Κόκκινη κορδέλα
Η Νίκη στεκόταν μπροστά στη κουζίνα της και παρακολουθούσε τον αχνό που ανέβαινε αργά από την κατσαρόλα με το πλιγούρι. Όχι το χρυσό, χοντρό πλιγούρι, αλλά εκείνο το λεπτό, με το ελαφρύ πικρό, που πουλάνε στα πακέτα του ενός ευρώ. Ανακάτεψε με το κουτάλι, σκέπασε το καπάκι και ακούμπησε στον παλιό «Ιζόλα» ψυγείο. Εκείνο, όπως πάντα, άρχισε να γουργουρίζει, λες και επιδοκιμαστικά έλεγε ησυχασμένο «μπράβο».
Έξω από το παράθυρο απλωνόταν η οδός Εργατών. Παλές πολυκατοικίες, ψηλές λεύκες που κάθε άνοιξη βουλώνουν τα πάντα με τα χνούδια τους, κι ένα μικρό ανθοπωλείο στη γωνία. Δώδεκα χρόνια έμενε εδώ η Νίκη. Είχε γίνει δικό της, σαν ένα κάλο στο πόδι ή το να ξέρεις ότι το τέταρτο σκαλί στην σκάλα τρίζει πάντα.
Ο Βασίλης μπήκε στην κουζίνα χωρίς να χτυπήσει κλασικά. Είχε αυτή την ικανότητα να εμφανίζεται από το πουθενά. Ψηλός, γεροδεμένος, με ένα ανοιχτογκρί πουκάμισο που η Νίκη δεν θυμόταν να έχει ξαναδεί. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, την κατάλαβε από τη μυρωδιά λεπτή, λουλουδάτη, με κάτι γλυκό στη βάση. Ούτε δική της, ούτε αντρική κολόνια, ούτε η μυρωδιά του δερμάτινου καθίσματος στο αυτοκίνητό του.
Τι λέει, κοπέλα της Σπάρτης; είπε ο Βασίλης σκύβοντας πάνω από την κατσαρόλα και στραβογελώντας. Πάλι με τα βασικά;
Πλιγούρι, του απάντησε. Με κρεμμύδι.
Με κρεμμύδι; Πολυτέλειες, ε; είπε, χτυπώντας τη φιλικά στον ώμο. Κάνε λίγο ακόμα υπομονή, θα έρθουν και τα «Περίβολα». Πού θα πάνε;
Η Νίκη έγνεψε. Είχε μάθει να γνέφει έτσι, ώστε να μοιάζει με «ναι», ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς κούραση. Το κεφάλι της γύριζε για τρίτη συνεχόμενη μέρα, ήσυχα, σαν κάποιος να είχε γείρει ελάχιστα το δωμάτιο. Ήξερε ότι ήταν από τη διατροφή. Ήξερε, και δεν έλεγε τίποτε.
Εσένα σε τάισαν σήμερα; Τον ρώτησε.
Στη δουλειά, μεσημεριανό με την ομάδα. Καλά ήτανε.
Γέμισε ένα ποτήρι νερό απ’ τη βρύση, το ήπιε όρθιος, άφησε το ποτήρι στον νεροχύτη και βγήκε στο σαλόνι. Η Νίκη κοίταξε το ποτήρι. Ύστερα έκλεισε το μάτι στο μάτι της κουζίνας, άρχισε να μοιράζει το πλιγούρι στα πιάτα.
Τα τρία χρόνια τσιγκουνιάς τα είχε συνηθίσει. Γάλα πλέον ούτε γι αστείο μόνο φτηνό γιαούρτι. Το μπουφάν το επιδιόρθωσε μόνη της, πέμπτο χρόνο, στον αριστερό αγκώνα. Κομμωτήριο είχε να πάει από τον προπερασμένο Νοέμβρη. Τα μαλλιά τα έκοβε μόνη, μπροστά σε ένα μικρό καθρέφτη στο μπάνιο, χωρίς να κοιτάει πολύ καλά. Καμιά φορά πετύχαινε κάπως, καμιά φορά όχι.
Πριν τρία χρόνια, ο Βασίλης της είχε δείξει φωτογραφίες. Ένα μικρό σπιτάκι στα προάστια «Περίβολα» το έλεγαν, σαράντα λεπτά από την Αθήνα με τον προαστιακό. Σπιτάκι με σοφίτα, μηλιές στον κήπο, ένα παλιό πηγάδι-στολίδι, πράσινα πατζούρια, ξύλινο υπέρθυρο, παγκάκι κάτω από τις πασχαλιές.
Ε, πώς το βλέπεις; της είχε πει, ακουμπώντας το λάπτοπ στα πόδια της.
