— Κουμπί; Εγώ τη φώναξα Έλατο. Όλο το πρωί τριγύριζε εδώ. Από την αρχή φαινόταν ότι είχε χαθεί. Μετά ήρθε και κουλουριάστηκε στα πόδια μου. Τη σήκωσα λοιπόν και την έβαλα στο αυτοκίνητο, μην κρυώσει το καημένο το πλάσμα, — χαμογέλασε ο άντρας… — Τόμα, γίνεται να είσαι τόσο άτυχη; Πόσες φορές σου είπα ότι ο Βίκτωρας δεν κάνει για σένα! — μάλωνε τη Θωμαΐς η μητέρα της. Η γυναίκα στέκονταν με κατεβασμένο βλέμμα. Αν και μόλις είχε κλείσει τα τριάντα επτά, ένιωθε σαν μαθήτρια που γύρισε σπίτι με αποτυχία. Κι όμως, η Θωμαΐς πικραινόταν — για τον εαυτό της, για τον γάμο που δεν πέτυχε και για τη μικρούλα της κόρη. Γιατί τώρα, λίγο πριν τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων, έμειναν χωρίς άντρα στο σπιτικό. — Φεύγω από ‘σένα, — πέταξε ξερά ο Βίκτωρας το βραδάκι. Η Θωμαΐς δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο άντρας της. — Πού πας να φύγεις; — ρώτησε αυτόματα, ενώ του σέρβιρε πιάτο αχνιστή φασολάδα. — Αλήθεια τώρα, Θωμά, εσύ στον δικό σου κόσμο ζεις. Τίποτα σοβαρό δεν καταλαβαίνεις! Κι εγώ πώς άντεξα τόσα χρόνια μαζί σου; — αναστέναξε θεατρικά ο Βίκτωρας. Πριν προλάβει να ρωτήσει, εκείνος άρχισε να της εξηγεί με λεπτομέρειες: — Δεν μπορώ άλλο! Και η σκυλίτσα σου συνέχεια γαβγίζει. Το παιδί μονίμως άρρωστο. Καμία ρομαντζάδα, Θώμα. Κοίτα τον εαυτό σου, με τι μοιάζεις; — ξέσπασε επιτέλους ο Βίκτωρας. Η Θωμαΐς προσπάθησε να δει το τρομαγμένο της είδωλο στο ερμάριο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα δάκρυα κυλούσαν μόνα τους, και έμεινε μόνη στη μέση της κουζίνας. Ο Βίκτωρας δεν άντεχε τα δάκρυα. Κοιτάζοντας λυπημένος τη φασολάδα, σηκώθηκε και πήγε να μαζέψει τα πράγματά του… Η σκυλίτσα Κουμπί, διαισθανόμενη ότι κάτι κακό συμβαίνει, τριγυρνούσε στα πόδια της κυράς της, γκρίνιαζε προσπαθώντας να την παρηγορήσει. — Τουλάχιστον τώρα θα ξεκουραστώ απ’ αυτό το ατέλειωτο γκρίνιασμα, — είπε ψυχρά ο Βίκτωρας, περνώντας φορτωμένος από την πόρτα. — Βίκτωρα, μα τι θα γίνει με τη μικρή μας, την Εύα; — ψιθύρισε η Θωμαΐς, φανταζόμενη τη στενοχώρια της πεντάχρονης κόρης τους που κοιμόταν ήσυχα στο δωμάτιό της. — Ε, βρες κάτι να της πεις! Εσύ είσαι η μάνα, στο κάτω-κάτω, — της πέταξε ο άντρας κι έφυγε με το γκρινιάρισμα της Κουμπί να τον συνοδεύει… Η Θωμαΐς ξενύχτησε στην κουζίνα, αγκαλιά με τη σκυλίτσα. Η Κουμπί, γλείφοντάς της διακριτικά το χέρι, προσπαθούσε να της δείξει πως καταλαβαίνει τη θλίψη της. Για μέρες, η Θωμαΐς δεν ήξερε πως να πει τα νέα στη μάνα της. Εκείνη τηλεφωνούσε συχνά, αλλά η Θωμαΐς απαντούσε σύντομα και έκλεινε το τηλέφωνο. — Και με τη δουλειά; Βρήκες τίποτε δηλαδή; Δε βλέπεις ότι αν σ’ αφήσει ο Βίκτωρας, τι θα τρώτε; — επέμενε η μάνα της, όταν την επισκέφτηκε. Δεν άντεξε άλλο και της τα είπε όλα, για τα προβλήματα και για το ότι ο Βίκτωρας έφυγε. Η ηλικιωμένη κοπάνησε το μέτωπό της. — Όλα φαινόταν με την πρώτη ματιά. Πέντε χρόνια μαζί, παιδί κάνατε, και ο λεγάμενος ούτε σκέφτηκε να παντρευτεί, — αγανακτούσε η μάνα της Θωμαΐδας. Λυπόταν βέβαια την ανεπρόκοπη κόρη και τη μικρή της εγγονή. — Τι θα κάνεις τώρα; — αναρωτήθηκε τελικά. Η Θωμαΐς ανασήκωσε τους ώμους: — Θα βρω κάτι, ίσως δουλέψω ως παιδαγωγός στον ίδιο παιδικό σταθμό με την Εύα, — είπε χαμηλόφωνα. — Με τη δική σου δουλειά δε θα φτάνουν ούτε για το φαΐ της σκύλας… — συμπέρανε η μάνα, που και τα ζώα καθόλου δεν συμπαθούσε. Την Κουμπί, ειδικά, που η κόρη της μάζεψε από τον δρόμο, δεν την άντεχε ούτε λεπτό. Ήθελε να ξαναμιλήσει, μα σταμάτησε όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της Θωμαΐδας. — Εντάξει, μην κλαις άλλο. Θα βοηθήσω όσο μπορώ. Αν χρειαστεί, θα κρατάω κι εγώ την Εύα, — προσπάθησε να την ηρεμήσει… Έτσι πέρασε άλλη μια εβδομάδα. Η Θωμαΐς Αλεξάνδρου βρήκε τελικά δουλειά και μαζί με την κόρη της πήγαιναν κάθε πρωί στον παιδικό σταθμό. Η μικρή ήταν ευχαριστημένη. — Μαμά, να πάρουμε και την Κουμπί στην δουλειά, να μας βοηθάει; Η γιαγιά όλο παραπονιέται ότι ζαλίστηκε με τις βόλτες. Και η Κουμπί θα σου πλένει τα πιάτα και θα μας φυλάει στον ύπνο! — έλεγε γελαστά το παιδί. Η Θωμαΐς γελούσε και την αγκάλιαζε, μα κάθε φορά που άκουγε το αγαπημένο ερώτημά της, ράγιζε η καρδιά της. — Μαμά, ο μπαμπάς θα γυρίσει πριν τις γιορτές; Θα προλάβει για τα Χριστούγεννα; Δεν τόλμησε να πει την αλήθεια στην Εύα. Εφευρίσκει πως τάχα είναι σε ταξίδι για δουλειές. Πήρε τον Βίκτωρα τηλέφωνο πολλές φορές, να κανονίσουν κάτι. Εκείνος όμως πάντα κάποια άλλη δικαιολογία. — Θώμα, άσε με να χτίσω καινούρια ζωή. Πες στην Εύα πως είμαι υπερκατάσκοπος και έχω μυστική αποστολή. Δεν θα γυρίσω σύντομα — της είπε μία φορά, και ρώτησε αν βρήκε το γιορτινό του φουλάρι. — Τι θα φορέσω στις γιορτές, δηλαδή; — παραπονέθηκε πριν κλείσει το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς έμεινε για ώρα χαμένη στη σκέψη: πώς θα περάσουν τον φετινό χειμώνα μόνες; Πώς να το εξηγήσει και στην Εύα; Και τότε ήρθε η ανατροπή. Η γιαγιά πήγαινε τη μικρή στο γιατρό γιατί αρρώστησε μετά την τελευταία τους τυχαία συνάντηση με τον μπαμπά της. Ο Βίκτωρας ήρθε κατά τύχη, αλλά είπε στη μικρή τα μαντάτα: δεν θα ζούμε πια μαζί με τη μαμά. Έφυγε βιαστικά. — Θα ξαναπεράσω κάποια στιγμή, άμα μπορέσω — είπε