Η σύζυγός σου σε προδίδει, το ξέρεις;
Ο ήχος του τηλεφώνου έμεινε να αιωρείται στα αυτιά μου όλη τη διαδρομή προς το σπίτι, σαν έντονη κερίτσα που δεν μπορείς να σπρώξεις πίσω ούτε με γρήγορη κίνηση του χεριού ούτε με δυνατή κραυγή. Έκανα τη θέση μου στο πολυθρόνα του τρένου, κοίταζα έξω από το σκοτεινό παράθυρο όπου το πρόσωπό μου, κουρασμένο και λιπαρό, έδειχνε μια φαντασματωμένη αντανάκλαση· το θυμό και οι αμφιβολίες βάρυναν σαν βάρος μολίβδου, σφιγμένα στον λαιμό μου με κρύα, αδερφική δάχτυλα.
Όλα ξεκίνησαν εκείνη τη φαινομενικά απλή Παρασκευή, που από τότε χρονομεί στη μνήμη μου με μουντές, μαύρες αποχρώσεις. Ο ξάδερφός μου, ο Βασίλης, ένας ξεκάθαρος και απλός άνθρωπος, έσπασε το ήσυχο νερό της καθημερινότητάς μου με μια μόνο κουβέντα· ένα αργό, σταθερό δηλητήριο που πήρε θέση μέσα μου, και η πραγματικότητα δεν άφηνε πια το παλιό της σχήμα, αγκαλιάζοντας το νέο, αστραπιαστικό σκότωμα.
Πίσω στο μικρό μου διαμέρισμα, έστησα τα πόδια μου στο ψυχρό μπαλκόνι, στηρίζοντας τους αγκώνες μου στα σιδερένια κριούς. Ήμουν προετοιμασμένος για την έξοδο· το σκούρο σπορ κοστούμι μου καθήλεια, το γραβάτα δεμένα άψογα· στην εσωτερική τσέπη του παλτό κρυβούσαν δύο εισιτήρια για το θέατρο. Ένα τσιγάρο, ανάσουλο στο νευρικό άγχος, είχε πέσει ακριβώς στην τεράστια γυάλινη τσάντα του τσιγάρου, πεσμένο σκόνη σαν να ήταν ο καθρέφτης των συναισθημάτων μου. Η Ισμή ήταν ακόμη μέσα στο υπνοδωμάτιο, κλειστή η πόρτα· άκουγα τον ήχο του χορού του φόρεματός της και τα ελαφρά βήματά της στο παρκέ. Όταν εμφανίστηκε στο φως της μεγάλης κρυστάλλινης λυχναριού, ξέχασα για τη φωνή του Βασίλη, για τη φλέβα του φθόρου. Ήταν λαμπερή, όπως πάντα· να την χάνω ήταν σαν να στερείς τον εαυτό σου το φως του ήλιου, να βυθίζεσαι σε αέναο χειμώνα.
Ισμή, αργούμε. Πόσο καιρό θα πλανάσαι; η φωνή μου έσφυγε με την ανυπομονησία, αλλά και με τη σμικρή κατακρηστική πικρία που είχε μολύνει κάθε μου σκέψη.
Πήρε το μπαλκόνι σαν να ήταν μια σκηνή, το χαμόγελό της παλιό, πονηρό, σαν εκείνο που είχε ενοχλήσει τα λογία μου.
Κοίτα, Γιάννη, τα αγαπημένα σου, κουκουρουνόδισε, και στα μάτια της άναψαν κρις λουβές.
Η Ισμή, με τη χάρη μιας μπλερίδας, τράβηξε από το πηλό του βράχου ενός βραδυπλούσιου φορέματος ένα κομψό πόδι, δείχνοντας λανθασμένα κόκκινα παπούτσια με ψηλό, ακατανόητο τακούνι.
Τα κρύβω στον πιο βαθύ ντουλάπι· δεν θα τα φορέσω ποτέ, μέχρι να επιστρέψει ο κυριότερος θεατής, ψιθύρισε, σαν να διαβάζε τους σκοτεινούς, άγριους σκεπτικούς του, προσθέτοντας το φίλτρο της πίστης.
