Λάθος!

Μα δεν γίνεται! Αποκλείεται!

Η Σοφία ταράχτηκε και γύρισε το τιμόνι απότομα, παραλίγο να πέσει πάνω σε ένα παρκαρισμένο αμάξι δίπλα στο δικό της γατάκι. Το μεγάλο σκούρο SUV που περνούσε εκείνη την ώρα, της ήταν πολύ οικείο. Πώς να μην το αναγνωρίσει; Κάθε πρωί, με αυτό πήγαινε τα αγόρια της σχολείο ο γείτονας της, ο Μιχάλης.

Μόνο που δίπλα του, σ εκείνη τη θέση συνοδηγού, δεν καθόταν η γυναίκα του. Μια εντελώς άγνωστη νεαρή αντί γι αυτήν.

Τα προσεγμένα βαμμένα χείλη και η μοντέρνα μπερέ της κοπέλας της είπαν σχεδόν όσα ήδη είχε καταλάβει.

Άκου να δεις ρε αλήτη! Και τολμάς; μουρμούρισε η Σοφία, ξεπαρκάροντας και ακολουθώντας το αμάξι του Μιχάλη. Δεν μπορούσε να αφήσει αυτό το θέαμα έτσι, χωρίς να κάνει κάτι.

Όπως ακριβώς έγραφαν τα αγαπημένα της αστυνομικά μυθιστορήματα, άφησε μια άλλη Mercedes να περάσει μπροστά και κόλλησε πίσω της. Το αυτοκίνητο του Μιχάλη το ξεχώριζε από χιλιόμετρα.

Φουσκωτό το λέει ο ίδιος. Του είχε μείνει από τον πατέρα του κι ήταν αδύνατο να το αλλάξει. Κληρονομιά

Ο Μιχάλης έχασε τον δικό του πατέρα πάνω από δύο χρόνια πριν, μα δεν το ξέχασε ποτέ. Ακόμη προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του μετά το χαμό εκείνου που τον μεγάλωσε μόνος, καθώς η μητέρα του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν δύο χρόνων. Ο μικρούλης Μιχάλης ανακίνησε τότε ολάκερη τη γειτονιά με τα κλάματα η μητέρα του σωριάστηκε ξαφνικά δίπλα στην κατσαρόλα, χωρίς ν απαντήσει στο φοβισμένο κάλεσμα του γιου της.

Φώναζε ο μικρός ώσπου ήλθε ο πατέρας, ο οποίος είχε ξεχάσει κάτι στο σπίτι και δεν έβρισκε τη γυναίκα του στο τηλέφωνο αλλά ήταν πια αργά.

Ο πατέρας του, γνωστός πυγμάχος στα νιάτα του, ήξερε τι θα πει να σου κόψει την ανάσα ένα χτύπημα. Και το μεγαλύτερο του φως χάθηκε μαζί με τη γυναίκα που είχε αγαπήσει όσο κανέναν. Η μαμά του Μιχάλη ποτέ δεν είχε παραπονεθεί για την υγεία της.

Οι γιαγιάδες ζούσαν μακριά πολύ μακριά για να τον βλέπουν συχνά. Και ούτε κάποιες άλλες συγγενείς δέχτηκε ο πατέρας του για να τον πάρουν. Ό,τι και αν του έλεγαν…

Είσαι άντρας, πρέπει να δουλέψεις, τι θα κάνεις μ ένα τόσο μικρό παιδί;

Δεν ξέρω ακόμα, απαντούσε ρεαλιστικά.

Φέρε τον σε μένα, είμαι νηπιαγωγός, θα τον προσέχω του έλεγε η θεία του.

Δεν γίνεται, Ντίνα, αν τον πάρω μακριά, θα χάνω το παιδί μου Θα τα βρούμε, όπως και να χει.

Η λύση βρέθηκε τελικά και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ. Η κυρά Μαρία από το απέναντι διαμέρισμα, που μόλις είχε βγει στη σύνταξη, πρόθυμα συμφώνησε να κρατάει τον Μιχαλάκη ώσπου να επιστρέψει ο πατέρας του. Μετά τον έστειλαν σε νηπιαγωγείο κι η μικρή οικογένεια βρήκε ξανά τον ρυθμό της. Ο πατέρας όλες του τις ώρες τις αφιέρωνε στον Μιχάλη. Άλλη γυναίκα δεν γνώρισε ποτέ και ο Μιχάλης μεγάλωσε δίχως μητριά.

