθε φορά δώρα από τα ταξίδια.
Ξέρω, όλοι οι άντρες τα χουμε τα παραστρατήματα μας, και ειδικά στη δουλειά μου, άλλοι έχουν φιλεναδούλες σε κάθε λιμάνι. Εγώ όμως δεν μπόρεσα, δεν ήθελα. Εμένα μόνο η Αρετή μετρούσε, την οικογένειά μου πρόσεχα. Τσαμπουκά ανώφελος λοιπόν. Τηλεφωνά, το ένα μετά το άλλο η Αρετή, η Δέσποινα… Τους έκλεισα. Δεν άντεχα να ακούω. Με κερατώσανε και ήμουνα εγώ ο βλάκας.
Μπροστά στα μάτια μου όλη η ζωή. Ο γάμος, να παίρνω τη Δέσποινα από το μαιευτήριο, να τη συνοδεύω πρώτη μέρα στο δημοτικό, να φέρνω λουλούδια. Όλα τα καλά. Πώς, ρε γαμώτο, έγιναν όλα λάθος; Η μάνα της Αρετής, θεός σχωρέστην, μου το λεγε: Δεν είναι τα λεφτά τα πάντα. Θα χάσεις τον άντρα σου. Δεν κάνει να λείπει τόσο καιρό έτσι οι οικογένειες διαλύονται. Μού χουν κάνει και οι γριές στο χωριό νύξεις, μα εγώ τίποτα. Κοίτα τώρα…
Έφτασα να λέω να πάω στο πατρικό μου, τρία κατοστάρια χλμ μακριά σε ένα χωριουδάκι κάτω απ τα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας, να απομακρυνθώ, γιατί σπίτι πια δεν υπήρχε για μένα. Ούτε ήξερα αν ήταν όρθιο ακόμα. Δέκα χρόνια είχα να πάω. Ίσως να το βρω γκρεμισμένο, ποιος ξέρει; Τι ωραία πρωτοχρονιά, έτσι;
Μπροστά στα βενζινάδικα πιάστηκα και πήρα σακούλες με ό,τι βρήκα. Λες και πήγαινα στο διάστημα, τόσο φορτωμένος! Και καλά έκανα, γιατί στο δρόμο που έστριψα, δεν περνάει ψυχή πια. Έρημο τοπίο, δυο-τρεις σπίθες εδώ κι εκεί, χιόνι και αέρας τρελός. Όμως ήξερα το δρόμο. Το αγαπούσα το χωριό μου, παρόλο που η μάνα μου δεν είχε ποτέ φύγει από κει, ούτε μαζί μου στην Αθήνα δεν ήθελε. Καλύτερα στο δικό μου σπίτι. Θα μαραθώ στην πόλη σου, αγόρι μου, έλεγε.
Έτσι κι έμεινε εκεί, κι εκεί έφυγε. Εγώ το σπίτι το έδεσα και δεν ξαναπήγα. Ένα τεράστιο λουκέτο που το έβαζες σε χαρτόκουτο και γελούσες, αστείο πράγμα, ιδίως με τέτοιο ψιλόπορτα.
Δύσκολα άνοιξα το σπίτι με φακό στο ένα χέρι. Χωρίς τη μάνα μου όλα άδειαζαν από αγάπη. Άναψα ξυλόσομπα όλα τα ξύλα ήταν ακόμη εκεί, περίμεναν σαν να ήξεραν ότι θα ρθω. Άρχισε να ζεσταίνει ο χώρος, γέμισα κουβάδες με νερό από τη βρύση του κήπου (ακόμα δούλευε!), και άρχισα να σκουπίζω σαν να είναι Πάσχα, όχι Πρωτοχρονιά.