Κι εκείνη το είδε. Ένιωσε κάτι ζεστό όχι χαρά, κάτι που την πλησίαζε όμως. Μια δυνατότητα. Μια ζωή ολόκληρη σε διαμερίσματα, με ξένους τοίχους και ξένο αέρα. Ενώ το λάπτοπ της έδειχνε μηλιές.
Θα χρειαστούν περίπου τρία χρόνια σφιχτής οικονομίας, της είπε πρακτικά ο Βασίλης. Αν κάθε μήνα βάζουμε αυτά, και εσύ ρίξεις λίγο τα προσωπικά έξοδα
Πόσο κοστίζει;
Της είπε το ποσό. Η Νίκη το κατάπιε σιωπηλά.
Πολλά, είπε.
Σπίτι είναι, μωρέ Νίκη, ολόδικό μας. Κήπος, αέρας, ησυχία Τι νόμιζες δηλαδή, τζάμπα στα δίνουν;
Συμφώνησε. Όχι αμέσως, αλλά συμφώνησε. Άνοιξαν κοινό λογαριασμό, κάθε μήνα της έβαζε το μισό της σύνταξης και ό,τι έβγαζε από κάτι λογιστικά που έκανε σε ένα φροντιστήριο. Λίγα, μα υπήρχαν. Ο Βασίλης έλεγε ότι μετέθετε τριπλάσια κάθε μήνα από τον μισθό του.
Τον πίστευε η Νίκη.
Γενικά, ήταν της πίστης άνθρωπος. Όχι επειδή ήταν αφελής έτσι είχε φτιάξει τη ζωή της. Πιο εύκολα. Όταν δεν πιστεύεις, όλο ψάχνεις, κι αυτό κουράζει.
Ο πρώτος χειμώνας πέρασε σχεδόν χαλαρά. Τρώγανε απλά, ντύνονταν σεμνά, το έπαιρνε σαν παιχνίδι όπως πιτσιρίκος που δεν του φτάνουν τα λεφτά για παγωτό και καταφέρνει να φανταστεί κάτι άλλο, κι αυτό το «άλλο» είναι πιο σημαντικό γιατί είναι δικό του. Έψαχνε συνταγές με φτηνά υλικά, χαιρόταν στις προσφορές. Σχεδόν ευχαριστιόταν.
Το δεύτερο χρόνο, τα πράγματα σκούρυναν. Το σώμα έστελνε σημάδια, διακριτικά. Αδυναμία, βαριά ξεκούραση, στιγμές που στο λεωφορείο ξεχνιόταν, έβλεπε έξω από το τζάμι και δεν σκεφτόταν τίποτα. Για γιατρό ούτε να το συζητήσει ούτε τα πέντε ευρώ του εισιτηρίου. Για δημόσιο ιατρείο ούτε λόγος για αναμονή.
Λέω να κάνω κάτι εξετάσεις αίματος, είπε μια μέρα στον Βασίλη.
Σε ιδιώτη; της είπε εκείνος.
Ε, εκεί τουλάχιστον κινείσαι.
Νίκη, κάθε πενηντάρικο μετράει τώρα, κάθε μήνα. Πήγαινε στην τοπική αν μπορείς.
Πήγε. Κάθησε στην ουρά, της γράψανε εξετάσεις. Αίμα: το αιμοσφαιρίνη οριακά κάτω απ’ το φυσιολογικό όχι ακόμη για συναγερμό, ούτε όμως και γιορτή. Γιατρός: παραπάνω κόκκινο κρέας, σίδηρο, βιταμίνες.
Πήρε στη φθηνότερη φαρμακαποθήκη τις πιο απλές βιταμίνες. Κόκκινο κρέας, ούτε λόγος πια.
Τον τρίτο χρόνο, άφησε τη ζυγαριά. Ήξερε τί γίνεται ο καθρέφτης μιλούσε αρκετά. Πιο κοφτερό πρόσωπο, ελαφριά κίτρινη σκιά κάτω από τα μάτια, τα μαλλιά θαμπά. Στο μαγαζί «δεύτερου χεριού» στη Λεωφόρο Θηβών, βρήκε ένα μπλε σκούρο παλτό, σχεδόν τίμιο, και το φόρεσε. Η πωλήτρια, γυναίκα με βαμμένα κόκκινα μαλλιά, της είπε: «Καλό παλτό. Θα το φορέσεις χρόνια».
Ξέρω, είπε η Νίκη.
Ξέρουμε όλες, λέει η άλλη, και κάπως χαμογέλασε όχι με χαρά, αλλά με κατανόηση.
Η Νίκη προχώρησε. Βλέποντας τον εαυτό της στην τζαμαρία, στάθηκε λίγο. Μετά συνέχισε.
