ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΝΟ
Ο Δημήτρης και η Ιόλη παντρεύτηκαν όταν ήταν μόλις δεκαεννιά χρονών. Δεν μπορούσαν να ζήσουν ο ένας χωρίς τον άλλον. Ήταν ένα πάθος δυνατό, σχεδόν ανυπόφορο. Έτσι, οι γονείς τους αποφάσισαν αμέσως να επισημοποιήσουν τον δεσμό, για να μην συμβεί τίποτα έξω από τα συνηθισμένα…
Ο γάμος τους έγινε αξέχαστος, γεμάτος κρητικά βιολιά και λαούτα, στεφάνι στο αυτοκίνητο, βεγγαλικά, κλαρίνα και το γνωστό: «Να ζήσετε!».
Οι γονείς της Ιόλης δεν είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν οικονομικά. Ο μισθός τους έφτανε ίσα-ίσα για ένα πιάτο φασολάδα… και λίγο κρασί για την παρέα. Τα έξοδα τα ανέλαβε η μητέρα του γαμπρού. Την έλεγαν Αλεξάνδρα Παπανικολάου, αλλά επειδή το έβρισκε βαρύγδουπο, ζητούσε όλοι να τη φωνάζουν Σάνια.
Η Σάνια με τον τρόπο της είχε προσπαθήσει πολλές φορές να πείσει τον Δημήτρη να κάνει πίσω. Δεν της άρεσε που οι γονείς της Ιόλης ήταν βαριά εθισμένοι στο αλκοόλ. Ο Δημήτρης όμως ήταν ανένδοτος: «Η Ιόλη δεν είναι η οικογένειά της. Η αγάπη μας είναι πιο δυνατή απ’ όλα!».
Η Σάνια τον είχε προειδοποιήσει:
«Άκου να δεις, γιε μου, απ τη συκιά, σύκα θα βγουν, πορτοκάλια μη ζητάς! Μην είναι η αγάπη σας πιο μικρή κι απ της κάμπιας τη μύτη»
Οι δυο νέοι πίστευαν πως τίποτα δεν θα τους σταθεί εμπόδιο. Έβλεπαν τους εαυτούς τους στις βόλτες στη Γλυφάδα, τα κυριακάτικα απογεύματα στην Πλάκα Όλη η ζωή μπροστά τους.
Ώσπου η ζωή τους άλλαξε τα σχέδια.
Η Σάνια και ο άντρας της τους έκαναν δώρο ένα μικρό διαμέρισμα στο Περιστέρι. «Να ζήσετε και να χαίρεστε, παιδιά μου!»
Τα πρώτα χρόνια κύλησαν ήσυχα και ευτυχισμένα. Η Ιόλη έφερε στον κόσμο δυο κόρες, τη Τασία και τη Σοφία. Ο Δημήτρης τις λάτρευε και καμάρωνε όταν τις έβλεπε να παίζουν στις αυλές.
Όμως, δεν πέρασαν πέντε χρόνια, και η Ιόλη ξεκίνησε να φεύγει συχνά τα βράδια από το σπίτι. Όταν γυρνούσε, ο Δημήτρης μύριζε έντονα το ούζο πάνω της. Ζήτησε εξηγήσεις, εκείνη στην αρχή σιωπούσε, ύστερα τον κοιτούσε παγωμένα: «Ποτέ δεν σε αγάπησα στ αλήθεια. Ήταν ένας παιδικός ενθουσιασμός. Τώρα βρήκα τον άντρα που μου ταιριάζει. Και πάω μαζί του. Κι ας έχει άλλες τρεις κόρες».
Ο Δημήτρης πάγωσε. Σαν να τον θόλωσε ένα σύννεφο πίκρας. Ένιωθε προδομένος. Για την οικογένειά τους, για τη ζωή που έχτιζαν.
Η Ιόλη το έσκασε σε ένα απομακρυσμένο χωριό με τον εκλεκτό της καρδιάς της. «Κι αν είναι ο αγαπημένος σου πραγματικά, ακόμα και στην παράγκα μαζί του, παρά σε παλάτι με κάποιον άλλον», έτσι έλεγε.
Τα παιδιά της είχαν αφεθεί στη μοίρα τους.