Η κυρά Μαρία, χωρίς παιδιά ή σύζυγο, αγάπησε τον Μιχάλη σαν το δικό της εγγόνι, κι εκείνος της το ανταπέδωσε.

Θα σε λέω γιαγιά! είπε κάποτε.

Μα όχι, γιαβρί μου, ξέρεις πώς λένε τις γιαγιάδες σου.

Εντάξει, αλλά εσύ είσαι η γιαγιά μου η δεύτερη, εντάξει;

Ποιος θα αρνιόταν τέτοια παιδική παράκληση; Η κυρά Μαρία συμφώνησε, χωρίς να δέχεται αμοιβή κι έτσι ο Μιχάλης μεγάλωσε με τρεις γιαγιάδες, ένα γεγονός που προκαλούσε χαμόγελα στο νηπιαγωγείο όταν μοίραζε ζωγραφιές στη γιορτή της γυναίκας.

Κι αυτές που ήταν ανύπαντρες, πολλές φορές έβλεπαν τον πατέρα του Μιχάλη με κάποιον ανομολόγητο καημό. Μα εκείνος δεν σκέφτηκε ποτέ σοβαρά άλλη γυναίκα στη ζωή του ήταν αφοσιωμένος στο να μεγαλώσει το γιο του.

Ο Μιχάλης τέλειωσε το σχολείο, διάλεξε πανεπιστήμιο μαζί με τον πατέρα του και απογοητευμένος μονολογούσε:

Γιατί, ρε γιαγιά, δεν με αγαπάει καμιά;

Κι όμως, αγαπημένο μου, η Κατερίνα πού έκανε τα κολλητιλίκια κάτω απ το παράθυρό μου; αστειεύτηκε η κυρά Μαρία.

Αυτή με άφησε όμως της έλειπε κάτι, λέει Τι; Εγώ δεν ξέρω!

Όλα καλά, Μιχαλάκη μου. Είσαι έξυπνος, καλό παιδί. Απλώς, δεν βρήκες ακόμη την μία. Κοίτα τριγύρω καλά θα την δεις!

Και η κυρά Μαρία είχε δίκιο. Η ήσυχη συμφοιτήτρια που τον βοηθούσε με τις εργασίες είχε γλυκιά αδυναμία στον Μιχάλη. Μα χρειάστηκε ξανά το σπρώξιμο της κυρά Μαρίας.

Δεν έχει κανέναν, Ελενάκι μου, ελεύθερος είναι.

Το βλέμμα της Λένας τα είπε όλα. Κι όταν ο Μιχάλης πήγε το βράδυ να πάρει τα τετράδια που άφησε η Λένα, η κυρά Μαρία του έριξε ένα γερό χαστουκάκι.

Μη βασανίζεις το κορίτσι!

Ποιο κορίτσι, γιαγιά;

Μα τη Λένα, χαζέ! Η τύχη σου σου έρχεται κατά πάνω, κι εσύ δεν βλέπεις τίποτα!

Ο γάμος τους ήταν ταπεινός κι απλός, όπως άρεσε στη Λένα.

Πατέρα, δεν θέλω φασαρίες. Η μαμά της Λένας ζει λιτά, δεν θέλω να νιώσει άσχημα.

Η μάνα της Λένας κάπως φοβισμένα τους πλησίασε, μα όσο έβλεπε τον γαμπρό με την κόρη της, μαλάκωσε.

Έτσι πορεύονταν. Μια οικογένεια ζεστή και αγαπημένη. Οι γονείς ονειρεύονταν εγγόνια, ο Μιχάλης με τη Λένα έτρεχαν σε γιατρούς. Άλλη χρονιά, καμιά πρόοδος. Ώσπου, μια μέρα, η κυρά Μαρία τα είπε σταράτα:

Θέλει υπομονή. Μην ψάχνετε τόσο πολύ, παιδάκια μου, αγάπη πρώτα. Τα άλλα θα ρθουν.