Ο Βασίλης δεν σταμάτησε να την εμψυχώνει. Εκείνος το χε χάρισμα αυτό: να δίνει ελπίδα ότι κάτι καλό έρχεται και ότι με λίγο ακόμα θα γίνει το θαύμα. Το «Λίγο ακόμα» ήταν το soundtrack της ζωής της. Το άκουγε, αλλά δεν το πρόσεχε πια ιδιαίτερα.
Είσαι παλικάρι, της έλεγε στις λιτές βραδινές τους. Αξίζεις τα πάντα, Νίκη.
Του χαμογελούσε ουσιαστικό χαμόγελο, όχι χαράς απαραίτητα. Τα μάτια της ήξεραν απλά τη θέση τους.
Που και που, έπαιρνε τηλέφωνο την κόρη. Η κόρη έμενε στην Πάτρα με τον άντρα και τα παιδιά, τηλεφωνούσαν αραιά, όλοι στη δουλειά τους. Η Νίκη δεν διαμαρτυρόταν δεν ήξερε, δεν ήθελε.
Πώς πας, μαμά;
Εντάξει, κορίτσι μου. Μαζεύουμε για το σπίτι.
Ακόμη μαζεύετε;
Ναι, κοντεύουμε πια.
Μπράβο σας.
Μετά η κουβέντα γύριζε στα παιδιά, στον καιρό… Έκλεινε και πήγαινε κουζίνα.
Εκείνο το τρίτο φθινόπωρο, οι μυρωδιές έγιναν πιο έντονες. Ίσως το σώμα, πεινασμένο, να τις έπιανε αλλιώς σαν το ζώο που δεν έχει φαΐ. Η λουλουδάτη μυρωδιά από το καινούριο πουκάμισο του Βασίλη μπήκε στα ρουθούνια της στις αρχές του Οκτώβρη. Μετά το απέδωσε στη φαντασία της, ή σε καμιά περαστική στο λεωφορείο.
Ένα βράδυ του Νοέμβρη, ο Βασίλης γύρισε πιο αργά, χαρούμενος, με ροδαλά μάγουλα και μίλησε για το πολύωρο meeting που τον κράτησε. Εκείνη τον βοήθησε να βγάλει το μπουφάν και «τσουπ!» η μυρωδιά ξανά: γλυκιά, θηλυκή, ακριβή, όχι δικιά της.
Κουρασμένος; ρώτησε.
Πολύ, τρεις ώρες μίτινγκ, τραγικό, είπε και πήγε για ντους.
Η Νίκη κρέμασε το μπουφάν, πάτησε ένα λεπτό στη θέση, μετά πήγε στην κουζίνα να ζεστάνει φαγητό.
Ήξερε να διώχνει σκέψεις. Τα κύλαγε σε άλλο κανάλι, όπως νερό στο χωράφι. Όχι γιατί ήταν δειλή, φοβόταν αυτό που έπρεπε να κάνει αν άναβε το μυαλό. Δεν φοβόταν τον Βασίλη ή σκηνές φοβόταν ότι μετά θα αναγκαζόταν να δράσει.
Ο κοινός λογαριασμός φούσκωνε κάθε μήνα. Ο Βασίλης της έδειχνε τα statements στο κινητό. Η Νίκη κοιτούσε τα νούμερα και ένιωθε κάτι σαν ελπίδα. Φούσκωναν αργά, αλλά φούσκωναν.
Να, βλέπεις; Έχουμε σχεδόν μαζέψει! Την άνοιξη ξεκινάμε διαπραγματεύσεις για τα «Περίβολα».
Δηλαδή;
Να δούμε τους πωλητές, να παζαρέψουμε τους όρους, έχουν λεπτομέρειες…
Η Νίκη τού κούνησε το κεφάλι. Τα χαρτιά ήταν δική του ευθύνη. Η ίδια έκανε την οικονομία καθαρές δουλειές.
Δεκέμβρη άρχισε πια να λείπει συχνότερα. «Εταιρικές εκδηλώσεις», εξηγούσε.
Όλοι αυτά κάνουν αν δεν πας είσαι εκτός κύκλου. Η Νίκη, όπως πάντα, καταλάβαινε.
Ένα βράδυ στα μέσα του Δεκέμβρη γύρισε μια το βράδυ και έλαμπε όχι με τη μαστούρα του φαγοπότιού, αλλά έναν χαλαρό αέρα, λες και είχε πάρει καλοκαιρινές διακοπές. Τα μάτια του λαμπερά, χαμόγελο ήρεμο.
Το έκαψες σήμερα; του είπε.
Δουλειά Στα «Περίβολα» ησυχία θα χει, τέλος τα πάρτι.
Την χαϊδεψε στο κεφάλι και πήγε για ύπνο. Η Νίκη έμεινε στο τραπέζι. Ο «Ιζόλα» γουργούριζε, χιόνι έξω.
Γενάρη, και βρήκε την απόδειξη.
