Ε, εγώ τον άντρα μου ποτέ δεν τον αγάπησα.
Και πόσα χρόνια ήσασταν μαζί;
Μα τι να σου πω Παντρευτήκαμε το 71, κάνε τη σούμα.
Και πώς γίνεται να μην τον αγαπούσες;
Σε ένα παγκάκι, δίπλα σε έναν τάφο στο Νεκροταφείο Καισαριανής, κάθονταν δυο σχεδόν άγνωστες γυναίκες. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε φθινόπωρο να καθαρίσουν τα μνήματα των δικών τους, και, όπως γίνεται, πιάστηκαν στο κουβεντολόι.
Ο μακαρίτης; ρώτησε μια, δείχνοντας τη φωτογραφία στο μάρμαρο, φορώντας ένα γκρι μπερέ.
Ο άντρας, ναι. Ένας χρόνος πέρασε Δεν το συνηθίζω, μου λείπει, δεν αντέχω. Εδώ έρχομαι Τον αγαπούσα πολύ, είπε η Μαριάννα και έσφιξε το μαύρο μαντήλι της.
Κάθισαν ήσυχα λίγο, μέχρι που η άλλη, η Ειρήνη, ξεφύσηξε:
Εγώ, πάντως, ποτέ δεν τον αγάπησα τον δικό μου.
Η Μαριάννα γύρισε το κεφάλι, παραξενεμένη:
Και πόσο ζήσατε μαζί;
Τι να σου πω Από το 71 μαζί ήμασταν.
Καλά, πως τα κατάφερες τόσα χρόνια και δεν τον αγάπησες;
Από πείσμα τον πήρα. Μου άρεσε ένας γόης τότε, αλλά ξαφνικά γύρισε στη φίλη μου. Κι εγώ, κλασικά, είπα «θα παντρευτώ πρώτη!». Περνούσε δίπλα μου ο Γιώργος ο χαμηλών τόνων ήταν λίγο κολλημένος μαζί μου, κι έτσι έγινε
Και;
Α, να σου πω, πήγα να το σκάσω από το γλέντι του γάμου μας! Όλο το χωριό χόρευε κι εγώ τα μοιρολόγια. Τελείωσε, έλεγα, η νιότη. Κι έβλεπα τον Γιώργο μικροκαμωμένος, με μπαλωμαμένη φαλάκρα και αυτιά πεταχτά Το κοστούμι σαν να χει βάλει σαμάρι αγελάδας. Χαμογελούσε πλατιά, τα μάτια του πάνω μου συνεχώς Θεέ μου, έλεγα, πόσο γελοία τα έκανα.
Και μετά;
Τι μετά; Πήγαμε να μείνουμε στους γονείς του. Άνθρωποι καλοσυνάτοι ξεσκόνιζαν και τον αέρα γύρω μου. Εγώ, ψηλή και τσαχπίνα, βλέμμα βουτυροκομμένο, μαλλί μακρύ, βυζιά ξεχείλιζαν από το φόρεμα. Όλοι καταλάβαιναν ότι ήμουν δυο σκάλες πάνω από τον γαμπρό.
Το πρωί ξυπνούσα και τα παπούτσια μου πλυμένα η μάνα του Γιώργου είχε πάρει εργολαβία! Κι εγώ όλο μούτρα, φωνές, έβριζα και την πεθερά. Γιατί; Γιατί λυπόμουν τον εαυτό μου που δεν τον αγαπούσα Ε, δεν κολλούσε το πράγμα ποιος να αντέξει τέτοια νύφη;
Και μια μέρα ο Γιώργος μου λέει: «Να φύγουμε για τον Έβρο, να κάνουμε μεροκάματο!». Από το ένα αυτί μου μπαίνε από το άλλο έβγαινε. Μόνο να φύγω ήθελα τίποτα άλλο!
Τότε όλοι σπρώχναν τον κόσμο να πάει στα έργα στη Θράκη. Εγώ μπα Μα ο Γιώργος επέμενε. Τελικά μας δέχτηκαν με το συνεργείο, φύγαμε πρώτα με το τραίνο για Θεσσαλονίκη και μετά για Αλεξανδρούπολη πάσα του ΟΣΕ!