Κοίταζα σιωπηλά, ενώ στο κεφάλι μου η φωνή του Βασίλη επανέλαβε σαν παλιό ρεκόρ:
«Πόσο συχνά εμφανίζεται εκεί» ηχώ που συνδύαζε το βόλτα του Αθηναϊκού κυματισμού.
Ήρθα στο αυτοκίνητό μου, το χέρι μου αγγίζοντας το τραχύ δέρμα του τιμονιού· το μυαλό μου τρεμόπαιγμα επανέλαβε εκείνη τη μοιραία συζήτηση. Ο Βασίλης, μετά από τις άσκοπες ερωτήσεις για τη δουλειά, άρχισε να λες ομιλίες, σπασμένες σαν κομμάτια γυαλιού· και ένα μόνο όνομα έβγαινε μπροστά: Ισμή.
Ξεβάλε τα πάντα όπως είναι, μην κουβάς! εκρήγαγα, καθώς οι παύσεις γίνονταν βαρύες.
Ο Βασίλης, με θάρρος ενός λυκόφωτος που βουτάει στο παγωμένο νερό της νύχτας, απάντησε: «Η γυναίκα του τρέχει συχνά στον Τύχωνα», του γυμνός αθλητής με την μεγάλη μούσι και τα μακριά μαλλιά, φανατικό υγιεινής ζωής και μυστικών πνευματικών πρακτικών.
Γέλασα δυνατά στο τηλέφωνο:
Ξέρω αυτόν τον λολοίδο φιλόσοφο! Έχει τρία μικρά παιδιά, τρέχει σαν τρελή ερπετόνι, το σπίτι του είναι κήπος, μικρό αγρόκτημα Δεν είναι το δικό μας κυριαρχικό πρόβλημα. Πρέπει να προσέχεις τη δική σου γυναίκα, όχι άλλων!
Ο Βασίλης, σιγανά, ψιθύρισε με βαριά καρδιά: «Η αδερφή μου η Θεανώ, που πήγε και αυτή στις συνεδρίες του, τώρα λέει πως ο Τύχων δεν είναι όπως φαίνεται. Του αρέσει να της κάνει μικρές κινήσεις προσοχής».
Η φωνή του έτρεχε με αληθινό άγνοια και απώθηση· το βάρος της αμφιβολίας έπεσε σαν λουλούδι στην άκρη του μυαλού μου, έσπασε τη σιωπή σαν παγωνιά.
Ο Βασίλης δήλωσε ότι η Ισμή επισκέπτεται τον Τύχωνα τρεις-τέσσερις φορές την εβδομάδα, σαν να πηγαίνει στη δουλειά. Καθ όλη τη διάρκεια των απουσιών μου, δεν είχε πάει ούτε να δει τη γηράσκουσα μητέρα μου στην ίδια Αθήνα. Ο κοινός μας γιος, μικρός Μίλτος, πάει συχνά στο αρωματικό σπίτι του Τύχωνα.
«Η ευφυΐα του είναι σα φεγγάρι», έσπαγανει ο Βασίλης, «αλλά όταν του μίλησα, με κούνησε με λόγια που με έκαναν ντροπιά. Όλα τα κορίτσια τον κοιτούν, ανοιχτά-ανοιχτά».
Πώς τον κοιτούν; ρώτησα, νιώθοντας το έδαφος να χάνει την στήριξή του.
Σου έδωσα όλα τα στοιχεία, απάντησε βαριά σαν κατάφαση. Τώρα αποφάσισε τι θα κάνεις.
Προσπάθησα να χλευάσω την παραλόγιση του, αλλά ο μικρός, θανατηφόρος σκώληκας της αμφιβολίας, που είχε σπρώξει με το τηλεφώνημα του Βασίλη, παρέμεινε ζωντανός. Στο βάθος του νου μου τρυπούσε, τρυπούσε με μικρή, δηλητηριώδη τσιμπουλιά. Μετά, κοιτάζοντας την καθαρή λυχνία της Ισμής στον νυχτερινό ουρανό της Αθήνας, ένιωσα τον εαυτό μου να κουνάται ανάμεσα σε γνωστές και άγνωστες μορφές· τρία μέρες μετά θα έπρεπε να φύγω ξανά.
