Κρυμμένο Απόθεμα
Πάλι φόρεσες εκείνη τη μπλούζα; η φωνή της Καλλιόπης Ανδριανάκη αντηχούσε σαν να μιλούσε για κάτι ξεχασμένο κάτω από καναπέ. Ειρήνη, σε παρακαλώ. Σήμερα έρχονται οι Καραγεωργίου. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;
Η Ειρήνη στεκόταν μπροστά στην κουζίνα, ανακατεύοντας τη σούπα με μια κυκλική, αργή κίνηση, σαν τα χέρια της να ήξεραν πώς να είναι ήρεμα όταν μέσα της στριμώχνονταν όλα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ούτε και η τελευταία, αυτό το ήξερε πια.
Καταλαβαίνω, κυρία Καλλιόπη, απάντησε, χωρίς να γυρίσει.
Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Οι Καραγεωργίου είναι συνεργάτες του Νικόλαου. Πολύ σοβαροί άνθρωποι. Κι εσύ μοιάζεις… η παύση ήταν μικρή, αλλά αιχμηρή σαν να ήρθες να μαζέψεις ελιές στο χωριό.
Η Ειρήνη άφησε το κουτάλι στο πιάτο. Γύρισε. Η πεθερά της στεκόταν στο άνοιγμα της κουζίνας, ντυμένη με μεταξωτή ρόμπα, κρατώντας φλιτζάνι καφέ, κοιτώντας τη μ εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν απορημένη έκφραση απογοήτευση. Ήταν σαν κάθε φορά να επιβεβαίωνε ξανά το λάθος επιλογής του γιού της.
Θα αλλάξω πριν το τραπέζι, είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη.
Είναι το λιγότερο, ψιθύρισε η Καλλιόπη και έφυγε, χωρίς άλλη κουβέντα.
Η Ειρήνη έπιασε ξανά το κουτάλι. Η σούπα έβραζε απαλά· μύριζε δάφνη και καρότο. Έξω, στον κήπο της βίλας, το γκαζόν ήταν πεντακάθαρο και ποτισμένο με αυτόματα ραντιστήρια. Κοιτούσε το γκαζόν και σκεφτόταν πως το βράδυ έπρεπε να τελειώσει το υπόμνημα για πελάτη από τη Θεσσαλονίκη· οι προθεσμίες την έτρεχαν.
Κανείς εδώ δεν ήξερε για το υπόμνημα. Κανείς δεν ήξερε για τον πελάτη της στη Θεσσαλονίκη. Ή μάλλον, κανείς εδώ δεν ήξερε τίποτα για εκείνη.
Ονομαζόταν Ειρήνη Ζαφειράτου, παντρεμένη πλέον Τσαλίκη. Είκοσι πέντε χρονών. Γεννημένη σε μια μικρή πόλη, την Ελευσίνα, δίπλα στη θάλασσα, περίπου μία ώρα από την Αθήνα. Ο πατέρας της συνταξιούχος φιλόλογος. Η μητέρα της λογίστρια στο δημόσιο νοσοκομείο. Μια γκαρσονιέρα, ένας μικρός κήπος με ντομάτες, γάτος ο Μανώλης, και η ακλόνητη πεποίθηση των γονιών της πως «άμα είσαι έξυπνη, πρέπει να μορφωθείς».
Η Ειρήνη το πήρε στα σοβαρά. Άριστη στο σχολείο, μετά πτυχίο με άριστα στη Νομική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κι άλλα δύο χρόνια σεμινάρια στο χρηματοοικονομικό δίκαιο, μετά πρακτική σε γνωστό γραφείο στην Κηφισιά, έπειτα δικούς της πελάτες. Ένας-ένας στην αρχή. Έπειτα δέκα, μετά δεν τας μετρούσε καν.
Στα είκοσί τέσσερά της είχε φτιάξει αρκετά ώστε να βοηθά τους γονείς της, ενώ κατάθετε και στην άκρη. Εργαζόταν από απόσταση. Δεν υπήρχαν γραφεία ούτε ταμπέλες. Μόνο ένα λάπτοπ, τηλέφωνο, μυαλό και το ταλέντο να μην μιλάει πολύ.
Τον Άγγελο Τσαλίκη τον γνώρισε τυχαία, σ ένα πάρτι γιορτής φίλου. Ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος· τόσο όμορφος που δυσκολευόταν να τον κοιτάξει· και όμως, απλός, χωρίς πόζα και αθηναϊκή ειρωνεία. Μιλούσε για βουνά, για ποδήλατο, γελούσε με την καρδιά του. Δεν ήξερε τότε ποιος ήταν. Το έμαθε αργότερα, όταν ήταν αδύνατο πια να το αγνοήσει.
Οι Τσαλίκηδες σήμαιναν «Τσαλίκης Group» βιομηχανικά συγκροτήματα, «Tsalikis Logistics», κι άλλες ακόμα εταιρίες. Κορυφαίος ο Νικόλαος Τσαλίκης τρανταχτός άνδρας, πάντα σαν να σταθμίζει τους γύρω του. Η γυναίκα του, Καλλιόπη, είχε αναλάβει το κοινωνικό πρόσωπο, τη φιλανθρωπία, κι ήταν φύλακας της οικογένειας. Αυτό απαιτούσε κανόνες.
Η Ειρήνη δεν ταίριαζε στους «κανόνες». Ο Άγγελος της έκανε πρόταση μετά από εννιά μήνες, Μάρτη μήνα με κρύο ακόμη στο Σαρωνικό. Είπε ναι και το εννοούσε, γιατί τον αγαπούσε. Αγαπούσε την αμεσότητά του, πως ήξερε να ακούει, να σιωπά. Για την οικογένεια του σκεφτόταν: θα τα καταφέρω. Πάντα τα κατάφερνε.