Βάλαμε τις γυναίκες σε ένα βαγόνι, τους άντρες σε άλλο τότε ήταν άλλα κόλπα, δεν είχε εύκολες μετακινήσεις εντός. Ο Γιώργος έμεινε χωρίς φαγητό εγώ είχα το τάπερ μου, αλλά δεν υπήρχε πέρασμα στους διαδρόμους, που να του το δώσω.
Μ ένοιαξε; Καθόλου. Βρήκα παρέα, γλέντια, χασκογέλια. Ό,τι τάπερ με πίτα μου έστειλε η πεθερά, το έδωσα στα κορίτσια.
Στο σταθμό στο Κιλκίς, τρέχει ο Γιώργος να βρει φαγητό ντράπηκα. Λέω, «τέλειωσε, δεν έχει τίποτα», ενώ ήξερα ότι πεινούσε. Εκείνος τίποτα, με καθησύχασε: «Ε, καλά κάνατε, όλα καλά, κι εμείς έχουμε εδώ, μ έχουν κεράσει».
Κι έφυγε. Ήξερα ότι έλεγε ψέματα. Ξενικός άνθρωπος, ντροπαλός. Να πάρει από ξένο ούτε ψίχουλο. Το έκανε για να ηρεμήσω εγώ.
Όταν φτάσαμε στη Θράκη, μας έβαλαν σ ένα τρισάθλιο ξενώνα τριανταπέντε γυναικοπαρέα σε κοινόβιο, άντρες αλλού. Προσωρινά, μας είπαν, θα μας βολέψουν αργότερα. Εμένα μ ένοιαζε; Πουθενά δεν ήθελα να τον βλέπω. Αμα ερχόταν, όλο έκανα ότι βιάζομαι, κυκλοφορούσα με μούτρα. Οι άλλες με μάλωναν: «Γυναίκα, άντρα σου είναι, όχι συμφοιτητής!»
Σκηνικά να περιμένει με τις ώρες κάτω από τα παράθυρα. Ο καιρός υγρός, κι εγώ ούτε να ξαναγυρίσω το κεφάλι.
Κάποια στιγμή σκέφτηκα το διαζύγιο. Ο Θεός, παιδιά δεν μας έδωσε καλό σκέφτηκα εγώ, αφού δεν υπήρχε αγάπη. Με τον Γιώργο, έτσι κι έτσι μόνο μερικές νύχτες κοιμήθηκα μαζί του, από τύψεις.
Μετά μπήκε στη σκηνή ο Γρηγόρης: μελαχρινός, ψηλός, τσαούσης, με μαλλί σαν κύμα. Κάναμε ώρες υπερωρίες εκειπέρα, εγώ στις μπετόβεργες, αλλά τουλάχιστον τρώγαμε σαν άνθρωποι σου έδιναν τσέχικη μπύρα, πορτοκάλια και σαλάμι που δεν είχε δει το μάτι μας στο χωριό! Έρχονταν μουσικοί, γινόταν γλέντι στα παραπήγματα.
Ο Γρηγόρης εμφανίστηκε δια χειρός των κοριτσιών, αλλά εκείνες άδικα τον γλυκοκοίταζαν εμένα διαλεξε. Πάει, ξεμυαλίστηκα
Ο Γιώργος με παρακαλούσε, παραπονιόταν. Αλλά εγώ ήμουν αλλού τελείως έρωτας με τον Γρηγόρη!
«Θα σε χωρίσω», του λέω.
Εκείνο το διάστημα ακριβώς μας έδωσαν δικό μας δωματιάκι, αλλά εγώ ούτε που πατούσα.
Ο Γιώργος όμως παντού τριγύρω, ήσυχος, αλλά με παρακολουθούσε Ενώ εγώ στα σύννεφα έρωτας βλέπεις.
Η Μαριάννα άκουγε μαγεμένη.
Και πώς το άντεξε;
Το κατάπιε Γιατί με αγαπούσε. Μετά ο Γρηγόρης το γύρισε στην Κατερίνα, μια λογίστρια, και με έγραψε κανονικά. Μόλις του είπα ότι μάλλον είμαι έγκυος, το έριξε στις κατηγορίες, δημοσίως μάλιστα ότι τάχα εγώ τον άρπαξα γιατί ο άντρας μου είναι φοβιτσιάρης.