πριν χαθεί. Η μικρή Εύα στάθηκε ασάλευτη και ψιθύρισε: — Μη ξανάρθεις σ’ εμάς, δε χρειάζεται. Το βράδυ ανέβασε πυρετό, έκλεισε στον εαυτό της και δεν ήθελε κουβέντα, ούτε και να γίνει καλά. — Ίσως είναι από το σοκ, — αναστέναξε ο γιατρός, καθώς άκουσε τα βάσανά τους. Η Θωμαΐς το μετάνιωσε πικρά που δεν είχε εξηγήσει νωρίτερα τα πράγματα, μα η μαμά της απλά κουνούσε το κεφάλι… Μετά δύο μέρες, άλλη μια καταστροφή: η γιαγιά βιάστηκε στη βόλτα, πήρε την Κουμπί χωρίς λουρί και η σκυλίτσα, πειραγμένη από το αυστηρό ύφος της, το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε. — Πάγωνε έξω κι ας μάθει! Εμ, έτσι κάνουν τα κακομαθημένα; — ψιθύρισε η γιαγιά, τσαντισμένη. Όταν όμως το άκουσε η μικρή, αρνήθηκε και να φάει και να πιει. Μάταια υποσχόταν η Θωμαΐς πως θα βρουν τη σκυλίτσα τους. — Μόνο αν βρεθεί η Κουμπί, τότε θα φάω, — γύρισε την πλάτη η μικρή, πεπεισμένη. — Αυτό είναι από το κακό σου μεγάλωμα, Θώμα. Την παράκανες, την άφησες να γίνει κακομαθημένη. Στο ‘λεγα εγώ… — ξεκίνησε η μητέρα. — Καλύτερα να πρόσεχες την Κουμπί πριν μου κάνεις παρατηρήσεις, μαμά, — απάντησε για πρώτη φορά θυμωμένη η πάντα ήσυχη Θωμαΐς. — Μα προσπαθώ για εσάς, — προσβλήθηκε η μάνα της και έφυγε απ’ το σπίτι… Η Θωμαΐς έμεινε ξανά μόνη. Όλο το βράδυ έψαχνε στη γειτονιά να βρει τη σκυλίτσα της, ξεπαγιασμένη στον αέρα και στο χιόνι. Γύρισε σπίτι αποκαμωμένη και έπεσε για ύπνο χωρίς ελπίδα… Η Εύα ξύπνησε νωρίς: — Μαμά, είδα όνειρο πως στολίσαμε μεγάλο έλατο και βρήκαμε την Κουμπί! — είπε χαρούμενη. Η Θωμαΐς χαμογέλασε αμυδρά. Στο τραπέζι υπήρχε ήδη ένα μικρό, ψεύτικο δεντράκι. Γιορτές πλησίαζαν· ελάχιστη χαρά, μα ήταν το μόνο που μπορούσαν. Η Εύα όμως ήθελε αληθινό και μεγάλο. Αν είχαμε μεγάλο, αληθινό έλατο, θα γύριζε και η Κουμπί, όπως στο όνειρο —έκλαψε. Μα λεφτά για ζωντανό έλατο δεν είχε η Θωμαΐς. Η μητέρα της αρνήθηκε και να τους επισκεφθεί: — Έβαλες μια σκυλίτσα πάνω από τη μάνα σου; Σκέψου το, — έκλεισε πεισμωμένη το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς το πήρε απόφαση ότι στη μητέρα της δεν μπορούσε να ελπίζει. Μόνη της θα τα κατάφερνε. Η Εύα χειροτέρευε, κι αφού το βράδυ δεν είχαν ούτε έλατο, ούτε την Κουμπί, ξέσπασε: — Δε θα ξανάρθει η Κουμπί… ούτε και ο μπαμπάς – δεν ήρθε ούτε η χριστουγεννιάτικη χαρά… Η Θωμαΐς έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της, έπνιξε τα δάκρυά της, ζήτησε από μια γειτόνισσα να προσέξει την μικρή και βγήκε ξανά έξω… Ο χειμωνιάτικος αέρας χτύπησε το πρόσωπό της, νιφάδες χόρευαν γύρω. Ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του, μα η Θωμαΐς δεν έβλεπε κανέναν. Έψαχνε να βρει την Κουμπί. — Πού χάθηκες, καλή μου; — μουρμούριζε, περπατώντας στους παγωμένους δρόμους. Ξαφνικά φτάνει σε μια μικρή αγορά με έλατα. Ένας αυστηρός άντρας με χοντρό παλτό στεκόταν μπροστά στα τελευταία δέντρα. — Δεντράκι, το θέλετε; Μου 'μειναν μονάχα δύο, μεγάλη έκπτωση, — είπε ο πωλητής βιαστικός. (Τον περιμένει οικογένεια, σκεφτόταν η Θωμαΐς…) Εκείνη την ώρα, ένα χαρούμενο ζευγαράκι πήρε το ένα από τα δυο έλατα. — Εσείς; Θα το πάρετε; Μένει μόνο το τελευταίο. Να σας το πάω και σπίτι, — πρότεινε. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απελπισμένη — δεν είχε χρήματα μαζί της. Ό,τι της είχε απομείνει, δεν έφτανε για τέτοιο δέντρο. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σε μερικά σπασμένα κλαδιά στο φορτηγάκι. — Μπορώ να πάρω λίγα κλαδάκια, αν δεν χρειάζονται; — ρώτησε ντροπαλά. Ο άντρας κοίταξε τη στενοχωρημένη γυναίκα, τα κλαδιά, και ξεφύσηξε: — Πάρε, φυσικά… Να σε βοηθήσω — της είπε ζεστά. Η Θωμαΐς πήρε ευγνώμονη την αγκαλιά κλαδιά και άρχισε γεμάτη τύψεις να εξηγεί: — Καταλαβαίνετε, η κόρη μου αρρώστησε… ο σκύλος χάθηκε… δύσκολες μέρες, καθόλου γιορτινές… Ο άντρας την άκουσε με προσοχή. Κι εκείνος μόνος τις γιορτές, πληγωμένος από μια προδοσία που δε ξεχνούσε. Ξαφνικά εμφανίστηκε άλλος άντρας: — Πόσο το έλατο; — ρώτησε. — Πουλήθηκε. Δοκίμασε στον διπλανό, ίσως βρεις εκεί, — του απάντησε ο πωλητής. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απορημένη. — Πάμε, να σας βοηθήσω με το έλατο. Εγώ θα το κουβαλήσω μαζί σας μέχρι το σπίτι, — είπε γελώντας ο άντρας. Η Θωμαΐς τον κοίταξε, αμηχανούσα: — Δεν έχω λεφτά, σας το είπα. — Το θυμάμαι, μην ανησυχείς, — της χαμογέλασε ζεστά. Και τότε συνέβη το απίστευτο: κάτι τέτοιο μονάχα όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα θα μπορούσε να συμβεί. Ο άντρας άνοιξε το φορτηγάκι και η Θωμαΐς είδε μέσα στο κάθισμα, τυλιγμένη σε ένα μάλλινο πουλόβερ, να κοιμάται η Κουμπί! — Πώς βρέθηκε εδώ η Κουμπί; — ψιθύρισε με σπασμένη φωνή. — Κουμπί τη λες; Εγώ, Έλατο την φώναζα από το πρωί που τριγυρνούσε χαμένη εδώ γύρω. Μετά ήρθε στα πόδια μου, τη λυπήθηκα και την έβαλα στο φορτηγάκι. Μη μου παγώσει το καημένο το σώμα της, — χαμογέλασε ο άντρας. Τον έλεγαν Παύλο. Αγαπούσε τα ζώα και έπιανε πάντα φιλία με τα παιδιά. Γρήγορα το σπιτικό της Θωμαΐδας γέμισε θαλπωρή και αγάπη. Ίσως έφταιγε η μαγεία των γιορτών, ίσως ήταν απλά γραφτό τους… Όπως και να 'χει, τώρα καινούρια οικογένεια σε τούτο το σπίτι γνώρισε την ευτυχία. Κι η σκυλίτσα Κουμπί — πού και πού, την αποκαλούν κι Έλατο.