Και ήρθαν όταν πια είχαν πάψει να ελπίζουν. Μετά από σχεδόν δέκα χρόνια, ήλθε η έκπληξη του γιατρού.

Παιδί, όντως; Από πού;

Κι όταν στο υπερηχογράφημα η Λένα έκλαιγε και γελούσε ταυτόχρονα μπροστά στην οθόνη:

Δικό μας, Μιχάλη, τόσο δα αλλά δικό μας!

Ο πρώτος τους, βαρβάτος πάνω από τέσσερα κιλά χαρά Η Λένα, μικροσκοπική, θα ξανάρθω και για δεύτερο! είπε γελώντας στους γιατρούς στο μαιευτήριο.

Και ήρθαν μετά και κόρη και δεύτερος γιος όλα όπως τα ονειρεύτηκαν. Η οικογένεια μεγάλωνε και το σπίτι τους στη Νέα Σμύρνη δε χώραγε άλλο.

Μιχάλη, θέλετε σπίτι! αποφάσισε ο πατέρας του, αγκαλιάζοντας τα εγγόνια. Βρήκαν οικόπεδο, αλλά η κρίση τους εμπόδισε στη δουλειά και τα σχέδια πάγωσαν.

Τότε η κυρά Μαρία ήρθε με λύση.

Έχω τριάρι, έχετε δυάρι. Εγώ και ο πατέρας σου θα πάμε στο μικρό, εσείς να ρθειτε εδώ με τα παιδιά. Θα με φροντίζει ο πατέρας σου, θα σας μαγειρεύω εγώ, πρακτικό!

Έτσι μετακόμισαν. Η Λένα μεγάλωνε τα παιδιά, ο Μιχάλης πάλευε με τις δουλειές. Τα κατάφερε μα ο πατέρας του έσβησε αθόρυβα. Κανένας δεν το ήξερε πως ήξερε το τέλος του.

Κι έτσι, ο μικρός Αλέξης γεννήθηκε λίγο αφότου έφυγε ο παππούς.

Η ζωή κυλούσε απ το καλό στο δύσκολο και πίσω στα όμορφα. Τα παιδιά έδιναν τόση αγάπη, που να χε λίγη ακόμα, θα λιωνε κι ο Όλυμπος.

Η Λένα, κοινωνική θεόσταλτη, διάλεγε φίλες μία προς μία. Η Σοφία ήταν μια από τις λίγες που κατάφεραν να μπουν τόσο βαθιά στη ζωή της. Μαμά δυο αγοριών, με έναν άντρα που συχνά κοίταζε αλλού, η Σοφία είχε μάθει να φιλοσοφεί.

Ήξερε ή έτσι ήθελε να πιστεύει. Όλοι οι άντρες τα ίδια κάνουν· αρκεί να διατηρεί τη ψυχή της γεμάτη αγάπη για τα παιδιά.

Γι αυτό και τώρα, βλέποντας τον Μιχάλη με την άγνωστη, ήθελε να προλάβει να ενημερώσει τη Λένα.

Οδήγησε ως το εστιατόριο Στροφή στο Κουκάκι, το ήξερε καλά ωραίο φαγητό, live jazz τα σαββατοκύριακα.

Ο Μιχάλης βγήκε από το αυτοκίνητο, βοήθησε την ξένη κοπέλα, μπήκαν μαζί. Η Σοφία δίσταζε να μείνει να περιμένει ή να τρέξει ήδη στη Λένα;

Όσο όμως καθόταν εκεί, τόσο έσβηνε ο ζήλος της. Και τι θ αλλάξει, αν το πει; Τέσσερα παιδιά, δύο γιαγιάδες με προβλήματα υγείας, χιλιάδες δεσμεύσεις Αν είναι μια απλή περιπέτεια, μήπως αξίζει να διαλύσει τόσα πολλά για μια φήμη;

Χτύπησε θυμωμένη το τιμόνι της κι έπειτα, μόλις κόρναρε κατά λάθος και σκόρπισε τα περιστέρια, συνειδητοποίησε πως απλά δεν είχε το κουράγιο. Τελικά, δεν ήθελε να χαλάσει τη ζωή της φίλης της για μια αβέβαιη σκιά.

Πήρε τον δρόμο για το σπίτι, γεμάτη νεύρα και με δάκρυα στα μάτια.