Τα έμαθε ο Γιώργος αυτά, από «καλοπροαίρετους» φυσικά. Η αγάπη του πρέπει να του είχε πιει το μυαλό. Πήγε να βρει τον Γρηγόρη να του ρίξει ξύλο και πέσανε έξω απ το εργοτάξιο. Εγώ ούτε που το έμαθα, ώσπου με ειδοποίησαν πως με πήγε στο νοσοκομείο.
Τρέχω και του τα σέρνω στον οδηγό «Τι ήθελε να μπλέξει; Δεν βλέπει την καμπούρα του;». Ο Σάββας ο οδηγός ούτε που μιλούσε φανερό πως με έκρινε.
Μπαίνω στο νοσοκομείο τον βλέπω με μώλωπες, σαν μελιτζάνα το πρόσωπο.
Γιατί πήγες να το κάνεις;
Για σένα μου λέει.
Κι όμως, ένιωσα να λυπάμαι περισσότερο τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή. Δεν ήξερα καν ποιανού ήταν το παιδί στην κοιλιά μου. Είχα κοιμηθεί και με τους δυο
Τον φρόντιζα όσο ήταν στο νοσοκομείο, από υποχρέωση πια, όχι αγάπη.
Θυμάμαι, όταν σηκώθηκε στις πατερίτσες, ήρθα να τον δω. Στεκόταν πλάι στο παράθυρο, με μια νοσοκομειακή πιτζάμα, όλος μαραζωμένος. Κοίταγε έξω, είπε:
Μην πάρεις διαζύγιο, να φύγουμε, το παιδί θα είναι δικό μου και κανενός αλλουνού!
Κι εγώ, αντί να πω ευχαριστώ, λέω:
Και γιατί το θες;
Σ αγαπάω, μου απαντά.
Όπως θέλεις, του λέω.
Γύρισα την πλάτη και έφυγα στον διάδρομο. Ήξερα πως με κοιτούσε, περίμενε να γυρίσω, αλλά δεν το έκανα παρόλο που μέσα μου πανηγύριζα, που δεν έπρεπε να φύγω ντροπιασμένη στο χωριό, μαζί του θα ήταν πιο εύκολο με το μωρό.
Μετακομίσαμε στη Δράμα. Ο Γιώργος πάντα ήσυχος, αλλά στη δουλειά προόδευε είχε τελειώσει Μηχανολόγος στο ΤΕΙ, έπιασε θέση επιστάτη σε δημόσια έργα. Για πρώτη φορά γύριζε σπίτι με τσάντες γεμάτες λιχουδιές.
Έχω γυναίκα έλεγε περήφανα σε όλους κι είναι και έγκυος!
Εγώ μ έτρωγε ντροπή. Τότε μας έδωσαν τελικά ένα καλό διαμέρισμα, βρήκα και εγώ δουλειά στην απογραφή.
Όταν γέννησα κατάλαβα του Γρηγόρη ήταν το παιδί, μαύρα μαλλιά, ίδιος εκείνος. Ο Γιώργος ούτε στιγμή δεν το έδειξε τον έπαιρνε αγκαλιά, τον καμάρωνε, δάκρυσε τότε που με πήρε από το μαιευτήριο!
Ο μικρός Μάξιμος δύσκολος από μωρό βάσανα. Ο Γιώργος εξαντλημένος μ αυτόν το μπόμπιρα. Δεν είπε λέξη όμως.
Ένα χρόνο μετά, έκανα δεύτερο. Από τον Γιώργο. Την είπαμε Μαρία, της μητέρας του το όνομα. Τότε ένιωσα ντροπή που τα είχα βάλει με πεθερικά τόσα χρόνια, αλλά τουλάχιστον για χάρη της μάνας του του το χρωστούσα.
Στον Γιώργο δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε αγαπούσα, ούτε μισούσα. Μόνο να βοηθάει ήθελα κι εκείνος τα έκανε όλα. Άπλωνε, καθάριζε, με άφηνε να κοιμηθώ έλεγε:
Το νερό παγώνει, αν αρρωστήσεις ποιος θα αντέξει;
Οριακά του άρπαζα τη λεκάνη άντρας, προϊστάμενος και να πλένει σώβρακα θα γίνουμε ρεζίλι! Εκείνος ούτε που νοιαζόταν
Αυτή η υπερβολική του αγάπη με τρέλαινε πια.