Φιορούλα; Εγώ την ονόμασα Έλατα. Όλο το πρωί έτρεχε εδώ γύρω σήμερα. Μπαίνει κανείς κατευθείαν στο μάτι ήταν ξεκάθαρο πως χάθηκε. Ύστερα κουλουριάστηκε στα πόδια μου, ζητώντας λίγη ζεστασιά. Έτσι την έβαλα στο αυτοκίνητο, να μην παγώσει το καημένο το πλάσμα, χαμογέλασε ο άντρας…

Θωμαΐδα, πώς γίνεται να είσαι τόσο άτυχη; Πόσες φορές σου είπα ότι αυτός ο Βασίλης δεν είναι για σένα! μάλωσε η μητέρα της Θωμαΐδας.

Η Θωμαΐδα στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο. Αν και μόλις πριν λίγο έκλεισε τα τριάντα εφτά, αισθανόταν σαν μαθήτρια που γύρισε στο σπίτι με χαμηλό βαθμό. Ένιωθε πίκρα και αδικία για τον εαυτό της, για τη ζωή της που δεν της βγήκε όπως ήθελε και φυσικά για τη μονάκριβη της κόρη. Γιατί, στη γιορτή με τη μεγαλύτερη μαγεία, είχαν μείνει ξαφνικά μόνες, χωρίς οικογένεια.

Φεύγω, πέταξε ανέμελα ο Βασίλης εκείνο το βράδυ. Η Θωμαΐδα δεν κατάλαβε με μιας τι εννοεί.

Πού φεύγεις; ρώτησε σχεδόν μηχανικά, αφήνοντας μπροστά του μια πλούσια χορτόσουπα.

Καλέ Θωμαΐδα, εσύ δεν πιάνεις τα σοβαρά πράγματα! Ειλικρινά δεν ξέρω πώς άντεξα τόσα χρόνια. έκανε τον δραματικό, γυρνώντας τα μάτια του ο Βασίλης.

Δεν πρόλαβε να του κάνει άλλη ερώτηση· άρχισε ο ίδιος να εξηγεί με ακρίβεια:

Δεν αντέχω άλλο! Και η σκυλίτσα σου, όλο γαβγίζει. Η μικρή μας συνέχεια αρρωσταίνει. Καθόλου ρομαντισμό πια, Θωμαΐδα. Για δες τον εαυτό σου Σε τι κατάντησες; τελείωσε τη θυμωμένη του φλυαρία.

Η Θωμαΐδα δοκίμασε μάταια να δει το αγχωμένο της είδωλο στο τζάμι της βιβλιοθήκης. Τα δάκρυα έτρεχαν αβίαστα: έμεινε μόνη στη μέση της κουζίνας.