Ξαφνικά, χτύπησε το τηλέφωνο.

Ναι;… Πότε;… Εντάξει, Μιχάλη, θα έρθουμε, ευχαριστώ για την πρόσκληση!

Αφησε το κινητό και χτύπησε τα μάγουλα με τα χέρια για να συνέλθει. Επέτειος σήμερα Πάντα το γιόρταζαν ιδιωτικά, πρώτη φορά μαζεύουν φίλους και συγγενείς. Η Λένα θα έχει ανάγκη από το χαμόγελό της.

Και να σου το φόρεμα, οι γόβες, το χτένισμα Ο σύζυγος της χάζευε:

Τι σκυθρωπή είσαι; Στη δική μας επέτειο θα σου οργανώσω πάρτι που δεν το φαντάζεσαι!

Η Σοφία χαμογέλασε πικρά.

Ο χώρος λαμπερός, λουλούδια, κεριά, όλα στα αγαπημένα χρώματα της Λένας, μπλε και ασημί.

Μιχαλάκη, πώς τα κατάφερες; του ψιθύριζε η Λένα, αγκαλιάζοντάς τον. Παρέλαβε το δώρο της Σοφίας με θέρμη, της έκανε νεύμα να ακολουθήσει στο μπάνιο.

Το δαχτυλίδι της Λένας, αστραφτερό, έκανε τη Σοφία να δαγκωθεί. Να πάει να ξεπλύνει κι αυτό το αμάρτημα ο Μιχάλης ακριβό κοσμηματάκι

Κατεβαίνοντας τις σκάλες, μια άγνωστη τής πιάνει το βλέμμα.

Εσείς;!

Συγγνώμη, ξέρω εσάς; της απάντησε ξαφνιασμένη η κοπέλα, πιο σοβαρή και ευπρεπής από ποτέ, με κοστούμι αυτή τη φορά.

Τι κάνετε εδώ; σφύριξε η Σοφία, αγκαλιάζοντας τα νεύρα της.

Εγώ;;; Δουλεύω! και χαμογέλασε ανοιχτά η κοπέλα.

Πώς δηλαδή;!

Είμαι διοργανώτρια της σημερινής γιορτής πρώτη μεγάλη δουλειά της εταιρείας μας, μας εμπιστεύτηκε ο κύριος Μιχάλης! Ούτε ο άντρας μου στην ομάδα δεν γλίτωσε χθες όλο βραδιά έστηνε γιρλάντες! Εγώ πια δεν μπορώ ν ανεβαίνω σκάλες

Γιατί; ξεστόμισε ασυναίσθητα η Σοφία.

Έμαθα πρόσφατα ότι περιμένω παιδί! Φοβάμαι πολύ Εσείς έχετε παιδιά;

Δύο… Δύσκολο…

Θα τα καταφέρετε! Κι αν θέλετε τον αριθμό καλού γιατρού, η Λένα πήγε και τα τέσσερά της σ αυτόν!

Τέσσερα! Τόση ευτυχία μαζί;

Έτσι ακριβώς!

Συγγνώμη, ξεκινάει! Ελάτε;

Ναι, έρχομαι

Η Σοφία προχώρησε, χαμογελώντας αυτή τη φορά εντελώς ξαλαφρωμένη.

Λένα, τ ακούς; Πάμε γρήγορα, σε „παντρεύουν” πάλι!

Όλο το βράδυ, υψώνοντας το ποτήρι στα παιδιά και τους φίλους της, σκεφτόταν πόσο εύκολα διαλύεται ό,τι αγαπάς. Ένα λάθος, μια παρεξήγηση, μια λέξη και πάνε όλα σε μια στιγμή. Ένα τίποτα μπορεί να καταστρέψει για πάντα το γέλιο της κυρά Μαρίας και τον χαρούμενο χορό των παιδιών της Λένας και του Μιχάλη.

Λάθος, χαζομάρα ψιθύρισε η Σοφία, αδειάζοντας το ποτήρι της και γύρισε στον άντρα της.

Εμάς το γλυκό ή το πικρό μας ταιριάζει;

Πικρό, πολύ πικρό ακόμα, Σοφάκι μου!

Oceń artykuł
Λάθος!