Και ο Μάξιμος στα 13 μπήκε στο τμήμα ανηλίκων. Εκεί, εγώ γνώρισα τον Στέφανο, αστυνομικό. Χωρίς γυναίκα, καλό παιδί, γλυκομίλητος και τα βρήκε αμέσως με τον Μάξιμο τον μπαμπά του ούτε που τον λογάριαζε. Ο Γιώργος, πάντα μαλθακός, ούτε φωνή, ούτε τιμωρία. Εγώ έτρεχα μ τη ζώνη! Τι να κάνω, αφού έκλεβε απ τα περίπτερα; Κι ο μπαμπάς μην ακούει για τιμωρία.
Ένα διάστημα έστειλαν τον Γιώργο για μετεκπαίδευση στην Αθήνα. Κάναμε ζωή νοικοκύρη στη Θεσσαλονίκη, καλό διαμέρισμα, αλλά εκείνος να πρέπει να φύγει.
Άμα μου πεις να μην πάω δεν θα φύγω, μου λέει.
Εγώ ψυχρά:
Πήγαινε.
Κι έφυγε με το καημό.
Ο Στέφανος, ο αστυνόμος, από κοντά: «Χώρισε, αφού δεν τον αγαπάς». Εγώ
Εκεί σταμάτησα. Καθάρισα τα φύλλα από το τραπεζάκι.
Και; η Μαριάννα είχε γίνει πια φίλη, ο λόγος οικείος.
Η Ειρήνη της έκλεισε το μάτι, βαθιά ζάρα ανάμεσα στα φρύδια.
Πολύ σκεφτόμουν. Κι έρχεται γράμμα από τον Γιώργο το έχω ακόμα, κανείς δεν το ξέρει. Γράφει πως κατάλαβε επιτέλους πως δεν τον αγάπησα, μόνο υπέμεινα. Έλεγε πως αν απαντήσω ότι δεν τον χρειάζομαι, δεν θα γυρίσει. Τα παιδιά δεν θα τα παρατήσει, τον μισό του μισθό θα μου στέλνει, όλα δικά μου. Καλή ζωή μου ευχόταν. Κανένα παράπονο, καμία κακία. Όλον τον πόνο τον κράτησε για τον εαυτό του, σε μένα μόνο γαλήνη.
Τα φύλλα απ τις λεύκες στο τραπέζι ξανά, ηλιόλουστη αλλά ψυχρή μέρα. Η Μαριάννα με το μαντήλι μάτια-μύτη.
Γιατί κλαις τώρα;
Αχ Τι θέλεις, άμα τα θυμάσαι, σου ρχεται το κλάμα. Πες μου, τον άφησες; Πήγες τελικά με τον αστυνόμο;
Ολη νύχτα δεν κοιμόμουν τότε. Ο Μάξιμος χειρότερα, εγώ μπερδεμένη. Έπιανα το γράμμα. Εκεί στη δουλειά γνώρισα μια κυρά, την Ελένη, μεγαλύτερή μου. Μου λέει: «Ειρήνη, τέτοιοι άντρες δεν βρίσκονται εύκολα».
Μια μέρα ξύπνησα ήταν σαν να με καταβρέξανε. Τι κάνω, λέω; Ο άνθρωπος γι εμένα ζει μια ζωή κι εγώ;
Τα θυμήθηκα όλα. Πόσο με φρόντιζε, πώς όταν αρρώστησα μ έσωσε σήκωσε γη και ουρανό, έβρισκε γιατρούς, φάρμακα, δεν έφυγε στιγμή από δίπλα μου. Θυμάμαι, έφερε σπίτι κατά λάθος δέμα ξένο φταίει το χιόνι, τα μπερδέψανε στο ελικόπτερο του Δήμου. Μόλις το κατάλαβε, με το χιόνι ως το γόνατο στο διπλανό χωριό το πήγε πίσω τον παρακαλούσα μην πάει, δεν άκουγε. «Οι άνθρωποι το περιμένουν», μου είπε. Γύρισε σπίτι με καψαλισμένα μάγουλα, κρύωσε.
Τότε κατάλαβα ότι δεν ήθελα κανέναν άλλον εκτός απ αυτόν.