Ο Βασίλης δεν άντεχε τα δάκρυα. Ρίχνοντας μια ματιά στη σούπα, σηκώθηκε κάθισε να μαζέψει πράγματα…

Η μικρή Φιορούλα κατάλαβε αμέσως, κι άρχισε να γυρίζει στα πόδια της Θωμαΐδας, κλαψουρίζοντας· ήθελε να της δώσει κουράγιο.

Επιτέλους θα ησυχάσω από αυτό το σκυλί, δήλωσε ο Βασίλης, περνώντας την πόρτα με τη βαλίτσα του.

Μα Βασίλη, και η Εύα; ψιθύρισε η Θωμαΐδα, σκεπτόμενη πόσο θα στεναχωριόταν η πεντάχρονη κόρη τους, που εκεινη την ώρα κοιμόταν ήσυχα στο δωμάτιό της.

Βρες εσύ λύση! Εσύ είσαι η μάνα, απάντησε και έφυγε, ενώ η Φιορούλα έκλαιγε πίσω του…

Όλη τη νύχτα η Θωμαΐδα έμεινε στην κουζίνα, κρατώντας στην αγκαλιά τη Φιορούλα. Εκείνη της έγλειφε τα χέρια, ζητώντας να την παρηγορήσει.

Για μέρες, η Θωμαΐδα δεν έβρισκε τρόπο να τα πει όλα αυτά στη μητέρα της, που τηλεφωνούσε συνέχεια, ρωτώντας για τα νέα. Η Θωμαΐδα απαντούσε βιαστικά πως όλα πήγαιναν μια χαρά, κι έκλεινε το κινητό.

Και με τη δουλειά τι γίνεται; Βρήκες τίποτα καλό; Πρόσεχε, να μη σε παρατήσει ο Βασίλης σου ο ξέγνοιαστος και μείνεις στον άσο, έλεγε η μητέρα, όταν πέρασε να της κάνει επίσκεψη.

Εκεί έσπασε η Θωμαΐδα, της τα είπε όλα με δάκρυα: οι εργοδότες δεν την καλούσαν και ο Βασίλης είχε φύγει πριν κάτι μέρες.

Η μητέρα της αναστέναξε δυνατά. Δεν το περίμενε.

Εξ αρχής φαινόταν τι άνθρωπος ήταν! Πέντε χρόνια μαζί, και παιδί κάνατε και ούτε καν γάμος, μιλούσε αγανακτισμένη.

Της ήταν κρίμα για την κόρη και τη μικρή της εγγονή.

Και τώρα τι θα κάνεις; ρώτησε τελικά.

Η Θωμαΐδα ανασήκωσε τους ώμους.

Κάτι θα σκεφτώ. Θα βρω δουλειά ως βοηθός σε παιδικό σταθμό, κοντά στην Εύα, είπε με παραίτηση.

Με το μισθό της παιδαγωγού μακριά δε θα πάτε Και το σκυλί θέλει φαγητό, είπε ψυχρά η μητέρα, που δεν συμπαθούσε τα ζώα. Αυτή τη μικρή, τριχωτή Φιορούλα, που η κόρη της μάζεψε από το δρόμο, πόσο μάλλον.

Ήθελε να πει κι άλλα, μα σώπασε όταν την είδε έτοιμη να κλάψει.

Καλά, μη βάλεις τα κλάματα. Θα βοηθήσω όσο μπορώ. Κι αν χρειαστεί, θα προσέξω και την Εύα, προσπάθησε να την παρηγορήσει…

Κι έτσι πέρασε κιόλας άλλη μια βδομάδα.

Η Θωμαΐδα βρήκε δουλειά· τώρα περνάγανε μαζί με την Εύα το πρωινό στον σταθμό. Η Εύα ήταν ευχαριστημένη.

Μαμά, να πάρουμε και τη Φιορούλα στον παιδικό σταθμό; Η γιαγιά πάντα γκρινιάζει πως κουράστηκε μαζί της. Μπορεί να βοηθάει στις δουλειές ή να μας φυλάει όταν κοιμόμαστε, έλεγε το κορίτσι γελώντας.

Η Θωμαΐδα γελούσε κι αγκάλιαζε τη μικρή, αλλά πάντα όταν άκουγε το επόμενο ερώτημα της Εύας, της βούρκωναν τα μάτια:

Μαμά, θα γυρίσει ο μπαμπάς για τη Πρωτοχρονιά; Τι λες;

Δεν είχε το κουράγιο να της πει την αλήθεια. Είπε κάτι για ξαφνικό ταξίδι. Πήρε τον Βασίλη, προσπάθησε να συνεννοηθεί για να συναντηθούν. Εκείνος απαντούσε πάντα:

Θωμαΐδα, άσε με ήσυχο να φτιάξω τη ζωή μου. Πες στην Εύα ότι είμαι πράκτορας, έφυγα για υπέρ-μυστική αποστολή. Θα κάνω καιρό να έρθω. Να κάτι τέτοιο, είπε και ρώτησε αν είχε δει το γραβάτα του.

Χάθηκε; Πώς θα κάνω Πρωτοχρονιά χωρίς αυτή, γκρίνιαζε πριν κλείσει το τηλέφωνο.

Η Θωμαΐδα σκεφτόταν ώρες τι θα κάνει αυτή την αλλαγή χρονιάς, μόνη. Πώς να το εξηγήσει στην Εύα;

Κι ύστερα, κάποια μέρα που η γιαγιά πήγαινε την εγγονή στην παιδίατρο, συναντούν τον Βασίλη στη γωνία.

Μπαμπά! Ήρθες; ούρλιαξε γεμάτη χαρά η Εύα.

Ο Βασίλης τα έχασε, μετά προσπάθησε να χαμογελάσει και είπε χαμηλόφωνα στην κόρη του πως δεν θα ζούσαν πια μαζί με τη μαμά. Έπειτα βιάστηκε να φύγει.

Θα περάσω κι εγώ καμιά φορά, άμα μπορέσω, είπε φεύγοντας.

Η Εύα στάθηκε ακίνητο αγάλμα και μουρμούρισε σιγανά:

Μη ξανάρθεις, μαμά δεν θέλω

Το βράδυ ανέβασε πάλι πυρετό. Δυο μέρες μετά ήρθε ο γιατρός στο σπίτι τους.

Η μικρή δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν και φαινόταν ότι δεν βιαζόταν να γίνει καλά.

Προφανώς, το παιδί βιώνει στρες, είπε ο παιδίατρος, μαθαίνοντας τα γεγονότα.