Ο γάμος έγινε τον Ιούνιο. Μικρός, με κριτήριο Τσαλίκηδων 120 άτομα. Οι γονείς της ήρθαν από την Ελευσίνα με τα ρούχα να τους στενεύουν και με βλέμμα λίγο απορημένο. Η μαμά της έκανε κουράγιο· ο μπαμπάς δεν ήπιε πολύ και χαμογελούσε συνεχώς. Η Καλλιόπη τους χαιρέτισε μια φορά, στην αρχή, και μετά όχι άλλο.
Μετά το γάμο, η Ειρήνη μετακόμισε στη βίλα επί της Λεωφόρου Εκάλης. Ο Άγγελος της το εξήγησε απλά: μέχρι να φτιάξουν δικό τους σπίτι, είχε νόημα να μείνουν εκεί. Άνεση, προσωπικό, καμία έγνοια για οτιδήποτε άλλο. Εκείνη συμφώνησε. Πίστευε, ακόμα, πως ήταν προσωρινό.
Πέρασαν οκτώ μήνες. Δικό τους σπίτι δεν αναφέρθηκε ούτε ως λέξη.
Η βίλα μεγάλη, θεατρική με κολώνες και πλατιές σκάλες. Στο ισόγειο τα σαλόνια, το γραφείο του Νικόλαου. Πάνω, τα υπνοδωμάτια. Η Ειρήνη και ο Άγγελος είχαν τη δική τους πτέρυγα, μα τα τείχη τέτοιων σπιτιών σε άφηναν πάντα με την αίσθηση ξένου. Ειδικά όταν η κυρά στρέφει επάνω σου εκείνο το βλέμμα με το φλιτζάνι και τη ρόμπα από μετάξι.
Εκτός από τον Άγγελο, υπήρχαν ακόμα δύο παιδιά. Ο μεγαλύτερος αδερφός, Οδυσσέας, 30 ετών, εργαζόταν στης οικογένειας και διέμενε με τη γυναίκα και το παιδί του ερχόταν μόνο Κυριακές. Και η μικρότερη, Νεφέλη, 22 ετών φοιτήτρια, ζούσε στη βίλα κι έβλεπε την Ειρήνη όπως ακριβώς και η μητέρα της, μόνο χωρίς διακριτικότητα ορθάνοιχτα.
Επίτηδες ντύνεται έτσι, είχε πει μια φορά η Νεφέλη στο τραπέζι, νομίζοντας πως η Ειρήνη την είχε αφήσει, για να δείχνει ταπεινή. Προβοκατόρικα επαρχιώτικο στυλ.
Η Ειρήνη, στο διάδρομο με δίσκο στα χέρια, τα άκουσε καθαρά.
Μπήκε στην τραπεζαρία, άφησε το δίσκο, κάθισε στη θέση της. Ο Άγγελος έτρωγε σούπα, με τα μάτια κάτω.
Έτσι περνούσαν οι μέρες. Κάθε μέρα. Παρατηρήσεις για τη μπλούζα, τη φωνή, πώς έτρωγε, πώς κρατούσε το πιρούνι. Μια φορά η Καλλιόπη είπε σε φίλους: «Ο Άγγελός μας πάντα ήτανε καλόψυχος έτσι μάζεψε ένα κορίτσι απ το χωριό». Το είπε χωρίς κακία, σχεδόν τρυφερά και αυτό πλήγωνε πιο πολύ.
Ο Άγγελος σωπαίος.
Η Ειρήνη σκέφτηκε τότε ίσως δεν άκουσε. Μετά κατάλαβε: άκουσε, δεν ήξερε τι να πει. Ή ίσως, δεν ήθελε να βρει λόγια.
Καλός ήταν, στ αλήθεια. Όμως η καλοσύνη του ήταν… οριζόντια. Απλωνόταν παντού, δεν κάλυπτε, δεν προστάτευε. Αν η Ειρήνη άνοιγε συζήτηση για τις σχέσεις της με την οικογένειά του, την άκουγε, έγνεφε έπειτα «έτσι είναι η μάνα μου. Δεν είναι κακιά, δεν τη ξέρεις». Κι αυτό αλήθεια: η Καλλιόπη δεν ήταν κακιά. Είχε στήσει γύρω της έναν κόσμο, κι η είσοδος της Ειρήνης ήταν γι αυτήν ένα αγκάθι. Λιγοστό, μα έντονο.
Η Ειρήνη το ήξερε με το νου. Ο πόνος δεν άλλαζε.
Κρατούσε τη δουλειά της μυστική. Όχι από φόβο απλή λογική. Αν μάθαιναν πως κερδίζει ως δικηγόρος, θα άρχιζαν ερωτήσεις· οι ερωτήσεις θα έφερναν κουβέντες, οι κουβέντες αλλαγή στάσης. Και η Ειρήνη επέλεγε να τους βλέπει όπως είναι, όταν νομίζουν πως απέναντί τους είναι ένα ήσυχο επαρχιωτόπουλο.
Κάθε πρωί, ενώ στο σπίτι έτρωγαν πρωινό και συζητούσαν, η Ειρήνη τρύπωνε στο «δοκιμαστήριο» της στον πάνω όροφο ένα μικρό δωμάτιο που κανείς δεν έμπαινε, άνοιγε το λάπτοπ και δούλευε τρεις-τέσσερις ώρες, μίνιμουμ. Πελάτες είχε παντού από Θεσσαλονίκη ως Πάτρα. Οικονομικές διαφορές, φορολογικά, διενέξεις. Ήταν καλή. Την πρότειναν, επέστρεφαν.
Τα χρήματα πήγαιναν σε λογαριασμό, ανοιγμένο προ γάμου, στην «Ελληνική Συνεταιριστική». Ο Άγγελος ήξερε τη ύπαρξη λογαριασμού αλλά όχι λεπτομέρειες.
Το φθινόπωρο, μετά οκτώ μήνες στη βίλα, όλα ανατράπηκαν.