Τα πήρε η γιαγιά Σάνια κοντά της στη Νέα Σμύρνη. Ήταν γυναίκα γεμάτη ζωή, με κουράγιο και χιούμορ. Η ίδια και ο άντρας της φρόντιζαν τις εγγονές και τις κακομάθαιναν όσο μπορούσαν.
Ο Δημήτρης, μετά την προδοσία, έπεσε σε μαύρη θλίψη. Ένας φίλος τον έσπρωξε σε μια μικρή αίρεση. Όχι πολύ καιρό μετά, τον πάντρεψαν με μια χήρα, τη Χλόη, που είχε δύο γιους τον Ορέστη και τον Βαγγέλη. Έκαναν και θρησκευτικό τελετουργικό σύμφωνα με τα ήθη της ομάδας τους.
Ο Δημήτρης πια δεν είχε χρόνο για τις κόρες του. Η Χλόη τον ήθελε κολλημένο δίπλα της, του έδινε συνεχώς δουλειές: «Άσε τις κόρες σου, έχουν μάνα. Πήγαινε τον Ορέστη στον σταθμό και τάισε τον Βαγγέλη».
Ο Δημήτρης υπάκουε σιωπηλά.
Βαθιά μέσα του ακόμα αγαπούσε την Ιόλη, αλλά ήξερε πως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω.
Πέρασαν επτά χρόνια και μια μέρα, εμφανίστηκε ξαφνικά στην πόρτα της Σάνιας η Ιόλη, κρατώντας από το χέρι ένα κοριτσάκι γύρω στα τέσσερα. Η Σάνια, με κριτικό βλέμμα, την κοίταξε πάνω-κάτω.
«Σε πήρε η ζωή και σε έλιωσε, Ιόλη μου. Αυτή η μικρή είναι δική σου;», ρώτησε ειρωνικά.
«Ναι, λέγεται Μαρία. Μπορούμε να μείνουμε εδώ για λίγο;», ρώτησε η Ιόλη διστακτικά.
«Δεν το περίμενα ποτέ ότι θα σ’ έβλεπα ξανά έτσι Σε διώξανε;»
«Όχι, έφυγα μόνη μου. Δεν αντέχω άλλο, με δέρνει, πίνει και δεν σταματά ποτέ», παραπονέθηκε.
«Κανείς δεν σε ανάγκασε να τον διαλέξεις. Γιατί δεν πήγες στους δικούς σου;», ρώτησε με μια δόση σαρκασμού.
«Μου έλειψαν οι κόρες μου. Ήρθα να τις δω. Δεν θα μας αφήσεις;»
«Να, ξαφνικά ανακάλυψες ότι έχεις παιδιά! Κούκος είσαι, Ιόλη», είπε η Σάνια.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν μέσα τα κορίτσια. Η Τασία και η Σοφία έφηβες πια, κοιτούσαν τη μητέρα τους με αμηχανία και θυμό. Δεν της είχαν πια καμία αγάπη· μόνο πίκρα και παράπονο. Η γιαγιά Σάνια οδυρόταν συχνά γιατί οι εγγονές της ήταν ορφανές με ζωντανούς γονείς.
Φυσικά, η Σάνια δέχτηκε την Ιόλη και τη μικρή Μαρία. Πώς να τις πετάξει στον δρόμο;
Όμως, πέρασε μόλις ένας μήνας και η Ιόλη το σκασε ξανά. Ξαναγύρισε στο χωριό της, στον ίδιο άνθρωπο. Η μικρή Μαρία έμεινε πίσω στη γιαγιά Σάνια. Τρεις εγγονές τώρα υπό τη φροντίδα της. Τα κορίτσια δείχνανε αφοσίωση και αγάπη στους παππούδες τους. Το σπίτι ήταν γεμάτο ζεστασιά και σεβασμό.
Τα χρόνια πέρασαν, όπως γίνεται πάντα.
Η Σάνια κι ο άντρας της έφυγαν από τη ζωή. Η Τασία παντρεύτηκε αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Η Σοφία έμεινε μόνη, με τα μαλλιά της να γίνονται ασημένια με τον καιρό. Η Μαρία, στα δεκαεπτά της, έκανε ένα μωρό χωρίς να ξέρει κανείς ποιος ήταν ο πατέρας και πήγε κοντά στη μητέρα της στο χωριό.
Τα νιάτα ποτέ δεν έμειναν, η γηρατειά ήρθε αθόρυβα.