Η Θωμαΐδα φανερά μετανιωμένη, έλεγε στη μητέρα της:

Έπρεπε να της τα έχω εξηγήσει από την αρχή, θα το καταλάβαινε, είναι έξυπνη

Η γιαγιά μόνο το κεφάλι κούναγε.

Δυο μέρες μετά έγινε κάτι καινούργιο: η γιαγιά πήγε τη Φιορούλα βόλτα βιαστικά, χωρίς λουρί. Και τότε το σκυλί αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού του.

Μόλις η γιαγιά της φώναξε, η Φιορούλα το έβαλε στα πόδια προς άλλη κατεύθυνση.

Ε, καλά να πάθεις! Θα κρυώσεις, θα δεις, θα γυρίσεις τρέχοντας! είπε θυμωμένη και έσπευσε στο σπίτι να δώσει το φάρμακο στην εγγονή.

Όμως η Εύα σταμάτησε και το νερό και το φαγητό, μαθαίνοντας για τη χαμένη Φιορούλα. Μάταια η Θωμαΐδα της υποσχόταν πως θα τη βρει.

Όταν γυρίσει η Φιορούλα, θα φάω, το δήλωσε και γύρισε στον τοίχο.

Όλα δικό σου λάθος, Θωμαΐδα! Την κακόμαθες! Το παιδί ξέφυγε! Τα έλεγα εγώ άρχισε να της λέει η μητέρα.

Καλύτερα να πρόσεχες τη Φιορούλα αντί για τα ηθικολογήματα, απάντησε σπάνια θυμωμένη η Θωμαΐδα.

Αν είναι δυνατόν! Εγώ προσπαθώ! θίχτηκε η μητέρα και έφυγε.

Η Θωμαΐδα έμεινε ξανά μόνη. Το βράδυ έκοψε βόλτες γύρω απ το σπίτι ελπίζοντας να βρει το σκυλί.

Ύστερα γύρισε στο διαμέρισμα ξεπαγιασμένη, και κοιμήθηκε ανήσυχα.

Η Εύα ξύπνησε νωρίς.

Μαμά, είδα ένα όνειρο! Είχαμε μια μεγάλη έλατα και βρήκαμε τη Φιορούλα! φώναξε γεμάτη ελπίδα.

Η Θωμαΐδα χαμογέλασε λυπημένα. Ένα μικρό πλαστικό δεντράκι στόλιζε το τραπέζι. Κοντοζύγωνε η Πρωτοχρονιά, και είχαν κάνει όση προετοιμασία τους επέτρεπαν τα μέσα.

Όμως η Εύα στεναχωρήθηκε.

Η έλατα πρέπει να είναι μεγάλη και αληθινή! Τότε θα γυρίσει και η Φιορούλα, όπως στο όνειρό μου! έκλαιγε.

Η Θωμαΐδα αναστέναξε. Τα λεφτά της δεν έφταναν για αληθινό δέντρο. Πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της, αλλά εκείνη αρνήθηκε να έρθει:

Για σένα μια σκυλίτσα αξίζει πιο πολύ από τη μάνα σου! Σκέφσου το λίγο! είπε πειραγμένη.

Η Θωμαΐδα κατάλαβε πως δεν μπορεί να περιμένει βοήθεια και προετοιμάστηκε μόνη για τα ερχόμενα Σαββατοκύριακα.

Η Εύα ήταν άσχημα, δεν σηκωνόταν. Κι όταν ήρθε η παραμονή, ξέσπασε σε κλάματα:

Ούτε έλατα φέτος, μαμά κι η Φιορούλα δεν θα γυρίσει, ούτε κι ο μπαμπάς

Η Θωμαΐδα χάιδευε τα μαλλιά της κόρης της, καταπίνοντας τα δικά της δάκρυα. Έπειτα ζήτησε από τη γειτόνισσά της, μια καλή κυρία, να προσέξει για λίγο την Εύα και βγήκε στον δρόμο…

Ο παγωμένος αέρας της έκαψε το πρόσωπο και οι νιφάδες στροβιλίζονταν στο φως. Οι περαστικοί αντάλλασσαν ευχές, γέλια, γιορτές. Η Θωμαΐδα δεν έβλεπε κανέναν, μόνο έψαχνε.

Πού πήγες, μικρούλα μου; ψιθύριζε, περπατώντας ξανά και ξανά στους ίδιους δρόμους.

Κόντευε να νυχτώσει, όταν βρέθηκε σε μια μικρή χριστουγεννιάτικη αγορά. Ένας άντρας με χοντρό παλτό στεκόταν μπροστά στις ελάχιστες έλατες που είχαν απομείνει.

Δεν πάτε για δεντράκι; Τελευταία κομμάτια! Μπορώ να σας κάνω καλύτερη τιμή, φώναζε πρόθυμα ο πωλητής, φανερά ανυπόμονος να φύγει.

Σίγουρα τον περιμένει η οικογένειά του… Στο τραπέζι, να κοιτούν τα φώτα σκέφτηκε η Θωμαΐδα.

Τη στιγμή εκείνη ένα νέο ζευγάρι πήρε το προτελευταίο δέντρο.

Και λοιπόν, τι λέτε; Θα το πάρετε; Τελευταίο έμεινε, και στη μεταφορά βοηθάω! είπε ο άντρας.

Η Θωμαΐδα τον κοίταξε με απόγνωση. Δεν είχε αρκετά ευρώ μαζί, και όσα είχε δεν έφταναν έτσι κι αλλιώς.

Την έπιασε ντροπή. Τότε πρόσεξε τα κλαδιά που είχαν μείνει στο φορτηγάκι.

Μπορώ να πάρω μερικά κλαδιά, αν τα πετάτε; ψιθύρισε.

Ο άντρας έριξε μια ματιά στα ξερά κλαδιά και αναστέναξε.

Κορίτσι μου, πάρε όσα θες. Να σε βοηθήσω να τα κουβαλήσεις, είπε και της έδωσε μία μεγάλη αγκαλιά από έλατο.

Η Θωμαΐδα χαμογέλασε αμήχανα και ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί.

Καταλαβαίνετε Η κόρη μου είναι άρρωστη, ο άντρας μου έφυγε, το σκυλί εξαφανίστηκε Όλα τόσο άκομψα φέτος

Ο άντρας την άκουσε με προσοχή. Κι εκείνος είχε πληγωθεί τελευταία. Η γυναίκα του τον είχε αφήσει, και κανείς δεν τον περίμενε γι αυτή τη γιορτή.