Ένα πρωί Πέμπτης, πριν καλά προλάβει να ανοίξει λάπτοπ, ακούστηκε θόρυβος από κάτω. Όχι τα συνηθισμένα· άγνωστες φωνές. Βγήκε στο διάδρομο. Η Καλλιόπη στάθηκε στη σκάλα, με τα χέρια πιεσμένα στο στήθος, τα μάτια ανοιχτά διάπλατα.
Τι συμβαίνει; ρώτησε η Ειρήνη.
Καμία απάντηση. Έμοιαζε σα να μην άκουγε.
Στο ισόγειο, άνδρες με πολιτικά μιλούσανε με τον Νικόλαο. Στάθηκε όρθιος, αλλά κάτι στη στάση του είχε αλλάξει. Κρατούσε έγγραφο, το διάβαζε αργά, σαν οι λέξεις να μην είχαν νόημα.
Ο Άγγελος βγήκε από το υπνοδωμάτιο, πέρασε μπροστά από την Ειρήνη, κατέβηκε. Εκείνη άκουσε ψιθυριστές ερωτήσεις· ο Νικόλαος απάντησε σύντομα. Μετά οι άνδρες είπαν κάτι κι ο Νικόλαος έβαλε το παντελόνι του, χαμηλά, χωρίς να βγει απ το χωλ.
Η Ειρήνη πλησίασε. Πήρε το έγγραφο από έναν υπάλληλο δίχως να το ζητήσει, απλώς σίγουρα, σαν να το δικαιούνταν. Ώσπου να καταλάβει ο άλλος τι έγινε, είχε ήδη διαβάσει την πρώτη σελίδα.
Διάταξη σύλληψης. Κατηγορία απάτη σε ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, φοροδιαφυγή. Υπογεγραμμένη από την Ανακρίτρια Χαλανδρίου, χθεσινής ημερομηνίας.
Δώστε εδώ, ψιθύρισε ο υπάλληλος και τράβηξε το χαρτί.
Η Ειρήνη έγνεψε κι έκανε πίσω.
Τον Νικόλαο τον πήραν στις 7.40. Στις 10 έγινε γνωστό πως οι λογαριασμοί της «Tsalikis Logistics» είχαν παγώσει με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το μεσημέρι τηλεφώνησε ο Οδυσσέας και η φωνή του, ακούγοντας από το ανοιχτό κινητό στο σαλόνι, φώναζε πως ήταν σκευωρία, πως παγίδευσαν τον πατέρα, χρειάζεται δικηγόρος.
Χρειάζεται δικηγόρος, επανέλαβε μηχανικά η Καλλιόπη, κοιτώντας στο άπειρο, σαν να έψαχνε οδηγίες για το πώς λειτουργούν οι τοίχοι.
Η Ειρήνη καθόταν σε μια πολυθρόνα. Η Νεφέλη έκλαιγε στον καναπέ. Ο Άγγελος στη μέση δωματίου, με το κινητό στα χέρια, χωρίς ξέρει ποιον να πάρει.
Δεν θέλεις απλώς δικηγόρο, είπε η Ειρήνη.
Όλοι την κοίταξαν. Ακόμη και η Νεφέλη σταμάτησε.
Τι; ρώτησε η Καλλιόπη.
Θέλεις κάποιον που να γνωρίζει και ποινικό και οικονομικό δίκαιο. Ο συνηθισμένος δεν θα καταλάβει τη λογιστική αλυσίδα. Ο καθαρός οικονομολόγος πάλι δεν θα ξέρει με την ανάκριση. Χρειάζεται άνθρωπος που αντιλαμβάνεται και τα δύο.
Θα τον βρούμε, είπε ο Άγγελος.
Ή μπορώ να βοηθήσω, πρόσθεσε η Ειρήνη.
Μεγάλη παύση.
Εσύ; η Νεφέλη ξέχασε να κλαίει. Μα εσύ… δε κάνεις τίποτα!
Η Ειρήνη την κοίταξε ήρεμα.
Είμαι δικηγόρος, ειδικεύομαι στο χρηματοοικονομικό και εταιρικό δίκαιο. Δουλεύω τρία χρόνια τηλεργασία. Έχω δει υποθέσεις σαν κι αυτή.
Η σιωπή άλλαξε. Δεν ήταν απορία ήταν ζύγισμα. Ο Άγγελος καρφωμένος στα μάτια της, με μια ερώτηση που δεν ήξερε πώς να τη φτιάξει.
Γιατί δεν…; άρχισε.
Το είπα; εκείνη σήκωσε ώμους. Γιατί κανείς δεν ρώτησε.
Δεν ήταν όλη η αλήθεια. Η αλήθεια ήταν πιο μπερδεμένη. Αλλά δεν ήταν ώρα.
Η Καλλιόπη ακούμπησε τη κούπα με ήχο που έμοιαζε με απόφαση.
Εντάξει, είπε λακωνικά. Τι χρειάζεσαι;
Η Ειρήνη σηκώθηκε.
Πλήρη πρόσβαση σε όλη τη λογιστική κίνηση τα τελευταία τρία χρόνια. Τα συμβόλαια, τις τραπεζικές, τις δηλώσεις. Επίσης, σήμερα κιόλας μιλάω με τη λογίστρια.
Αυτά όλα… δίστασε η Καλλιόπη είναι σοβαρά χαρτιά…
Το ξέρω το γι αυτό τα θέλω.
Ο Άγγελος προχώρησε ένα βήμα.
Μαμά. Δώσ της ό,τι ζητήσει.
Η Καλλιόπη κοίταξε γιο, ύστερα την Ειρήνη, σα να τη βλέπει πρώτη φορά όσον αφορά την αξία της.
Εντάξει.
Η λογίστρια του ομίλου, Θεανώ Κεχαγιά, γυναίκα πενηντάρα με κόκκινα από την αϋπνία μάτια, ήρθε στις δύο. Μπήκε με την Ειρήνη στο γραφείο του Νικόλαου, απλώσανε χαρτιά για τέσσερις ώρες χωρίς κανείς να μπει αναπάντεχο μόλις χθες δεν της επέτρεπαν όχι ν αλλάξει το μενού.