Κατά τύχη, όπως πάντα αυτά που μετράνε. Ήθελε να καθαρίσει το καινούριο σακάκι του εκείνο το σκούρο μπλε των γιορτών. Στον αριστερό τσεπάκι, μικρό, άσπρο ραβδάκι.
Το κοίταξε.
Εστιατόριο «Στρείδια στο Κολωνάκι». Ημερομηνία: 28/12. Ποσό.
Η Νίκη κοίταζε το ποσό αρκετά, να βεβαιωθεί ότι δεν μπερδεύει τα νούμερα. Ύστερα άφησε το χαρτί, κοίταξε μακριά. Έξω, μια γυναίκα με σκύλο περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Το σκυλί τραβούσε το λουρί, η γυναίκα αργούσε.
Το ποσό ήταν ολόκληρος ο μηνιαίος προϋπολογισμός τους για φαγητό δηλαδή, για το πλιγούρι, τα φτηνά μακαρόνια, το προσιτό λάδι. Αυτό που η Νίκη χώριζε γραμμάριο-γραμμάριο.
Άφησε το χαρτί πίσω στο σακάκι, κρέμασε το σακάκι στη ντουλάπα, γύρισε κουζίνα.
«Ιζόλα» γουργουρητό.
Έβαλε νερό, ήπιε, ξανάβαλε το ποτήρι. Πειράχτηκε.
Ο Βασίλης στη δουλειά του, η Νίκη τηλε-εργαζόταν – σήμερα καθόλου δουλειά, μόνη.
Σκέφτηκε ποιος πάει για στρείδια στα τέλη Δεκεμβρίου. Εκείνη δεν είχε πάει ποτέ. Ήξερε μόνο από τις αφίσες στο μετρό: κρύσταλλοι, χαλιά, τίτλος με «γαλλικό αέρα». Και ακριβό.
Στις 28 του Δεκέμβρη, ο Βασίλης είχε πει ότι θα πήγαινε να συναντήσει ένα παλιό συμφοιτητή. Επέστρεψε στις δέκα, δεν μύριζε κρασί, αλλά κάτι διακριτικά λουλουδάτο, γλυκό.
Η Νίκη δεν έβγαλε συμπεράσματα αμέσως. Ήξερε καλά να σπρώχνει τις σκέψεις μακριά. Μπορεί να έφαγε μόνος. Ίσως επαγγελματικό δείπνο, ίσως ίσως.
Μα το βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, τον κοίταξε διαφορετικά όχι εχθρικά, ούτε κατασκοπικά. Απλώς τον κοίταξε.
Πώς πήγε η μέρα; ρώτησε, καθώς εκείνος έβγαζε τα παπούτσια.
Καλά, απάντησε. Έφαγες;
Στη δουλειά κάτι τσίμπησα.
Έχω ζεστάνει σουπίτσα.
Ε, ωραία.
Έφαγε κοιτώντας το κινητό, κάποια συνομιλία, φαινόταν ήσυχος. Αν τον απασχολούσε κάτι, το έκρυβε πολύ καλά.
Βασίλη; τον φώναξε.
Ναι;
Στα «Στρείδια στο Κολωνάκι» ακριβά έχει;
Ανασήκωσε ελαφρά τα μάτια.
Τι να σου πω, δεν πήγα ποτέ.
Α, εντάξει. Είδα διαφήμιση.
Γύρισε στο κινητό του.
Η Νίκη ήπιε το τσάι.
Φλεβάρης, και εκείνος ζωντάνεψε ολότελα. Ήθελε διαρκώς καινούργια πράγματα. Ήταν ξεκάθαρο: άλλο ζωνάρι, καινούργιο παπούτσι, κάτι πάντα «καινούργιο». Καφέ δερμάτινο παπούτσι, φινιρισμένο όμορφο και ακριβό.
Καινούργιο; τον ρώτησε η Νίκη, κοιτώντας το ζευγάρι.
Βρήκα σε προσφορά! Τα παλιά διαλύθηκαν.
Προσφορά, είπε μηχανικά.
Ε, βέβαια, δεν ψωνίζω σε μπουτίκ.
Έγνεψε, με το χαρακτηριστικό κούνημα του κεφαλιού της.
Μάρτης, αρχές αρχές, είδε ένα ειδοποιητήριο στο κινητό του: «Auto-Polis». Οθόνη φωτίστηκε. Ο Βασίλης στο μπάνιο, εκείνη διάβαζε δήθεν.
Διάβασε το μήνυμα: «Το Kia City σας είναι έτοιμο. Κόκκινη κορδέλα κατόπιν αιτήματος σας, σας περιμένουμε».
Έκλεισε το βιβλίο.
Το Kia City ήξερε: μεγάλο SUV, είχε δει στον δρόμο. Εντελώς εκτός budget τους.