Τότε εμφανίστηκε ένας περαστικός:

Πόσο πάει το δέντρο; ρώτησε, κοιτάζοντας το μοναδικό που έμεινε.

Το έχω υποσχεθεί ήδη. Ρίξε μια ματιά δίπλα, ίσως βρεις κάτι, απάντησε ο πωλητής.

Η Θωμαΐδα τον κοίταξε με απορία.

Ελάτε να το πάμε στο σπίτι σας, χαμογέλασε πλατιά ο πωλητής.

Τότε συνειδητοποίησε πως δεν φαίνεται καθόλου όσο ψυχρός νόμιζε.

Αλλά σας είπα, δεν έχω λεφτά, ένιωσε υπεύθυνη να του θυμίσει.

Θυμάμαι, απάντησε γλυκά.

Και τότε, έγινε κάτι εντελώς απρόσμενο. Σαν να το σκηνοθέτησε η ίδια η Πρωτοχρονιά: Ο άντρας άνοιξε το φορτηγάκι του, και εκεί, στο κάθισμα, κοιμόταν κουλουριασμένη η Φιορούλα! Τυλιγμένη σ ένα μάλλινο πουλόβερ, δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τι γινόταν.

Καλά, πώς βρέθηκε σε σας η Φιορούλα; ρώτησε σχεδόν τρέμοντας από συγκίνηση η Θωμαΐδα.

Φιορούλα; Εγώ την έλεγα Έλατα. Μέρα ολόκληρη εδώ γύρω τριγυρνούσε. Ξεκάθαρα χαμένη. Και μετά κάθισε στα πόδια μου για να ζεσταθεί. Την ανέβασα στο αμάξι, να μη παγώσει, το καημένο, χαμογέλασε ο άντρας.

Το όνομά του ήταν Παναγιώτης. Αγαπούσε τα ζώα και πάντα τα πήγαινε καλά με τα παιδιά.

Ύστερα, σπίτι της Θωμαΐδας, απλώθηκε μια ζεστασιά που δεν γνώρισε ποτέ παλιότερα. Είτε γιατί η Πρωτοχρονιά έφερε μαζί της τη μαγεία, είτε γιατί έτσι ήθελε η μοίρα, μια καινούρια οικογένεια γεννήθηκε εκείνο τον χειμώνα.

Κανείς δεν ξέρει. Ένα είναι σίγουρο το σπίτι τους γέμισε αγάπη. Κι ορισμένες φορές, τη Φιορούλα την ξαναφωνάζουν, έτσι, Έλατα.