Σε λίγο το σπίτι άλλαξε εικόνα μυρωδιά καθαριότητας, ζεστασιά. Έστρωσα τραπέζι με σαλάμια, τυριά, ψωμί, κάτι κονσέρβες. Οι δείκτες πήγαν 11. Να δεις που φέτος με βρίσκει να κάνω νέο ξεκίνημα. Πώς, θα δείξει. Η νύχτα φέρνει συμβουλή, έτσι έλεγε κι η μάνα μου. Πρώτα όμως να αφήσουμε πίσω τον παλιό χρόνο.
Έβγαλα ένα τσίπουρο, όταν ξαφνικά ντουπ-ντουπ-ντουπ στο παράθυρο! Έπαθα έναν μικρό πανικό. Κάποιος χωριανός; Μα ποιος μένει πια;
Πάω στην πόρτα, και μπαίνει μια γυναίκα η Ειρήνη. Της φαίνονταν τα μάτια κόκκινα, βουρκωμένα. Συγγνώμη, τον καιρό μένω μόνο τρεις μήνες εδώ. Έχω μεγάλο πρόβλημα, το αγοράκι μου είναι πολύ άσχημα, φοβάμαι έχει σκωληκοειδίτιδα, κι ούτε αγροτικός γιατρός εδώ πια… με το που είδα φως ήρθα τρέχοντας, όλο και χειρότερα γίνεται.
Πήρα το μπουφάν μου, το σκούφο και την Ειρήνη μαζί με το μικρό (ο μικρός Σπύρος έκλαιγε, ψηνόταν στον πυρετό), και ξεκινήσαμε με το αμάξι. Με το χιόνι, είχε θαφτεί ο δρόμος, αλλά τελικά βγήκαμε στη μεγάλη και φτάσαμε στο νοσοκομείο του Αγρινίου μετά από ώρα. Γιατρός χειρουργείο κατευθείαν η Ειρήνη έσωσε το παιδί γιατί δεν άργησε άλλο. Τελευταίες ώρες πριν χειροτερέψει πολύ.
Κάτσαμε εκεί όλο το βράδυ να περιμένουμε. Η Ειρήνη έκλαιγε, δεν ξεκολλούσε τα μάτια της απ τις πόρτες του χειρουργείου. Και να, βγαίνει ο γιατρός: Καλά κάνατε και ήρθατε. Θα είναι μια χαρά. Καλύτερα να μείνετε εδώ μέχρι το πρωί. Πήγαν τον μικρό σε δωμάτιο.
Όλη τη νύχτα εκεί. Ο Σπύρος, όταν συνήλθε, μόλις μας είδε, κοίταξε έξω και μουρμούρισε στην Ειρήνη Ο Άη Βασίλης δεν ήρθε φέτος εδώ. Κάθε χρόνο κάτω από το δέντρο κάτι έχει, τώρα τπτ… Τον κατάλαβα, δεν μπαίνει από καμινάδα, από την πόρτα το κάνει, εγώ μεγάλος είμαι…. Του λέω, Μην είσαι τόσο σίγουρος. Πέρναγα απ το σπίτι σου, είδα κάτι μεγάλα ίχνη χιονιού. Δεν ήταν δικά μας, εκείνος θα ταν. Μην τρελαίνεσαι λοιπόν, κάτι θα σου άφησε και φέτος.
Η Ειρήνη, φανερά άβολα, μου λέει Δεν πρόλαβα να πάρω φέτος παιχνίδι, με τα λεφτά ζοριζόμαστε. Ο αντράς μου (πρώην πια), χασομέρης, μ έδερνε, έφυγα μια νύχτα απ την Πάτρα για το χωριό αυτό, το παλιό σπιτάκι της θείας μου, που το φύλαγε μόνο για μένα. Και να που ξεκινάμε απ το μηδέν.
Μετά το νοσοκομείο πήγαμε σε μαγαζί και πήρα ένα μεγάλο παιδικό φορτηγό μες στα γλυκά. Η Ειρήνη ντρεπόταν. Είναι ακριβό Μιχάλη, δεν μπορώ να δεχτώ…. Άφησέ με, τουλάχιστον μια φορά να χαρώ να δώσω κάτι, Πρωτοχρονιά είναι. Κάνει καλό.
