«Κορίτσι μου, κάθισε το παιδί σου στα γόνατα σου», με μάλωσε μια μεγάλη γυναίκα γύρω στα πενήντα, με τη φωνή της να απλώνεται σαν παχύ σύννεφο μέσα στο λεωφορείο. Για την ιστορία, είχα αγοράσει θέση για τον γιο μου στο λεωφορείο και πλήρωσα 80 ευρώ γι αυτή.
Εκείνο το πρωί, έπαιρνα τον Νικόλα για να τον πάω στη γιαγιά του στο Περιστέρι. Ο Νικόλας, παρόλο που είναι μόλις πέντε ετών, μοιάζει μεγαλύτερος, και στην οικογένειά μας του φέρονται σαν να είναι μαθητής δημοτικού. Έτσι πάντα του αγοράζουμε δική του θέση στις διαδρομές με το λεωφορείο· είναι ήσυχος, ψηλός και γεμάτος, δύσκολο να τον κρατήσω αγκαλιά. Και εγώ και ο Νικόλας νιώθουμε άβολα αν μοιραστούμε θέση, κι αν τον έχω στα γόνατα, κινδυνεύει να λερώνει τα παπούτσια του στους άλλους επιβάτες. Ο γιος μου πρέπει να κάθεται μόνος στη θέση του, ώστε να είναι πιο άνετα για όλους.
Την συγκεκριμένη μέρα, ο Νικόλας καθόταν δίπλα στο παράθυρο κι εγώ στη διπλανή θέση. Επιλέξαμε τις μπροστινές θέσεις, γιατί έπρεπε να κατέβουμε πριν από τους υπόλοιπουςείχα εξηγήσει στον οδηγό πως είχα πάρει εισιτήριο και για το παιδί, για να μην βάλει άλλον στη θέση του.
Ξεκινήσαμε προς τα έξω, και στην εθνική ο δρόμος σταμάτησε από μια μεγαλόσωμη κυρία. Υπήρχαν ακόμη άδειες θέσεις πιο πίσω, ο οδηγός σταμάτησε. Όταν εκείνη μπήκε στο λεωφορείο με δύναμη, η καμπίνα ταράχθηκε και οι επιβάτες έμειναν σιωπηλοί παρακολουθώντας την να σκαρφαλώνει. Μόλις ο οδηγός ξεκίνησε ξανά, η γυναίκα συνέχισε να παρασέρνεται κοντά στον διάδρομο.
«Κορίτσι, κάθισε το παιδάκι στα γόνατα σου», μου φώναξε. Της είπα ήσυχα ότι είχα πληρώσει για τη θέση του Νικόλα και δεν θα τον βάλω στην αγκαλιά μου. Ο οδηγός πήρε το μέρος μου, λέγοντας στη γυναίκα πως μπορεί να βρει θέση μπροστά, υπάρχουν πολλές. Εκείνη όμως γκρίνιαζε και απαιτούσε να της δοθεί η θέση μας: «Εγώ πάντα παίρνω θέση δίπλα στο παράθυρο, εδώ μου ανήκει». Έλεγε ότι για εμάς ήταν πιο εύκολο να μετακινηθούμε στα πίσω καθίσματα.
Δεν έδωσα τη θέση μας, και το λεωφορείο πήγαινε πιο γρήγορα. Η γυναίκα συνέχιζε να στροβιλίζεται στο διάδρομο, χωρίς να θέλει να κάτσει πιο πίσω. Ένιωθα εσωτερικά μια ζεστή θάλασσα να βράζει, όμως δεν ήθελα να προκαλέσω σκάνδαλο μπροστά στον Νικόλα. Άρχισα να μιλάω με τον γιο μου για να ξεχαστούμε. Η γυναίκα εξοργίστηκε με την ηρεμία μου, φωνάζοντας, «Αμέσως μετακίνησε το παιδί, δεν καταλαβαίνεις;» της απάντησα ήρεμα ότι δεν θα δώσω τη θέση. Ο Νικόλας είναι μεγάλος και αγόρασα θέση για τον ίδιο. Κι επειδή μπήκαμε πρώτοι, κάτσαμε όπου θέλαμε. Δεν υπάρχουν εισιτήρια σαν στο θέατρο.
Ο οδηγός δεν αποσπάστηκε, αλλά ένιωθα ότι ήταν συνηθισμένος σε τέτοια περιστατικά. Οι υπόλοιποι επιβάτες στην αρχή αγνοούσαν το σκηνικό, κάποιοι είχαν ακουστικά στα αυτιά, άλλοι κοιμόντουσαν. Σιγά σιγά, όμως, άρχισαν να της λένε: «Κυρία, κάθισε σε μια κενή θέση.» «Μη φωνάζεις, δεν είσαι στο σαλόνι σου.» Εκείνη επέμενε πως δεν μπορούσε, γιατί ήταν δύσκολη λόγω του μεγέθους της. Όλοι καταλάβαιναν πως ήταν θέμα πείσματοςήθελε τις δικές μας θέσεις.
Το λεωφορείο γεμίζει αναταραχή. Και τότε, σε μια στιγμή που έμοιαζε να κρατά αιώνια, ο οδηγός σταμάτησε το όχημα, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και πέταξε τις τσάντες της γυναίκας έξω, ύστερα την συνόδευσε και την ίδια βγάζοντάς την από το λεωφορείο. Η γυναίκα με μάτια σαν κύματα δεν πρόλαβε να αντιδράσει, κι εκείνος μπήκε ξανά, οδηγώντας μακριά σαν να μην συνέβη τίποτα. Η καμπίνα βυθίστηκε σε σιγή. Όλοι μαζέψαμε τα ευρώ μας και τα δώσαμε στον οδηγό για όσα έχασε από το εισιτήριο της γυναίκας. Όταν φτάσαμε στον προορισμό, του τα δώσαμε και εκείνος, γελαστός, υποσχέθηκε πως δεν θα την αφήσει ξανά στο λεωφορείο τουπάντα ένωνε φωνές και καυγάδες, σαν όνειρο που τερματίζει χωρίς φως.