Oceń artykuł
— Κουμπί; Εγώ τη φώναξα Έλατο. Όλο το πρωί τριγύριζε εδώ. Από την αρχή φαινόταν ότι είχε χαθεί. Μετά ήρθε και κουλουριάστηκε στα πόδια μου. Τη σήκωσα λοιπόν και την έβαλα στο αυτοκίνητο, μην κρυώσει το καημένο το πλάσμα, — χαμογέλασε ο άντρας… — Τόμα, γίνεται να είσαι τόσο άτυχη; Πόσες φορές σου είπα ότι ο Βίκτωρας δεν κάνει για σένα! — μάλωνε τη Θωμαΐς η μητέρα της. Η γυναίκα στέκονταν με κατεβασμένο βλέμμα. Αν και μόλις είχε κλείσει τα τριάντα επτά, ένιωθε σαν μαθήτρια που γύρισε σπίτι με αποτυχία. Κι όμως, η Θωμαΐς πικραινόταν — για τον εαυτό της, για τον γάμο που δεν πέτυχε και για τη μικρούλα της κόρη. Γιατί τώρα, λίγο πριν τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων, έμειναν χωρίς άντρα στο σπιτικό. — Φεύγω από ‘σένα, — πέταξε ξερά ο Βίκτωρας το βραδάκι. Η Θωμαΐς δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο άντρας της. — Πού πας να φύγεις; — ρώτησε αυτόματα, ενώ του σέρβιρε πιάτο αχνιστή φασολάδα. — Αλήθεια τώρα, Θωμά, εσύ στον δικό σου κόσμο ζεις. Τίποτα σοβαρό δεν καταλαβαίνεις! Κι εγώ πώς άντεξα τόσα χρόνια μαζί σου; — αναστέναξε θεατρικά ο Βίκτωρας. Πριν προλάβει να ρωτήσει, εκείνος άρχισε να της εξηγεί με λεπτομέρειες: — Δεν μπορώ άλλο! Και η σκυλίτσα σου συνέχεια γαβγίζει. Το παιδί μονίμως άρρωστο. Καμία ρομαντζάδα, Θώμα. Κοίτα τον εαυτό σου, με τι μοιάζεις; — ξέσπασε επιτέλους ο Βίκτωρας. Η Θωμαΐς προσπάθησε να δει το τρομαγμένο της είδωλο στο ερμάριο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα δάκρυα κυλούσαν μόνα τους, και έμεινε μόνη στη μέση της κουζίνας. Ο Βίκτωρας δεν άντεχε τα δάκρυα. Κοιτάζοντας λυπημένος τη φασολάδα, σηκώθηκε και πήγε να μαζέψει τα πράγματά του… Η σκυλίτσα Κουμπί, διαισθανόμενη ότι κάτι κακό συμβαίνει, τριγυρνούσε στα πόδια της κυράς της, γκρίνιαζε προσπαθώντας να την παρηγορήσει. — Τουλάχιστον τώρα θα ξεκουραστώ απ’ αυτό το ατέλειωτο γκρίνιασμα, — είπε ψυχρά ο Βίκτωρας, περνώντας φορτωμένος από την πόρτα. — Βίκτωρα, μα τι θα γίνει με τη μικρή μας, την Εύα; — ψιθύρισε η Θωμαΐς, φανταζόμενη τη στενοχώρια της πεντάχρονης κόρης τους που κοιμόταν ήσυχα στο δωμάτιό της. — Ε, βρες κάτι να της πεις! Εσύ είσαι η μάνα, στο κάτω-κάτω, — της πέταξε ο άντρας κι έφυγε με το γκρινιάρισμα της Κουμπί να τον συνοδεύει… Η Θωμαΐς ξενύχτησε στην κουζίνα, αγκαλιά με τη σκυλίτσα. Η Κουμπί, γλείφοντάς της διακριτικά το χέρι, προσπαθούσε να της δείξει πως καταλαβαίνει τη θλίψη της. Για μέρες, η Θωμαΐς δεν ήξερε πως να πει τα νέα στη μάνα της. Εκείνη τηλεφωνούσε συχνά, αλλά η Θωμαΐς απαντούσε σύντομα και έκλεινε το τηλέφωνο. — Και με τη δουλειά; Βρήκες τίποτε δηλαδή; Δε βλέπεις ότι αν σ’ αφήσει ο Βίκτωρας, τι θα τρώτε; — επέμενε η μάνα της, όταν την επισκέφτηκε. Δεν άντεξε άλλο και της τα είπε όλα, για τα προβλήματα και για το ότι ο Βίκτωρας έφυγε. Η ηλικιωμένη κοπάνησε το μέτωπό της. — Όλα φαινόταν με την πρώτη ματιά. Πέντε χρόνια μαζί, παιδί κάνατε, και ο λεγάμενος ούτε σκέφτηκε να παντρευτεί, — αγανακτούσε η μάνα της Θωμαΐδας. Λυπόταν βέβαια την ανεπρόκοπη κόρη και τη μικρή της εγγονή. — Τι θα κάνεις τώρα; — αναρωτήθηκε τελικά. Η Θωμαΐς ανασήκωσε τους ώμους: — Θα βρω κάτι, ίσως δουλέψω ως παιδαγωγός στον ίδιο παιδικό σταθμό με την Εύα, — είπε χαμηλόφωνα. — Με τη δική σου δουλειά δε θα φτάνουν ούτε για το φαΐ της σκύλας… — συμπέρανε η μάνα, που και τα ζώα καθόλου δεν συμπαθούσε. Την Κουμπί, ειδικά, που η κόρη της μάζεψε από τον δρόμο, δεν την άντεχε ούτε λεπτό. Ήθελε να ξαναμιλήσει, μα σταμάτησε όταν είδε τα δάκρυα στα μάτια της Θωμαΐδας. — Εντάξει, μην κλαις άλλο. Θα βοηθήσω όσο μπορώ. Αν χρειαστεί, θα κρατάω κι εγώ την Εύα, — προσπάθησε να την ηρεμήσει… Έτσι πέρασε άλλη μια εβδομάδα. Η Θωμαΐς Αλεξάνδρου βρήκε τελικά δουλειά και μαζί με την κόρη της πήγαιναν κάθε πρωί στον παιδικό σταθμό. Η μικρή ήταν ευχαριστημένη. — Μαμά, να πάρουμε και την Κουμπί στην δουλειά, να μας βοηθάει; Η γιαγιά όλο παραπονιέται ότι ζαλίστηκε με τις βόλτες. Και η Κουμπί θα σου πλένει τα πιάτα και θα μας φυλάει στον ύπνο! — έλεγε γελαστά το παιδί. Η Θωμαΐς γελούσε και την αγκάλιαζε, μα κάθε φορά που άκουγε το αγαπημένο ερώτημά της, ράγιζε η καρδιά της. — Μαμά, ο μπαμπάς θα γυρίσει πριν τις γιορτές; Θα προλάβει για τα Χριστούγεννα; Δεν τόλμησε να πει την αλήθεια στην Εύα. Εφευρίσκει πως τάχα είναι σε ταξίδι για δουλειές. Πήρε τον Βίκτωρα τηλέφωνο πολλές φορές, να κανονίσουν κάτι. Εκείνος όμως πάντα κάποια άλλη δικαιολογία. — Θώμα, άσε με να χτίσω καινούρια ζωή. Πες στην Εύα πως είμαι υπερκατάσκοπος και έχω μυστική αποστολή. Δεν θα γυρίσω σύντομα — της είπε μία φορά, και ρώτησε αν βρήκε το γιορτινό του φουλάρι. — Τι θα φορέσω στις γιορτές, δηλαδή; — παραπονέθηκε πριν κλείσει το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς έμεινε για ώρα χαμένη στη σκέψη: πώς θα περάσουν τον φετινό χειμώνα μόνες; Πώς να το εξηγήσει και στην Εύα; Και τότε ήρθε η ανατροπή. Η γιαγιά πήγαινε τη μικρή στο γιατρό γιατί αρρώστησε μετά την τελευταία τους τυχαία συνάντηση με τον μπαμπά της. Ο Βίκτωρας ήρθε κατά τύχη, αλλά είπε στη μικρή τα μαντάτα: δεν θα ζούμε πια μαζί με τη