Η Θεανώ ήταν επιφυλακτική. Μα μετά τις πρώτες ερωτήσεις, με ακρίβεια και ουσία, χαλάρωσε. Οι ειδικοί μεταξύ τους το καταλαβαίνουν αυτό.
Εδώ, έδειξε η Θεανώ σε μια κατάσταση, είναι οι συναλλαγές Ιουλίου-Αυγούστου. Δεν καταλάβαινα από πού και προς πού. Μου είπαν ενδοομιλική κίνηση, τα πέρασα.
Υπογραφή σε εντολές ποιανού; ρώτησε η Ειρήνη.
Δική του του Διευθυντή. Ή, έτσι φαινόταν. Δεν έκανα ταυτοποίηση γραφής. Γιατί να ελέγξω τον διευθυντή;
Γιατί όχι. Το θέμα είναι να δούμε αν όντως είναι δική του.
Η Θεανώ την κοίταξε βαθιά.
Υποψιάζεστε…;
Δεν υποψιάζομαι τίποτα ακόμη. Μαζεύω στοιχεία.
Το βράδυ η εικόνα διαγραφόταν θολή αλλά αρκετή. Συναλλαγές Ιουλίου και Αυγούστου περνούσαν μέσω εταιρίας-σφουγγαριού «TechnoVector Trade», σε ανοικτό τον Απρίλη. Ιδρυτής: ένας Μανώλης Δαμιανός. Πουθενά αλλού δεν εμφανιζόταν το όνομα, αλλά το σχήμα γνώριμο. Η Ειρήνη το είχε δει ξανά: ξεπλυμένο μέσω ημερήσιας. Κάποιος την άνοιξε μονάχα για να τη χρησιμοποίησε, έστειλε χρήμα, την έκλεισε. Τα χαρτιά άριστα, όλα να δείχνουν πως ήταν πρωτοβουλία Νικόλαου.
Η ερώτηση ήταν: ποιος.
Το βράδυ, στη σιωπηλή τραπεζαρία, τους εξήγησε.
Λογικά, ο Νικόλαος δεν υπέγραψε ο ίδιος. Ή υπέγραψε, δίχως να ξέρει τι υπογράφει. Πρέπει ανάλυση υπογραφής, και να βρεθεί ο πραγματικός διαχειριστής της TechnoVector.
Και απόδειξη; ρώτησε ο Οδυσσέας, που ήρθε εφτά η ώρα κι έκατσε επικεφαλής, φανερά ταραγμένος.
Θα τη βρούμε αν εξετάσουμε τη φορολογική ιστορία, την κίνηση τραπεζών του Δαμιανού και τη χρήση πιστοποιητικού ηλεκτρονικής υπογραφής στον υπολογιστή του διευθυντή.
Ηλεκτρονική υπογραφή; συνοφρυώθηκε ο Οδυσσέας.
Ναι. Μπορούμε να δούμε τα logs. Χρειάζομαι τον admin.
Είναι ο Φώτης, είπε ο Άγγελος.
Φέρε τον αύριο πρωί.
Ο Άγγελος έγνεψε. Ύστερα την κοίταξε. Στο βλέμμα του υπήρχε κάτι· ούτε συγγνώμη, ούτε θαυμασμός· πιο πολύ ένα αργοπορημένο τώρα σε βλέπω.
Η Καλλιόπη σ όλο το δείπνο δεν μίλησε άλλο παρά μια φορά, χαμηλόφωνα στην κόρη της:
Είναι έξυπνη, αυτή.
Δεν ήταν φιλοφρόνηση. Περισσότερο αλλαγή θέσης.
Τις επόμενες δύο εβδομάδες, η Ειρήνη δούλεψε όπως πάντα αθόρυβα, σχολαστικά. Πρωί διαπραγματεύσεις, μεσημέρι έγγραφα, βράδυ ανάλυση. Επικοινώνησε με δυο συναδέλφους: τον Πέτρο Κωνσταντινίδη από Πάτρα, και τη Χριστίνα Μουντάκη, γνωστή της από την πρακτική. Τους εξήγησε τα απαραίτητα συμφώνησαν αμέσως να βοηθήσουν.
Περίεργο, είπε η Χριστίνα στο τηλέφωνο, Τσαλίκηδες; Είναι όντως οι Tsalikis Logistics;
Αυτοί.
Μένεις εκεί μέσα;
Μέσα.
Θα μου τα πεις όλα μετά;
Μετά.
Ο admin Φώτης, φοιτητής του ΕΜΠ με λίγολα μαλλιά, παρέδωσε τα logs του Ιουλίου-Αυγούστου. Η Ειρήνη τα εξέτασε μαζί με τον Πέτρο μέσω βιντεοκλήσης. Διαπίστωσαν: Όλες οι εντολές με τις επίμαχες συναλλαγές έγιναν μια μέρα που ο Νικόλαος, σύμφωνα με το πρόγραμμα, έλειπε από την Αθήνα.
Δηλαδή κάποιος υπέγραψε αντί του, είπε ο Πέτρος.
Ναι. Και είχε φυσική πρόσβαση στο pc.
Ποιος την είχε;
Θα κοιτάξουμε την καταγραφή εισόδου με κάρτες.
Θα το ψάξω, είπε ο Φώτης.
Τα στοιχεία έδειξαν δύο άτομα. Μια καθαρίστρια στις 8 το πρωί· κι έπειτα, ο Γρηγόρης Λανίτης, αναπληρωτής οικονομικός διευθυντής, στις 11.40. Τα εντάλματα στάλθηκαν 11.48.
Λανίτης, ψιθύρισε η Ειρήνη.
Ο Φώτης, σαν να ξετυλιγόταν μέσα του κόμπος, έγνεψε.