Κόκκινη κορδέλα κατάλαβε αργότερα, το βράδυ. Στα σαλόνια το δένουν με κόκκινη κορδέλα το καινούργιο, στην κυρία, με αγάπη.
Η Νίκη γύρισε στο πλάι.
Έκανε σκέψεις για πλιγούρι με κρεμμύδι.
Για βιταμίνες στο ευρώ το κουτί.
Για το μπλε second hand παλτό.
Για το κομμωτήριο που είχε αποχαιρετίσει εδώ και δυο χρόνια.
Σκέφτηκε τον κοινό λογαριασμό.
Σταμάτησε τις σκέψεις.
Το πρωί πήρε τηλέφωνο στην τράπεζα. Ρώτησε υπόλοιπο. Το ποσό ήταν στα μισά από αυτό που θα πρεπε, αν οι υποσχέσεις τηρούνταν.
Το μισό. Δύο χρόνια οικονομία.
Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας, κοιτώντας το λουλουδάτο τραπεζομάντιλο με το λεκέ του καφέ που δεν έβγαινε ποτέ.
Νίκη! φώναξε ο Βασίλης, Έβαλες τσάι;
Βάζω, απάντησε μηχανικά.
Σήκωσε το βαρύ κορμί, γέμισε το βραστήρα, άναψε το μάτι.
Η βαριά στα πόδια πιο έντονη από ποτέ.
Δεν παρακολούθησε τον Βασίλη αμέσως. Η λέξη την ενοχλούσε, της θύμιζε κατινιά. Αλλά ένα απόγευμα, δήθεν βόλτα, είδε το αυτοκίνητο παρκαρισμένο όχι στο γραφείο, αλλά έξω από ένα mall στην Κηφισίας.
Έκλεισε τα μάτια. Μπήκε μέσα.
Τον βρήκε στο κοσμηματοπωλείο με μια ξανθιά γύρω στα τριάντα πέντε. Προσεγμένη, μπεζ παλτό, ήξεραν καλά ο ένας τον άλλον απ’ τον τρόπο που στέκονταν. Δεν πλησίασε στάθηκε στη γωνία, έκανε νόημα πως γράφει SMS. Είδε τον Βασίλη να ουρλιάζει στ’ αστεία, η άλλη να χαμογελά και ο πωλητής να της αφήνει μπροσούρα βελούδο με χρυσό κομμάτι. Ο Βασίλης πλήρωσε με την κάρτα. Προχώρησαν, χέρι-χέρι, στο διάδρομο.
Η Νίκη δεν έκλαψε. Σφίχτηκε. Ησυχία μέσα της, περίπου όπως γη κάτω από χιόνι.
Έκατσε σ ένα παγκάκι έξω, κοίταξε τον κόσμο. Τίποτα.
Τα επόμενα βράδια λειτούργησε σαν πάντα. Έβραζε σούπα, μάζευε τα ρούχα. Ο Βασίλης γελαστός. Η λέξη «Περίβολα» επανερχόταν.
Ξέρεις, νομίζω θα καταφέρουμε διακανονισμό, έτσι δε θα μαζέψουμε όλα τα λεφτά μαζί.
Διακανονισμό; είπε ήρεμα.
Ναι, μέρος μπροστά, μέρος αργότερα.
Πόσα έχουμε τώρα στον λογαριασμό; Ρώτησε με αφέλεια.
Ε, αρκετά, να τα κοιτάξω αργότερα.
Κοίτα.
Θα το δω μετά, είπε και γύρισε στην τηλεόραση.
Η Νίκη σηκώθηκε.
Εκείνο το βράδυ πήρε τηλέφωνο την κόρη της.
Μαμά, καλά είσαι; Φαίνεσαι
Κουρασμένη λίγο.
Πάλι μαζεύετε;
Πάλι, ναι.
Τον θέλεις τόσο πολύ αυτό το σπίτι; Γιατί δεν αγοράζετε ένα δυάρι κοντά, να ξεμπερδεύετε;
Ο Βασίλης το θέλει.
Κι εσύ;
Απόμεινε σιωπηλή.
Ναι, κι εγώ. Έχει μηλιές και πασχαλιές…
Έλα ρε μαμά
Όλα εντάξει, εσύ πώς είσαι;
Μετά για τα εγγόνια, τον φούρνο, τον καιρό.
Τρεις μέρες μετά, πήρε τηλέφωνο την Auto-Polis.
Ενδιαφέρομαι για το Kia City, είπε.
Καταπληκτικό μοντέλο, απάντησε η πωλήτρια χαρούμενα. Μάλιστα, πριν λίγες μέρες το παραλάβαμε με κόκκινη κορδέλα ο πελάτης το πήρε δώρο για κυρία. Πολύ συγκινητικό!