μαμά. Έφυγε βιαστικά. — Θα ξαναπεράσω κάποια στιγμή, άμα μπορέσω — είπε πριν χαθεί. Η μικρή Εύα στάθηκε ασάλευτη και ψιθύρισε: — Μη ξανάρθεις σ’ εμάς, δε χρειάζεται. Το βράδυ ανέβασε πυρετό, έκλεισε στον εαυτό της και δεν ήθελε κουβέντα, ούτε και να γίνει καλά. — Ίσως είναι από το σοκ, — αναστέναξε ο γιατρός, καθώς άκουσε τα βάσανά τους. Η Θωμαΐς το μετάνιωσε πικρά που δεν είχε εξηγήσει νωρίτερα τα πράγματα, μα η μαμά της απλά κουνούσε το κεφάλι… Μετά δύο μέρες, άλλη μια καταστροφή: η γιαγιά βιάστηκε στη βόλτα, πήρε την Κουμπί χωρίς λουρί και η σκυλίτσα, πειραγμένη από το αυστηρό ύφος της, το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε. — Πάγωνε έξω κι ας μάθει! Εμ, έτσι κάνουν τα κακομαθημένα; — ψιθύρισε η γιαγιά, τσαντισμένη. Όταν όμως το άκουσε η μικρή, αρνήθηκε και να φάει και να πιει. Μάταια υποσχόταν η Θωμαΐς πως θα βρουν τη σκυλίτσα τους. — Μόνο αν βρεθεί η Κουμπί, τότε θα φάω, — γύρισε την πλάτη η μικρή, πεπεισμένη. — Αυτό είναι από το κακό σου μεγάλωμα, Θώμα. Την παράκανες, την άφησες να γίνει κακομαθημένη. Στο ‘λεγα εγώ… — ξεκίνησε η μητέρα. — Καλύτερα να πρόσεχες την Κουμπί πριν μου κάνεις παρατηρήσεις, μαμά, — απάντησε για πρώτη φορά θυμωμένη η πάντα ήσυχη Θωμαΐς. — Μα προσπαθώ για εσάς, — προσβλήθηκε η μάνα της και έφυγε απ’ το σπίτι… Η Θωμαΐς έμεινε ξανά μόνη. Όλο το βράδυ έψαχνε στη γειτονιά να βρει τη σκυλίτσα της, ξεπαγιασμένη στον αέρα και στο χιόνι. Γύρισε σπίτι αποκαμωμένη και έπεσε για ύπνο χωρίς ελπίδα… Η Εύα ξύπνησε νωρίς: — Μαμά, είδα όνειρο πως στολίσαμε μεγάλο έλατο και βρήκαμε την Κουμπί! — είπε χαρούμενη. Η Θωμαΐς χαμογέλασε αμυδρά. Στο τραπέζι υπήρχε ήδη ένα μικρό, ψεύτικο δεντράκι. Γιορτές πλησίαζαν· ελάχιστη χαρά, μα ήταν το μόνο που μπορούσαν. Η Εύα όμως ήθελε αληθινό και μεγάλο. Αν είχαμε μεγάλο, αληθινό έλατο, θα γύριζε και η Κουμπί, όπως στο όνειρο —έκλαψε. Μα λεφτά για ζωντανό έλατο δεν είχε η Θωμαΐς. Η μητέρα της αρνήθηκε και να τους επισκεφθεί: — Έβαλες μια σκυλίτσα πάνω από τη μάνα σου; Σκέψου το, — έκλεισε πεισμωμένη το τηλέφωνο. Η Θωμαΐς το πήρε απόφαση ότι στη μητέρα της δεν μπορούσε να ελπίζει. Μόνη της θα τα κατάφερνε. Η Εύα χειροτέρευε, κι αφού το βράδυ δεν είχαν ούτε έλατο, ούτε την Κουμπί, ξέσπασε: — Δε θα ξανάρθει η Κουμπί… ούτε και ο μπαμπάς – δεν ήρθε ούτε η χριστουγεννιάτικη χαρά… Η Θωμαΐς έσφιξε το παιδί στην αγκαλιά της, έπνιξε τα δάκρυά της, ζήτησε από μια γειτόνισσα να προσέξει την μικρή και βγήκε ξανά έξω… Ο χειμωνιάτικος αέρας χτύπησε το πρόσωπό της, νιφάδες χόρευαν γύρω. Ο κόσμος πήγαινε στις δουλειές του, μα η Θωμαΐς δεν έβλεπε κανέναν. Έψαχνε να βρει την Κουμπί. — Πού χάθηκες, καλή μου; — μουρμούριζε, περπατώντας στους παγωμένους δρόμους. Ξαφνικά φτάνει σε μια μικρή αγορά με έλατα. Ένας αυστηρός άντρας με χοντρό παλτό στεκόταν μπροστά στα τελευταία δέντρα. — Δεντράκι, το θέλετε; Μου 'μειναν μονάχα δύο, μεγάλη έκπτωση, — είπε ο πωλητής βιαστικός. (Τον περιμένει οικογένεια, σκεφτόταν η Θωμαΐς…) Εκείνη την ώρα, ένα χαρούμενο ζευγαράκι πήρε το ένα από τα δυο έλατα. — Εσείς; Θα το πάρετε; Μένει μόνο το τελευταίο. Να σας το πάω και σπίτι, — πρότεινε. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απελπισμένη — δεν είχε χρήματα μαζί της. Ό,τι της είχε απομείνει, δεν έφτανε για τέτοιο δέντρο. Το βλέμμα της έπεσε πάνω σε μερικά σπασμένα κλαδιά στο φορτηγάκι. — Μπορώ να πάρω λίγα κλαδάκια, αν δεν χρειάζονται; — ρώτησε ντροπαλά. Ο άντρας κοίταξε τη στενοχωρημένη γυναίκα, τα κλαδιά, και ξεφύσηξε: — Πάρε, φυσικά… Να σε βοηθήσω — της είπε ζεστά. Η Θωμαΐς πήρε ευγνώμονη την αγκαλιά κλαδιά και άρχισε γεμάτη τύψεις να εξηγεί: — Καταλαβαίνετε, η κόρη μου αρρώστησε… ο σκύλος χάθηκε… δύσκολες μέρες, καθόλου γιορτινές… Ο άντρας την άκουσε με προσοχή. Κι εκείνος μόνος τις γιορτές, πληγωμένος από μια προδοσία που δε ξεχνούσε. Ξαφνικά εμφανίστηκε άλλος άντρας: — Πόσο το έλατο; — ρώτησε. — Πουλήθηκε. Δοκίμασε στον διπλανό, ίσως βρεις εκεί, — του απάντησε ο πωλητής. Η Θωμαΐς τον κοίταξε απορημένη. — Πάμε, να σας βοηθήσω με το έλατο. Εγώ θα το κουβαλήσω μαζί σας μέχρι το σπίτι, — είπε γελώντας ο άντρας. Η Θωμαΐς τον κοίταξε, αμηχανούσα: — Δεν έχω λεφτά, σας το είπα. — Το θυμάμαι, μην ανησυχείς, — της χαμογέλασε ζεστά. Και τότε συνέβη το απίστευτο: κάτι τέτοιο μονάχα όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα θα μπορούσε να συμβεί. Ο άντρας άνοιξε το φορτηγάκι και η Θωμαΐς είδε μέσα στο κάθισμα, τυλιγμένη σε ένα μάλλινο πουλόβερ, να κοιμάται η Κουμπί! — Πώς βρέθηκε εδώ η Κουμπί; — ψιθύρισε με σπασμένη φωνή. — Κουμπί τη λες; Εγώ, Έλατο την φώναζα από το πρωί που τριγυρνούσε χαμένη εδώ γύρω. Μετά ήρθε στα πόδια μου, τη λυπήθηκα και την έβαλα στο φορτηγάκι. Μη μου παγώσει το καημένο το σώμα της, — χαμογέλασε ο άντρας. Τον έλεγαν Παύλο. Αγαπούσε τα ζώα και έπιανε πάντα φιλία με τα παιδιά. Γρήγορα το σπιτικό της Θωμαΐδας γέμισε θαλπωρή και αγάπη. Ίσως έφταιγε η μαγεία των γιορτών, ίσως ήταν απλά γραφτό τους… Όπως και να 'χει, τώρα καινούρια οικογένεια σε τούτο το σπίτι γνώρισε την ευτυχία. Κι η σκυλίτσα Κουμπί — πού και πού, την αποκαλούν κι Έλατο.