Πέντε χρόνια δουλεύει. Ο Νικόλαος τον εμπιστευόταν.
Το καταλαβαίνω, η Ειρήνη τού είπε.
Τώρα απαιτούσε προσοχή. Με απλή καταγγελία δεν γίνονταν όλα. Ήθελε αδιάσειστα στοιχεία. Με τον Πέτρο κατέθεσαν αίτημα στην εφορία για στοιχεία της TechnoVector. Παράλληλα η Χριστίνα ζήτησε γραφολογική εξέταση στις εντολές.
Η ανάλυση κράτησε μία εβδομάδα· το αποτέλεσμα: Δύο από τις τέσσερις βασικές υπογραφές, με πιθανότητα νόθου άνω του 60%.
Είναι κάτι, σχολίασε η Χριστίνα. Ο ανακριτής θα ρωτήσει λεπτομέρειες. Χρειάζεται μάρτυρας ή ηλεκτρονικά ίχνη μεταφοράς.
Τα λεφτά πήγαν στον Δαμιανό. Μα Δαμιανός ποιος;
Επίσημα δεν φαίνεται. Θέλει άδεια.
Θα το κάνουμε.
Ενώ προχωρούσε η δουλειά, η ζωή στην έπαυλη κυλούσε μουδιασμένα. Ο Νικόλαος βρέθηκε με κατ οίκον περιορισμό τον έβγαλαν μετά από πενθήμερο, δίνοντας εγγύηση ο Οδυσσέας περνούσε τις μέρες στο γραφείο. Η Καλλιόπη με σφιγμένα χείλη βόλταρε στους διαδρόμους. Η Νεφέλη παράτησε το πανεπιστήμιο· δεν μπορούσε, έλεγε, να συγκεντρωθεί.
Η Ειρήνη πλέον με τον Άγγελο δεν μιλούσαν συχνά. Άλλαξε κάτι στο μεταξύ τους σαν να πύκνωσε ο αέρας, σαν να συσκότισε το φως μεταξύ τους.
Ένα βράδυ μπήκε στην «γκαρνταρόμπα».
Τόσο καιρό δούλευες; τη ρώτησε.
Ναι.
Τρία χρόνια;
Τρία.
Κάθισε δίπλα στον τοίχο, σιωπηλός.
Δεν το φαντάστηκα ποτέ.
Δεν είπα.
Γιατί;
Έκλεισε το λάπτοπ, τον κοίταξε.
Θυμάσαι τον Σεπτέμβρη τι είπε η μάνα σου στους Καραγεωργίου;
Το θυμόταν. Το κατάλαβε απ το βλέμμα.
Δεν μπορούσα… ξεκίνησε.
Μπορούσες. Δεν ήθελες.
Δεν απάντησε. Έμεινε λίγο ακόμη, έφυγε.
Στη δέκατη τέταρτη μέρα προστέθηκε κάτι δομικό. Ο Πέτρος, με δικηγόρο, εξασφάλισε πως ο Μανώλης Δαμιανός, ιδρυτής της TechnoVector, ήταν ξάδερφος του Λανίτη. Ουδέποτε συνεργάστηκαν επίσημα, αλλά υπήρχαν τηλεφωνικές συνομιλίες τους λίγο πριν στηθεί το σχήμα.
Και δες εδώ, είπε η Χριστίνα, ο Δαμιανός πήρε διαμέρισμα με μέρος των χρημάτων. Τον Οκτώβρη ο Λανίτης άνοιξε νέο λογαριασμό, έλαβε τρεις καταθέσεις από φυσικό πρόσωπο με το ίδιο όνομα.
Μπορεί δικηγόρος να ζητήσει διαφάνεια;
Κατέθεσε αίτημα ήδη.
Πέρασαν τέσσερις μέρες. Η απόφαση: αποδέχτηκαν το αίτημα. Τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον Λανίτη από τον Δαμιανό.
Η σκευή ολοκληρώθηκε. Ο Λανίτης έφτιαξε εικονικές εντολές, αξιοποιώντας τον υπολογιστή του διευθυντή. Τα χρήματα πέρασαν στη TechnoVector, μέρος ξανά στον ίδιο. Ο Νικόλαος δεν υπέγραψε. Ίσως καν δεν γνώριζε για τις εντολές.
Η Ειρήνη συνέταξε αναλυτικό πορισματικό υπόμνημα, είκοσι τρεις σελίδες. Το έδωσε στη Χριστίνα· πέρασε στον δικηγόρο του Νικόλαου.
Ο Κλεομένης Καλλέργης, συνταξιούχος αλλά εκλεκτός δικηγόρος, πήρε τηλέφωνο.
Εξαιρετική ανάλυση, είπε. Δεν το περίμενα τέτοια ποιότητα, μπράβο σας.
Ευχαριστώ.
Είχατε βοήθεια;
Την Κωνσταντινίδη και τη Μουντάκη.
Την Μουντάκη ξέρω. Καταθέτω τη Δευτέρα.
Έτσι έγινε. Αίτημα μεταβολής της προφυλάκισης και ποινικής δίωξης στο Λανίτη. Ο ανακριτής τον κάλεσε, κι ως την Παρασκευή συνελήφθη.
Δυο εβδομάδες μετά, ο Νικόλαος απαλλάχθηκε από τον περιορισμό. Η κατηγορία μπήκε σε νέα διερεύνηση: οι λογαριασμοί μερικώς ξεπάγωσαν. Η υπόθεση παρέμενε, όχι όμως με το φόβο της αρχής.
Το βράδυ όλη η οικογένεια Τσαλίκη στο τραπέζι. Ο Νικόλαος ξανά μπροστά, μαζεμένος, αδυνατισμένος, μα στις θέσεις του. Η Καλλιόπη άνοιξε το καλό το κρασί· ο Οδυσσέας μονάχα σήκωσε το ποτήρι «στην οικογένεια». Η Νεφέλη ήπιε αμίλητη.