Με κορδέλα, ε; Ευχαριστώ.
Κλείνει το τηλέφωνο. Βράζει νερό.
Μέσα της, το ίδιο: σφιχτό και ήσυχο.
Άνοιξε το laptop. Πήρε το pin, κοίταξε τον λογαριασμό είχε καιρό να μπει ίδια. Οι καταθέσεις ακριβώς, οι δικές της, σαν ρολόι. Αυτές του Βασίλη, αραιές, καμιά φορά μισές.
Τα έξοδα έρχονταν με κάθε ευκαιρία. Μικρά, συχνά, μη επεξηγημένα πάντα.
Άνοιξε το μπλε τεφτέρι της, όπου έγραφε τα πάντα λεπτομερώς. Έκανε λογαριασμούς επί δύο ώρες.
Όπως κομμάτια σε παζλ, «κουμπώσανε» όλα: τα τρία χρόνια, η σφιχτή διατροφή, τα λίγα ρούχα, τα μαλλιά μόνη, οι γιατροί κομμένοι. Κι απ τον λογαριασμό, τα χρήματα φεύγανε. Τα κοσμήματα, το αυτοκίνητο, το δείπνο στρείδια, το άρωμα «Chantal» στο πουκάμισο όλα μπροστά της.
Έσβησε το λάπτοπ, μπήκε στο σαλόνι.
Πεινάς; τον ρώτησε.
Όχι, αργά είναι.
Καληνύχτα.
Έκατσε στο κρεβάτι. Ο Βασίλης έπεσε δίπλα, κοιμήθηκε αμέσως.
Η Νίκη δεν κοιμήθηκε. Δεν σκεφτόταν εκείνον. Έψαχνε πότε τελευταία φορά σκέφτηκε τον εαυτό της ως άνθρωπο που δικαιούται και ευχαρίστηση όχι μόνο φάρμακα και ζεστό μπουφάν.
Καλός καφές. Τον λαχταρούσε. Ενάμιση χρόνο, μόνο στιγμιαίο φακελάκι.
Εκλεκτικό τυρί με μούχλα τελευταία φορά πριν πέντε χρόνια, ψωμί, σταφύλι και λίγο κρασί, να νιώθει λίγο γιορτή.
Στρείδια είχε φάει μόνο μια φορά, νέα, σε διακοπές.
Έκλεισε τα μάτια.
Δεν πήρε απόφαση εκείνο το βράδυ. Ψηλόφουσκωνε μέσα της, αργά, χωρίς φωνές.
Τις επόμενες μέρες έκανε τα πάντα όπως πάντα. Μαγείρευε, μιλούσε ήρεμα στον Βασίλη άσχετος εκείνος. Δεν ήταν πια θέμα πειθούς.
Μια Πέμπτη, τον ακολούθησε μέχρι τέλους για να το ζήσει, όχι για επιβεβαίωση. Ήξερε. Απλά χρειαζόταν να το δει.
Συνάντησε την ξανθιά στην καφετέρια, περπάτησαν ως το πάρκο. Η Νίκη από απόσταση. Τους είδε να περπατούν μαζί, να γελούν, να της προσφέρει φυλαγμένο πακετάκι, να αγκαλιάζει, να τη φιλάει.
Η Νίκη κοίταξε τα χέρια της λεπτά γαντάκια, λίγο κοκκινισμένα απ’ το κρύο.
Καμία αντίδραση.
Στο λεωφορείο, κενό βλέμμα στο παράθυρο. Εξωτερικά, βροχή και γκρι. Δέντρα γυμνά. Λακκούβες.
Στο σπίτι, πήγε κατ ευθείαν στο υπνοδωμάτιο. Ετοίμασε βαλίτσα μόνο δικά της, τα αναγκαία και προσωπικά. Τα έβαλε μεθοδικά. Στη ντουλάπα το παλιό μπουφάν, φορούσε ένα μπορντό σακάκι, λίγο στενό πια, αλλά κάπως αλλιώς πάνω της, διαφορετικό.
Πήρε χαρτί και στυλό.
Έγραψε: «Ευχαριστώ για την απόδειξη στα Στρείδια και την κόκκινη κορδέλα. Ελπίζω να πέρασες ωραία.»
Δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο. Άφησε το χαρτί στον πάγκο, δίπλα στο λεκέ του καφέ.
Έκλεισε το ψυγείο κι όπως πάντα, ο «Ιζόλα» σφύριξε.
Ε, λοιπόν, αντίο, είπε η Νίκη ήσυχα.
Έκλεισε την πόρτα. Άφησε το κλειδί κάτω από το χαλάκι.
Στην οδό Εργατών, η καθημερινή κίνηση: παρέες που γύριζαν, ένα σκυλί στο λουρί, το ανθοπωλείο φωτισμένο.