Η Ιόλη ζούσε πλέον μόνη. Ο σύντροφός της αρρώστησε βαριά και οι κόρες του τον πήραν στην πόλη κοντά τους. Της τα έριχναν όλα στη μούρη: «Αν τον πρόσεχες, δεν θα έφτανε σ αυτό το χάλι! Κοίτα τη δική σου δουλειά»
Οι γείτονες έλεγαν την Ιόλη ξεδιάντροπη και μεθυσμένη δεν έχουν στόματα τα σπίτια στο χωριό, βλέπετε. Τα κουτσομπολιά τα σήκωνε ο αέρας. Μόνο να ανοίξεις τα αυτιά σου.
Ο Δημήτρης, στο τέλος, παράτησε την Χλόη και μετά βίας ξέφυγε από την αίρεση. Έμεινε ολομόναχος στο παλιό διαμέρισμα της Σάνιας. Μέρες έτρωγε από παξιμάδι σε τσουρέκι, κοιμόταν σε άδεια, παγωμένα σεντόνια. Μόνο τρεις γάτες είχε για παρέα για να μην τρελαθεί. Εκεί κατέληξε η «αγάπη»
Και όμως, κάποτε η ευτυχία χτύπησε την πόρτα της Ιόλης και του Δημήτρη μα εκείνοι δεν ήξεραν να την κρατήσουν.
Στη ζωή, οι επιλογές μας αφήνουν αποτυπώματα βαθιά· και τα λάθη, όταν δεν τα αντιμετωπίζουμε με ευθύνη, έχουν το βάρος να πλακώνουν τον ίδιο μας τον δρόμο. Αγάπη σημαίνει φροντίδα, ακόμη και όταν οι εύκολες διαδρομές μας καλούν να στρίψουμε αλλούΚι ο Δημήτρης, μια νύχτα με βροχή, αφού χάζευε μαγεμένος τις στάλες στο τζάμι, πήρε θάρρος και τηλεφώνησε στη Σοφία. Εκείνη απάντησε κουρασμένα, με τη φωνή κάπως τραχιά, μα τον άκουσε ως το τέλος. Δεν του είπε πολλά· μα όταν της έκλεισε το τηλέφωνο, ο Δημήτρης χαμογέλασε σβηστά. Το ίδιο εκείνο βράδυ, ονειρεύτηκε πως έτρεχε ξανά παιδί, πίσω από το ποδήλατο στην αυλή, να συναντήσει την αγάπη χωρίς να φοβάται, χωρίς να κουβαλά τις πληγές των μεγάλων.
Η Ιόλη καθόταν τώρα κάθε σούρουπο στην παλιά βεράντα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, ο καφές μύριζε γλυκό και πικρό μαζί. Ένα κοριτσίστικο γέλιο ακούστηκε απ το δρόμο η μικρή Μαρία με την εγγονή της φίλης της έτρεχαν στο χώμα. Η Ιόλη σήκωσε το βλέμμα, κι έπιασε τον εαυτό της να νοσταλγεί εκείνον τον χαμένο γάμο στη Γλυφάδα, τα πρώτα λουλούδια, την ελπίδα που ξέχασε να προσέξει.
Στο τέλος, κανείς δεν μιλούσε για έρωτα. Μιλούσαν μόνο για το πώς όλοι τους πέρασαν από τη φωτιά και τη στάχτη μα κάποιος, κάπου, είχε κρατήσει ένα σπίρτο στα δάχτυλα. Και όποιος ήξερε να ανάψει ξανά το φως μέσα στο σκοτάδι, μπορούσε να βρει λίγη θαλπωρή, έστω και αργά.
Η ζωή κύλησε. Οι πληγές ίσως δεν έκλεισαν ποτέ τελείως, μα από κάποιες χαραμάδες πέρασε λίγη συγχώρεση. Και όσοι έμειναν πίσω, έμαθαν να κοιτούν το κενό όχι πια με φόβο, αλλά με μια σιωπηλή ελπίδα πως κάποτε η ευτυχία θα ξαναχτυπήσει την πόρτα, κι ας αργήσει· πως αξίζει να περιμένεις. Διότι το πιο δύσκολο δεν ήταν να χαθείς αλλά να μάθεις να επιστρέφεις.