Ο Νικόλαος κοίταξε την Ειρήνη.
Έκανες ακατόρθωτα πράγματα, είπε.
Εφικτά, διόρθωσε ήρεμα εκείνη. Απλώς απαιτεί γνώση και χρόνο.
Δεν φαντάστηκα ότι ήσουν… σταμάτησε.
Δικηγόρος, του υπέδειξε.
Δικηγόρος.
Η Καλλιόπη σήκωσε το ποτήρι. Κάτι στο βλέμμα της άλλαξε· όχι θέρμη, μάλλον ένα τώρα σε βλέπω αλλιώς. Το βλέμμα του ανθρώπου που χρωστάει σε κάποιον που υποτίμησε.
Σου χρωστάμε, είπε.
Η Ειρήνη γέμισε το ποτήρι της. Το κρασί ήταν καλό.
Όμως το βράδυ, ξαπλωμένη δίπλα στον Άγγελο, ακούγοντας την αναπνοή του, σκεφτόταν όχι όσα έγιναν, αλλά τι συνέβαινε μέσα της πια. Κάτι άλλαξε μα όχι όπως νόμιζαν. Την έβλεπαν σαν κάτι χρήσιμο όχι σαν άνθρωπο που ζούσε μήνες δίχως σεβασμό ή στοιχειώδη ευγένεια.
Σκέφτηκε τη μαμά της, που έλεγε: «Ειρήνη, όλα μόνη σου τα καταφέρνεις, καλό είναι. Αλλά να θυμάσαι: έχεις δικαίωμα να σε φροντίσουν κι εσένα».
Η μαμά το εννοούσε αλλιώς· αλλά τώρα φαινόταν πιο βαρύ.
Την επόμενη, με τον Νικόλαο και τον Οδυσσέα σε δικηγόρο, τον Άγγελο στη δουλειά, η Καλλιόπη μπήκε πρώτη φορά στη γκαρνταρόμπα.
Σε ενοχλώ; ρώτησε.
Όχι.
Η πεθερά κάθισε στην πολυθρόνα του Άγγελου. Κοίταξε γύρω βιβλία νομικής, εκτυπώσεις, σημειωματάρια.
Πάντα εδώ δούλευες, είπε. Δεν ρωτούσε.
Πάντα.
Κι εγώ το έλεγα δοκιμαστήριο.
Δεν είχατε ιδέα.
Μεγάλη παύση.
Ειρήνη, θέλω να ξέρεις… ό,τι έκανες…
Καλλιόπη, μπορώ να σας πω κάτι;
Έγνεψε, εκείνη, σφιχτά.
Χαίρομαι που βοήθησα. Αλλά να ξέρετε δεν αλλάζει ό,τι προηγήθηκε.
Τι εννοείς;
Όσα ειπώθηκαν για μένα μπροστά σε άλλους. Ότι με λέγατε κορίτσι της επαρχίας. Όσα έλεγε η Νεφέλη, κι εσείς τα ακούγατε. Αυτά μετράνε, οκτώ μήνες…
Η Καλλιόπη δεν έστρεψε το βλέμμα. Μόνο γι αυτό η Ειρήνη την εκτίμησε.
Το καταλαβαίνω, είπε αχνά.
Καλό.
Δεν σκέφτηκα καν πόσα πονάει. Νόμιζα απλώς ότι… δεν ταίριαζες στον Άγγελο. Στη θέση μας. Σκεφτόμουν την εικόνα.
Το καταλαβαίνω. Γι αυτό σιώπησα για τη δουλειά μου. Ήθελα να δω πώς συμπεριφέρεστε σε έναν άνθρωπο που δεν ξέρετε. Τώρα ξέρω.
Η Καλλιόπη σηκώθηκε, στάθηκε πλάι στην πόρτα.
Θα φύγεις, δεν ήταν ερώτηση.
Το σκέφτομαι, απάντησε η Ειρήνη.
Έφυγε. Η Ειρήνη κοίταξε έξω το γκαζόν βρεγμένο, ίσιο, τα ραντιστήρια ζωγράφιζαν γυαλιστερές γραμμές στον αέρα.
Το σκεφτόταν μέρες. Τη νύχτα, ανάμεσα σε κλήσεις, σιδερώνοντας πουκάμισα του Άγγελου συνήθεια που κανείς δεν ζήτησε, μα ρίζωσε. Δεν ήταν θέμα χρημάτων ή πού να πάει. Με αυτά τα είχε δικά της. Σκεφτόταν άλλα.
Αγαπούσε τον Άγγελο. Δεν έφυγε η αγάπη. Αλλά κατάλαβε πρώτα-πρώτα πως αγάπη δεν φτάνει όταν ζεις δίπλα σε κάποιον που διαρκώς διαλέγει σιωπή αντί για σένα όχι από κακία, μα επειδή θεωρεί οικογένεια ό,τι κι αν γίνει πρώτη προτεραιότητα. Αυτό ακόμα κι όταν αποκαλύφθηκαν όλα.
Θυμήθηκε παλιά τη φράση του Βαρλάμη, του καθηγητή στη Νομική: «Το πιο δύσκολο συμβόλαιο είναι αυτό που ο ένας ξέρει πως δεν θα τηρήσει τους όρους». Εννοούσε εταιρικά συμβόλαια. Η Ειρήνη σκεφτόταν πως ισχύει και στις σχέσεις.
Και στον γάμο υπάρχουν άτυπα συμβόλαια. Άλλα περιμένει κι ο ένας, άλλα δίνει ο άλλος, ενώ ο δεύτερος σιωπά, τραβάει το φορτίο μόνος επειδή έμαθε έτσι.
Η κουβέντα με τον Άγγελο έγινε βράδυ Παρασκευής. Τυχαία μπήκε χωρίς να χτυπήσει.
Η μαμά είπε πως σκέφτεσαι να φύγεις, είπε.