Η Νίκη στάθηκε λίγο.
Ήξερε πού πήγαινε.
Ο σούπερ μάρκετ «Αγορά Γεύσης» ήταν δύο τετράγωνα παρακάτω. Περνούσε πάντα απέξω, σχεδόν ποτέ μέσα. Ήταν ακριβό. Ωραία ράφια, φως, καλάθια με γυαλιστερά φρούτα: το «καλά» της ζωής.
Μπήκε.
Μύρισε φρέσκο ψωμί και καλό καφέ. Μουσική απαλή. Η Νίκη πήρε καλάθι.
Ψαράδικο: βρήκε αμέσως τόννο κόκκινο, κομμάτι όμορφο, σταθερό. Το πήρε.
Στρείδια, εξάδα στο ψυγείο του «Θαλασσινού». Τα πήρε.
Τυρί: μούχλα, μπλε και τραγανή κρούστα. Ένα κομμάτι.
Καλό ψωμί, σκούρο, τραγανό. Όχι το τοστ του ενός ευρώ.
Καφές: στάθηκε ώρα στο ράφι. Διάλεξε εσπρέσο Εθιοπίας, «γεύση μύρτιλο και σοκολάτα» έγραφε.
Στο ταμείο, όλα στη ταινία. Τα είδε να περνούν. Η ταμίας είπε «Καλή επιλογή».
Ευχαριστώ, είπε η Νίκη.
Η τιμή ήταν υψηλή, αλλά δέχθηκε να πληρώσει με κάρτα δικά της χρήματα.
Βγήκε έξω.
Πού να πάει δεν ήξερε. Στην κόρη μακριά, στη φίλη Βαλεντίνη ντρεπόταν ακόμα. «Γκαρσονιέρα» ξενοδοχείου στην Καισαριανή: ένα μονόκλινο αξιοπρεπές, όχι ακριβό.
Στο δωμάτιο, ξεδίπλωσε το σακούλι. Διόρθωσε τα όλα στο τραπέζι τόννο, στρείδια, ψωμί, καφές.
Ζήτησε από τη ρεσεψιονίστ μαχαίρι για στρείδια, της το έδωσε.
Τα καταφέρνετε; ρώτησε εκείνη.
Θα δω, της είπε η Νίκη.
Τα κατάφερε. Όχι όμορφα, αλλά τα άνοιξε. Πήρε το πρώτο: αλμυρό, ζωντανό, άρωμα θάλασσας.
Το ένα μετά το άλλο.
Έκοψε λίγο τόννο. Ψωμί. Τυρί. Έβρασε καφέ στη μικρή καφετιέρα του δωματίου.
Έτρωγε ήσυχα, αργά. Έξω η Αθήνα, φώτα, κίνηση. Μέσα, ησυχία, ραδιόφωνο.
Έτρωγε, δεν σκεφτόταν ούτε Βασίλη ούτε «Περίβολα», ούτε αύριο.
Σκεφτόταν μόνο πως τα στρείδια μύριζαν όπως τότε, που ήταν νέα. Πως ο τόννος ήταν το καλύτερο που χε δοκιμάσει, το τυρί και ο καφές ήταν πραγματικά, όχι σαν στις διαφημίσεις.
Σκεφτόταν ότι, ίσως, αυτό ήταν όντως εκείνη η ίδια.
Όχι «Σπαρτιάτισσα». Όχι «η γενναία γυναίκα» αλλά ο άνθρωπος που ξέρει διαφορά ανάμεσα στην αληθινή γεύση και το φτηνό ζυμαρικό. Ο άνθρωπος που τρώει μόνος σε ήσυχο δωμάτιο, και του αρκεί. Τρία χρόνια έλειπε τώρα επέστρεψε.
Ήπιε καφέ σε μικρές γουλιές. Έξω η Αθήνα ζούσε.
Λοιπόν, είπε χαμηλόφωνα, γεια σου.
Γέμισε δεύτερη φορά.
Δεν ήξερε τι θα γίνει αύριο, πού θα μείνει. Ούτε αν θα μιλήσει στον Βασίλη, αν θα βρει μηλιές και πασχαλιές. Ούτε αν τα αντέξει όλα αυτά που έρχονται.
Αλλά εκείνη τη στιγμή, στο μικρό δωμάτιο, με το άδειο κουτί στρειδιών και το φλυτζάνι καφέ, ήξερε ότι αυτό ήταν αρκετό: ήταν εκείνη, η γεύση της, η επιλογή της, το βράδυ της.
Έφαγε την τελευταία μπουκιά τυρί, κοίταξε τα φώτα.
Ένας φανοστάτης άναψε έξω, και μετά άλλος, και μετά σειρά ολόκληρη. Σαν κάποιος βρήκε το σωστό διακόπτη.
