Lefteris καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζε έξω στον δρόμο. Περίμενε τον πατέρα του να γυρίσει. Είχαν περάσει δύο ολόκληρα χρόνια από τότε που η μητέρα του τους άφησε. Βρήκε άλλη οικογένεια, είχε πει ο πατέρας του με θλιμμένη φωνή. Γιατί έφυγε από το παιδί της; Κανείς δεν ξέρει. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Μόνο που άρχισε να τη ξεχνάει.
Ο πατέρας του προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για τον γιο του. Άλλωστε ο Λευτέρης είναι δέκα χρονών πια. Είναι μεγάλος και δεν υπάρχει λόγος να του κρύβουν πράγματα. Έμαθε να πλένει τα πιάτα και να τακτοποιεί τα ρούχα του. Δεν ασχολείται με παιχνίδια. Σχεδόν μεγάλος άντρας. Αλλά είναι πολύ μόνος. Του λείπει ο σκύλος του. Όμως ο πατέρας του δεν του έκανε το χατίρι.
Ποιος θα το φροντίζει; Εγώ δουλεύω όλη μέρα, εσύ είσαι μαθητής και είσαι μικρός ακόμα.
Τελικά ο πατέρας του αντί για σκύλο έφερε σπίτι μια γυναίκα. Την έλεγαν Άννα. Ξεκίνησε να μένει μαζί τους. Ο Λευτέρης αποφάσισε να μην της μιλάει καθόλου. Την ένιωσε περιττή. Όμως ο πατέρας του την αποκαλούσε γυναίκα του και ήθελε ο γιος του να αποκτήσει πάλι μητέρα.
Δεν τη θέλω! απαντούσε πεισματικά ο Λευτέρης. Και γύριζε στο δωμάτιό του. Έτσι ζούσαν. Ο Λευτέρης έβλεπε τον πατέρα του να είναι χαρούμενος με την Άννα. Μιλούσαν ευγενικά, γελούσαν, αγκαλιάζονταν. Κι εκείνος συνέχιζε να θυμώνει.
Πατέρα, θέλω να φύγει, έλεγε ο Λευτέρης. Δεν γίνεται αυτό, Λευτέρη. Είναι δύσκολο να ζούμε χωρίς γυναίκα χωρίς σύζυγο και μητέρα.
Ήρθαν οι ζεστές μέρες. Ο Λευτέρης έτρεχε στην αυλή με τα παιδιά της γειτονιάς. Οι καινούργιοι του φίλοι του είπαν ότι ίσως ο πατέρας του και η νέα του μητέρα τον βάλουν σε ίδρυμα.
Ο Λευτέρης φοβήθηκε. Γιατί να μην τον δώσουν; Θα αποκτήσουν δικό τους παιδί και εκείνος θα τους εμποδίζει. Έτσι αποφάσισε να ετοιμαστεί από νωρίς.
Κάποτε άκουσε μια φράση: Θα του είναι καλά εκεί, να τον στείλουμε.
Για τον Λευτέρη αυτό ήταν η αρχή του τέλους. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε καθόλου, και το πρωί αποφάσισε να διώξει την Άννα. Μόνο τα πράγματα χειροτέρευαν. Στην αρχή της έκανε τη ζωή δύσκολη έβαλε παραπάνω αλάτι στο τσάι της, άναψε το μάτι της κουζίνας χωρίς τηγάνι. Ήταν άτακτος. Η Άννα κατάλαβε ποιος το έκανε. Τον κάλεσε να μιλήσουν.
Λευτέρη, θέλω να σου μιλήσω. Είσαι θυμωμένος. Δεν είμαι θυμωμένος με τίποτα, προσπάθησε να ξεφύγει ο Λευτέρης. Δεν θέλω να σου κάνω κακό ή να σε πληγώσω, αγόρι μου Δεν είμαι το αγόρι σου! Νοικιάσαμε ένα εξοχικό για το καλοκαίρι. Θέλαμε να σου κάνουμε έκπληξη, αλλά μάλλον ήρθε η ώρα να τα πούμε όλα. Ο μπαμπάς σου βρήκε σκύλο και σήμερα θα πάμε να τον πάρουμε. Μπορείς να έρθεις μαζί μας. Αλήθεια; απόρησε ο Λευτέρης, σχεδόν έτοιμος να τη πιστέψει. Τελικά την αγκάλιασε όσο πιο δυνατά μπορούσε.
Η Άννα παραλίγο να βάλει τα κλάματα. Χαίρεσαι, έτσι; Όλα θα πάνε καλά, μην κλαις, του χάιδεψε το κεφάλι.
Όταν γύρισε ο πατέρας του από τη δουλειά, πήγαν όλοι μαζί να πάρουν το κουτάβι. Ο Λευτέρης είχε αφήσει πίσω τον θυμό και δεν έβλεπε πια την Άννα ως εχθρό. Τα βρήκαν. Το σκυλάκι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του αγοριού. Όλοι χαμογελούσαν.