Η Ειρήνη έσπρωξε το μολύβι.
Το σκέφτομαι.
Έμεινε όρθιος.
Εξαιτίας μου;
Εξαιτίας μας. Είναι άλλο.
Πες μου.
Έμεινε σιωπηλή. Ύστερα είπε όχι όσα χρόνια σκεφτόταν, μα αυτά που τώρα ξεκαθάρισε στον εαυτό της:
Όταν μπροστά σε όλους σε αποκάλεσαν παιδί της επαρχίας, μίλησες;
Όχι. ψίθυρος.
Όταν η Νεφέλη είπε ότι ντύνομαι επίτηδες ταπεινά, αντέδρασες;
Όχι.
Όταν δεν με καλούσαν στις συζητήσεις, ενώ καθόμουν στην ίδια αίθουσα, το πρόσεξες;
Έγνεψε συγκαταβατικά.
Τότε, γιατί να εξηγώ;
Κάθισε στο περβάζι. Έξω σκοτάδι, στους κήπους φώτα θερμά.
Φοβόμουν να τους στεναχωρήσω, είπε χαμηλά.
Ξέρω.
Η μαμά όλη της τη ζωή
Άγγελε, σταμάτησε τον λόγο, δεν σε κατηγορώ. Απλώς κατάλαβα το σημαντικό: αν πάντα πρέπει να διαλέγεις μεταξύ του μην τους δυσαρεστήσω και στηρίζω εμένα, θα διαλέγεις εκείνους. Δεν είναι επίπληξη. Είναι ο τρόπος σου.
Μπορώ να αλλάξω, πρόβαλε.
Ίσως. Μα δεν θέλω να περιμένω. Δεν μπορώ, ούτε θέλω.
Πού θα πας;
Θα νοικιάσω σπίτι. Δουλειά έχω. Τίποτε δύσκολο.
Μόνη;
Ναι.
Το βλέμμα του κυλούσε ανάμεσα σε τύψεις και κάτι ασαφές. Δεν ήθελε να το αναλύσει. Δεν χρειαζόταν.
Διαζύγιο;
Θα καταθέσω σε ένα μήνα. Δεν βιάζομαι.
Έγνεψε. Μόλις ακουγόταν:
Σ αγαπώ.
Έμεινε να τον κοιτά για κάποια δευτερόλεπτα.
Το ξέρω.
Το Σάββατο πρωί, δυο βαλίτσες. Τα δικά της: ρούχα, βιβλία, λάπτοπ, μια κούπα που είχε φέρει απ την Ελευσίνα. Ό,τι άλλο είχε αγοράσει εκεί εκεί ανήκε.
Κατέβηκε στο χωλ. Εκεί η Καλλιόπη, μόνη. Οι υπόλοιποι δεν φαίνονταν· ίσως εκούσια.
Κοίταξε τις βαλίτσες. Μετά την ίδια.
Είσαι σίγουρη; ρώτησε.
Ναι.
Έγνεψε αργά.
Δεν θα σου πω δεν σε εκτιμήσαμε. Έχεις δίκιο: δεν σε εκτιμήσαμε. Ήμουν σίγουρη ότι τα πάντα πρέπει να χουν τη σειρά τους. Τη θέση τους.
Το καταλαβαίνω.
Δεν ταίριαξες στις εικόνες μου.
Το ξέρω.
Και τελικά ήσουν πολύ παραπάνω απ ό,τι φαντάστηκα.
Η σιωπή ήταν μεγάλη. Όχι αμήχανη απλά αληθινή.
Καλλιόπη, είπε η Ειρήνη, δεν φεύγω από θυμό. Φεύγω γιατί κατάλαβα: θέλω να μένω όπου δεν χρειάζεται να σωθώ πρώτα για να με δουν. Δεν είναι προτροπή σε εσάς. Είναι συμπέρασμα δικό μου.
Η Καλλιόπη την κοίταξε με την ψυχή της.
Καλή τύχη, Ειρήνη.
Επίσης.
Βγήκε έξω. Το ταξί περίμενε. Πρωινό φθινοπώρου, ψύχρα, μυρωδιά βρεγμένου χώματος και γης. Θύμισε Ελευσίνα, πατέρα με λαστιχένιες μπότες στον κήπο.
Έβαλε βαλίτσες, άνοιξε την πίσω πόρτα, γύρισε ξανά. Η βίλα στο πρωινό φως μεγαλοπρεπής, μεγάλος, με το γκαζόν και τα ραντιστήρια. Όμορφο σπίτι. Ξένο.
Κάθισε στο ταξί.
Πού πάμε; ρώτησε ο οδηγός.
Οδός Καραϊσκάκη, 7. Την είχε νοικιάσει δυο μέρες πριν. Μικρή γκαρσονιέρα τέταρτου, μπαλκόνι στην αυλή, σκάλα παλιά που έτριζε στην τρίτη βαθμίδα. Πρώτη φορά που μπήκε σκέφτηκε: αυτό μοιάζει δικό μου.
Το ταξί ξεκίνησε.
Γλίστρησε πίσω η βίλα, έπειτα πύλες, έπειτα δρόμοι με ψηλές μάντρες, μετά η παντελώς ευθεία λεωφόρος.
Το κινητό δόνησε. Μήνυμα από τον Πέτρο: «Η υπόθεση Tsalikis. Ο ανακριτής διώκει επίσημα Λανίτη. Τα κατάφερες!». Το έσβησε.
Τα κατάφερες. Ωραία λέξη.
Κοίταζε έξω, χωρίς ανησυχία ή πανηγυρισμούς, μονάχα περίμενε τι θα βρει στην Καραϊσκάκη. Άδειοι τοίχοι, ούτε κουρτίνα, ούτε πιάτο. Να αγοράσει μια νέα κούπα είχε πάρει τη βούλα από τη βίλα, μα υπήρχε και η πράσινη που αγαπούσε… άλλη φορά. Θα αγοράσει άλλη.