Να γράψω γράμμα; Θα το καταλάβαινε; Τόσα χρόνια να του δείχνω πως δεν είναι τίποτα για μένα και τώρα να του πω αυτά που έκρυβα;
Ήταν φθινόπωρο, τέτοια μέρα σαν σήμερα. Οργάνωσα τα παιδιά, βόλεψα τη δουλειά και τσουπ στη Λάρισα, απευθείας για την Αθήνα.
Πήρα το τρένο μου φαινόταν να τρέχει αργά, ήθελα να τον δω! Είχα την όψη του συνέχεια μπροστά μου γνώριμη, παρηγορητική. Και τη φαλάκρα του, και τ αυτιά, και η κοιλίτσα του, όλα τα λάτρευα ξαφνικά
Στο πανεπιστήμιο μπήκα δεν τους άφηναν τους επισκέπτες, αλλά εγώ καθόμουν στη σκάλα. Όταν βγήκαν από τα μαθήματα, δεν τον γνώρισα στην αρχή! Με το σκουφάκι του, το μπουφάν, την τσάντα του, πιο σημαντικός από ποτέ! Πάγωσα τόση αγάπη μ έπιασε!
Πέρασε μπροστά μου και ούτε που με είδε. Μόλις έστριψαν, φώναξα κι εκείνος γύρισε, σταμάτησε, με κοίταζε αποσβολωμένος. Στεκόμασταν έτσι, εμένα έτρεμαν τα χέρια. Τα φιλαράκια του κοίταζαν, δεν καταλάβαιναν τίποτα. Και μόλις βρήκαμε τα μάτια μας, πέσαμε στην αγκαλιά ο ένας του άλλου, σκορπίσανε τα χαρτιά του παντού κι εμείς εκεί, αγκαλιά, χωρίς λόγια.
Και τι να πεις;
Οι συνάδελφοί του γέλαγαν: «Να, τέτοιοι είναι οι μεγάλοι έρωτες!», έλεγαν.
Το μαντήλι της Μαριάννας μούσκεψε.
Και μείνατε μαζί, ερωτευμένοι μέχρι τέλους;
Τι τέλος καλή μου;
Να, εκεί με βλέμμα στον τάφο που καθάριζε η Ειρήνη. Εκεί δεν είναι ο άντρας σου;
Αχ! Όχι Εκεί είναι ο Μάξιμος μας, το αγόρι μας. Πέθανε ταλαιπωρημένα, στα σαράντα. Δεν είχε καλή τύχη, μπλέχτηκε, φυλακή μπήκε, μας τσάκισε και τους δυο. Μετά έπινε, κι έτσι
Ο άντρας σου ζει; ρώτησε έκπληκτη.
Ζει, δόξα τω Θεώ! Μ’ έφερε να τακτοποιηθώ εδώ κι έφυγε για δουλειές. Βοηθάμε την κόρη μας τώρα, και κοίταξε γύρω, Νατος κι αυτός! Φτάνει. Πολυλογήσαμε, μάλλον.
Όχι, εγώ θα κάτσω λίγο ακόμα στα δικά μου μνήματα. Ευχαριστώ, πάντως.
Ο Γιώργος πλησίασε καλοσυνάτος, γεματούλης, φορούσε μαύρο μπουφάν και δερμάτινο κασκέτο. Χαιρέτισε χαμογελαστός.
Κουράστηκες, Γιώργο; Πολυέτρεξες σήμερα;
Μάζεψε όλα τα συμπράγκαλα από τον τάφο τους, η Ειρήνη του παιρνε πάντα το μεγάλο βάρος από τα χέρια, πάντα με μια έξτρα έγνοια για τη μέση του.
Κι έτσι φύγανε αγκαζέ, κάτω από τα κιτρινόφυλλα του νεκροταφείου.
Λίγο πριν στρίψουν, η Μαριάννα γύρισε, χαιρέτισε με το χέρι, το ίδιο κι ο Γιώργος.
Κι η Ειρήνη κοιτούσε το παλιό μάρμαρο, τον άντρα της στη φωτογραφία, και σκεφτόταν πως ευτυχία δεν είναι να έρχεται μόνη της, αλλά να της ανοίγεις την καρδιά σου.
Κι η ευτυχία, ένα πράγμα μόνο είναι: να αγαπάς, και να σε αγαπούν.