Γυρίσαμε στο χωριό όλη την εβδομάδα εγώ εκεί. Έχτιζα χιονάνθρωπο, φτυάριζα χιόνια, φόρτωνα τα ξύλα στη Ειρήνη, μάθαινα τον Σπύρο τα βασικά. Στο νοσοκομείο του είχε λείψει η μαμά του, μα το πάλεψε και βγήκε γερός.
Ο Σπύρος, ψάχνοντας στο σπίτι, βρίσκει μέσα στο πατάρι το δώρο ξετρελαμένος: Δεν με ξέχασε! Υπάρχει ο Άη Βασίλης, ό,τι κι αν λέει ο φίλος μου στο νοσοκομείο!. Χαμόγελα παντού.
Ήρθε η Ειρήνη, με κάλεσε για φαγητό „σ ευχαριστώ που υπάρχεις, Να ξέρεις, μου λείπει μια ζεστασιά σπιτιού”, μου λέει. „Η οικογένεια σου;”. „Ήτανε και δεν είναι πια”, της απαντώ. „Άλλη φορά σου λέω, τώρα να χαρούμε τη στιγμή”.
Το βράδυ πέρασε, και της είπα φεύγω, πρέπει να βγω ξανά στο δρόμο. Στεναχωρήθηκε, ο Σπύρος το ίδιο. „Αν θέλετε περιμένετε με, μπορεί να ξαναπεράσω, όλα μπερδεμένα στη ζωή μου”.
Έφυγα. Για τρεις βδομάδες ταξίδευα ανάμεσα σε Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, αλλά το μυαλό μου στις δυο τους. Επιστρέφω Αθήνα, αγκαλιάζω τη Δέσποινα, χαίρομαι τον εγγονό μου λιγάκι, και στην Αρετή απλά στέλνω μήνυμα πως καταθέτω διαζύγιο.
Ξαναβρέθηκα να κοιμάμαι στο σπίτι της κόρης και μετά ξανά, χωρίς να το καταλάβω, πήρα το δρόμο για κει, στο χωριό. Με τραβούσε κάτι.
Ο Σπύρος με περίμενε. Αργήσατε, σας θέλαμε. Η μαμά κοιτάει πάντα από το παράθυρο, μήπως και φανείτε. Στην Ειρήνη πήγαινέ, έχουμε να πούμε δύο λόγια οι μεγάλοι. Μπαίνω λοιπόν, η Ειρήνη στην κουζίνα, τάχα αδιάφορη, Δε νόμιζα να ξαναγυρίσεις, ε;
Έπρεπε να τα σκεφτώ όλα. Είκοσι χρόνια ζωής δεν είναι για πέταμα. Αλλά, Ειρήνη, δε σε ξέχασα. Με κοίταξε, άφησε την κουτάλα και μου ρθε κοντά, να κλάψω.
Από τότε μείναμε μαζί. Το σπίτι το μάζεψα, περασμένη πια άνοιξη τρέξαμε σωλήνες, φτιάξαμε και την παλιά σάλα. Πήραμε κότες, κατσίκες, σπείραμε ντομάτες, φασολάκια, κάναμε το σπίτι της Ειρήνης εξοχικό άλλοι ήρθαν να ξεκουραστούν εκεί καλοκαίρια. Η ζωή γύρισε τούμπα, προς το καλύτερο. Ο Σπύρος δε μου ξεκόλλησε, και σύντομα με είπε μπαμπά.
Ξέρεις, καμιά φορά η ζωή κάνει τα δικά της, και ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε πάει. Όπως το λένε και οι παλιοί μας: η ζωή δεν είναι χωράφι να το διαβείς· ποτέ δεν ξέρεις τί σε περιμένει στη στροφή.