Είναι παράξενο πόσο εύκολο γίνεται να σκέφτεσαι για κούπες όταν πίσω σου άφησες οκτώ μήνες που άλλαξαν τα πάντα. Ίσως αυτό σημαίνει να παίρνεις σωστή απόφαση: ούτε κενό ούτε θρίαμβος απλώς το επόμενο βήμα. Κούπα. Κουρτίνες. Ένα τραπέζι κάτω από το παράθυρο για δουλειά.
Η δουλειά συνεχιζόταν ήδη. Χτες του έγραψε πελάτης από Πελοπόννησο για φορολογική υπόθεση. Ο Πέτρος της έστειλε νέα υπόθεση. Η Χριστίνα πρότεινε να ενώσουν πρακτικές όχι επίσημα· να δοκιμάσουν όμως. Η ζωή συνεχιζόταν.
Ο ταξιτζής άνοιξε το ραδιόφωνο. Τραγουδούσε μια γυναίκα, αργά, κάπου νοσταλγικά.
Το τηλέφωνο δόνησε ξανά. Άγγελος αυτή τη φορά.
Κοίταξε την οθόνη. Έμεινε έτσι. Το σήκωσε.
Ναι;
Πήρες δρόμο;
Είμαι στον περιφερειακό.
Ήθελα να πω… σταμάτησε Είχες δίκιο για όλα. Το ξέρω, το λέω αργά.
Ναι, αργά, απάντησε, ήρεμα, σα να διαπίστωνε απλώς κάτι.
Δεν θα γυρίσεις;
Κοίταξε έξω. Η λεωφόρος τραβούσε ίσια μπροστά, χρυσαφένια δέντρα δεξιά του δρόμου.
Όχι, Άγγελε.
Εντάξει… Να προσέχεις.
Κι εσύ.
Τερμάτισε, άφησε το κινητό στη σκέπη της.
Ο ταξιτζής σιωπηλός, το ράδιο απαλά, τα δέντρα γλιστρούσαν πίσω.
Η Ειρήνη σκεφτόταν πως τώρα στην Ελευσίνα θα μυρίζει φθινόπωρο, υγρή γη. Έπρεπε να καλέσει τη μητέρα της να της πει όλα καλά· βρήκε διαμέρισμα· δουλειά είχε· η ζωή προχωρά.
Η μαμά, σίγουρα θα ρωτήσει για τον Άγγελο. Πάντα ρωτούσε για τον Άγγελο.
Τι να της πει;Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτοαπλώς για να νιώσει τον εαυτό της ξανά, ασυνόδευτη από βλέμματα, προσδοκίες ή σκιές. Όταν τα άνοιξε, το φως στο παράθυρο πύκνωνε. Θυμήθηκε τη γειτονιά της, τον ήχο του ποδήλατου στον χωματόδρομο, τον μπαμπά της που έλεγε πως «το σημαντικότερο δεν είναι πού φτάνεις, αλλά πώς πας». Έπιασε το κινητό, έγραψε στη μαμά: «Όλα καλά. Σ αγαπώ». Έστειλε.
Ο ταξιτζής σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία. Ήσυχα, σχεδόν γενναία, ανέβασε τις βαλίτσες μία-μία στην είσοδο. Πέρασε το παλιό ασανσέρβήμα αργό, τελετουργικό. Άνοιξε την πόρτα της γκαρσονιέρας: γυμνοί τοίχοι, καθαρό πάτωμα, φως να μπαίνει πλάγια στο τραπέζι που δεν υπήρχε ακόμα.
Άφησε τις βαλίτσες στην άκρη. Στάθηκε στο μπαλκόνι, κοίταξε τους αυλόγυρουςπεταμένα ποδήλατα, δυο γλάστρες, παιδικές φωνές, ο ήχος μιας τηλεόρασης. Μύρισε φρέσκο καφέ από το διπλανό διαμέρισμα. Έβγαλε το λάπτοπ· το ακούμπησε στο πάτωμα, κάθισε οκλαδόν, όπως έκανε παλιά στο παιδικό της δωμάτιο. Για μια στιγμή γέλασε μόνη της: τόσο απλό το ξεκίνημα τίποτα επιτηδευμένο.
Άνοιξε το email. Δύο νέοι πελάτες. Έτρεξε το πρόγραμμα, ξεκίνησε να διαβάζει έγγραφα. Λίγο μετά, άκουσε θόρυβο από τον διάδρομομια φωνή παιδιού φώναζε: «Μαμάαα!». Κάπου πιο κάτω, κάποιος έβαζε ραδιόφωνο με λαϊκά. Η ζωή, σκέφτηκε, φτάνει πάντα εκεί που αντέχεις να τη ζήσεις.
Το φθινόπωρο αυτόόπως το είχε πει η μάνα τηςήταν δικό της: χωρίς ρόμποες, χωρίς τελετουργίες, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Ήξερε πια να φροντίσει τον εαυτό της, χωρίς να ζητήσει άδεια ή συγγνώμη.
Γύρισε τον διακόπτη του βραστήρα. Όταν ακούστηκε ο γνώριμος ήχος, άνοιξε το ντουλάπι και πήρε την κούπα της από την Ελευσίναμε ράγισμα στην αριστερή μεριάκαι τη γέμισε με τσάι. Πήγε πάλι στο μπαλκόνι. Έσφιξε την κούπα στα χέρια, κοίταξε μπροστά: ο κόσμος συνέχιζε, ο ήλιος περνούσε τις φυλλωσιές των δέντρων, κάπου πίσω ακουγόταν η θάλασσα.
Έφερε το χείλος στην άκρη, ήπιε πρώτη γουλιά κι ένιωσε το χαμόγελο να ανεβαίνει. Ήταν μόνηfor nowκαι για πρώτη φορά εδώ και καιρό, αυτό δεν έμοιαζε τίποτα λιγότερο από ελευθερία.