Η Νίκη κοιτούσε και μάσησε ψωμί με τυρί. Δεν έλεγε λέξη. Απλά ήταν εκεί.
Αυτό, για την ώρα, αρκούσε.
***
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πριν το ξυπνητήρι. Άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε τον ξένο λευκό ταβάνι με το μικρό στίγμα τόσο ξένο που ίσως να είναι, τελικά, καλύτερος.
Σηκώθηκε, πλύθηκε, χτένισε μαλλιά, κοίταξε γρήγορα τον καθρέφτη εξαντλημένη φάτσα, πιο κοφτερή απ ό,τι συνήθιζε, με σκιές κάτω από τα μάτια, αλλά με κάτι άλλο πάνω της. Ή έτσι ήθελε να πιστεύει.
Δεν στάθηκε να αναλύσει.
Ντύθηκε, πήρε τη βαλίτσα, βγήκε στο μικρό καφέ του ξενοδοχείου παρήγγειλε αυγά μάτια, τοστ, καφέ κανονικό.
Ο καφές ήρθε σε μικρό γυάλινο ποτήρι. Τον κράτησε με τα δυο της χέρια.
Δίπλα της, άλλη κυρία μεγάλης ηλικίας, διάβαζε ένα βιβλίο. Μόνο.
«Οι γυναίκες που διαβάζουν μόνες στο πρωινό δεν δείχνουν μόνες δείχνουν απορροφημένες από τον εαυτό τους», σκέφτηκε η Νίκη.
Της έφεραν τα αυγά, τα έφαγε ήρεμα με τοστ.
Έγραψε στη Βαλεντίνη: «Να ρθω σήμερα; Έχω να στα πω όλα.»
Άμεση απάντηση: «Να ρθεις, βέβαια! Βάζω τσάι.»
Τελείωσε τον καφέ και βγήκε έξω.
Μάρτης αρχή ανοίξεως, αλλά στο αθηναϊκό πρωινό πια, κάτι άλλαζε στη μυρωδιά του αέρα, σαν να κουνιόταν η γη κάτω από την άσφαλτο.
Η Νίκη στάθηκε για λίγο. Μετά σήκωσε γιακαδάκι, πήγε προς τη στάση.
Περπάτησε χωρίς να σκέφτεται κάτι ιδιαίτερο. Τα πόδια γερά, το κεφάλι ήσυχο.
Δίπλα, μια γυναίκα με καροτσάκι, ένα κοράκι επάνω σε δέντρο να παρατηρεί αυστηρά.
Τι θα πεις; σιγοψιθύρισε στη καρακάξα.
Το κοράκι πέταξε παρακάτω, με τις δικές του δουλειές.
Η Νίκη μειδίασε ελάχιστα.
Ανέβηκε το λεωφορείο, διάλεξε παράθυρο.
Εκεί τρέχαν τα κτίρια, μαγαζιά, δέντρα γυμνά, πινακίδες. Η Νίκη σκεφτόταν τρία χρόνια απασχολημένη, δεν κοίταζε ποτέ έξω: μονίμως σκέψεις, αριθμητική, στιβάδα φόβου και προγραμμάτων.
Τώρα, όμως, η πόλη λειτουργούσε. Χωρίς αυτήν.
Τίποτα. Θα το ξαναβρεί το ρυθμό.
Στο φανάρι, διπλανή γυναίκα οδηγός τραγουδούσε ακομπλεξάριστα. Πράσινο. Έφυγε.
Η Νίκη ακούμπησε στην πλάτη. Το κινητό άπραγο και σιγανό. Ο Βασίλης λογικά δεν είχε καταλάβει τίποτα ακόμα.
Εκείνη είχε τη δική της πορεία.
Πήγαινε στη Βαλεντίνη τσάι, κουβέντα. Μετά, άλλη μέρα, κι άλλη. Δύσκολα όλα, αλλά χωρίς αυτή τη βαριά ψευδαίσθηση του έτοιμου ευτυχίας.
Αλλά θα υπάρχει καφές που μοσχοβολά μύρτιλο, στρείδι που θυμίζει θάλασσα, κι ένας καθρέπτης που θα καθρεφτίζει την πραγματική Νίκη.
Λίγο, αλλά διόλου αμελητέο.
Οδήγηση, ζωή, ελπίδα. Κάπου θα βρει μηλιές και πασχαλιές όταν και όπως πρέπει. Όχι επειδή της τα έταξαν, αλλά γιατί θα τα βρει μόνη της.
Ώσπου να έρθει εκείνη η μέρα, της αρκεί αυτό: η διαδρομή, το παράθυρο, και ο αέρας που μυρίζει υποψία άνοιξης.
Αυτό, όσο κι αν φαίνεται λίγο δεν είναι καθόλου λίγο.