Ναι, πόσο ηλίθιος ήμουν σκέφτηκα με πικρή γλυκύτητα, νιώθοντας την αμηνία να διασπείρει το πρόσωπό μου. Χατύλησα την Ισμή στο κεφάλι, αναπνέοντας το γνώριμο άρωμα του αρώματος της. Η απάντησή της ήρθε με ένα ζεστό φιλί στο μάγουλό μου, ωθώντας με πρός την πόρτα.
Πάμε, άνοιξε! Η Θεανώ δεν θέλει να περιμένει πολύ έξω.
Η Θεανώ και ο Βασίλης έσπρωξαν τον παλιό τους Σιβέτ, βγάζοντας από το πορτ μεγάλο καλάθι γεμάτο κόκκινα μήλα, δώρο του φθινοπώρου από το δικό μας αμπέλι.
Ποτέ δεν μπορείς να αφήσεις τη γοητεία σου, παρατήρησε η Θεανώ, δίνοντάς του το μικρότερο, πιο προσεγμένο καλάθι για την Ισμή.
Με το βλέμμα της, μελετούσε την αμηχανία μου· όμως τα συναισθήματα μου τρεμοπαίζαν σαν θάλασσα σε καταιγίδα. Η παλιά μούτρα, η απόγνωση, έλειπαν· η ηρεμία δεν είχε έρθει ακόμη. Ήξερα όμως ένα πράγμα: οι κατηγορίες του Βασίλη ήταν άδικες, προϊόν της δικής μου ζήλιας.
Με κρυφή, ζώα-σκοτεινή φόβο, περίμενα την επόμενη συζήτηση για τον Τύχωνα· η Θεανώ, κουβαλώντας το βαρύτερο καλάθι, κατευθύνθηκε προς την είσοδο.
Έλα παιδιά, μην καθυστερείτε! φώναξε, η φωνή της γεμάτη αρχηγική ηχώ.
Μερικοί λεπτά βρέθηκαν όλοι σε βαριά σιωπή· ο Βασίλης έκλεισε το πορτ με ένα θραύσμα και βγάζει τσιγάρο.
Θες αληθινά αμερικάνικα; ρώτησε, ρίχνοντας ένα βλέμμα στο πλάι μου.
Όχι, ευχαριστώ, έχω δικά μου, απάντησα, τραβώντας τη δική μου τσάντα.
Καθόλου δεν είναι τυχαίο, ξέρεις πως το 85% των χωρισμάτων οφείλεται σε γυναίκες; εξαλήφθη το γαλαξίας του Βασίλη, εκπαιδεύοντας το χιτσωμένο άπνετο.
Στο διάλειμμα, άκουσα την ψιθυριστή φωνή του, που μου έλεγε για έναν σκώληκα, για το τι έκανε η Ισμή με τον Τύχωνα· μια ελαφριά, αληθινή ανησυχία.
Μην το ξεχνάς, η Ισμή, ένας τυφώνας, κυκλοφορεί με το αυτοκίνητό του, και το μικρό Μίλτο φέρει μαζί του.
Το έφερε για μασάζ, είπε ηφρυσμένο· «ο Τύχων ξέρει τα κόμπους».
Η σιωπή πίεζε ακόμα πιο βαριά· ο Βασίλης κουνάτο τα χέρια του, σαν να προσπαθεί να ξοδεύσει το κενό.
Στη μνήμη μου επανήλθε η ημέρα που, γεμάτος ζήλια, έφυγα στην Πάτρα, στέλνοντας το λεωφορείο προς το σπίτι του Τύχωνα, η μικρή κατοικία του ανάμεσα σε ξέσπαστους κήπους σαν παραμύθι. Αγόραζα εισιτήριο, δεν σκεφτόμουν να φθάσω εκεί· όμως ο ταξιτζής, μετά από μια ακατάσχετη φωνή, βγήκε με το στόμα να μου λέει τον δρόμο του Τύχωνα, καθώς έτρεχε με το ποδήλατο του, σφραγίζοντας τα κλειδιά του σπιτιού μου μέσα στο μανίκι.
Μόλις μπήκα, μια ψηλή, σφαιρική γυναίκα με καστανά μάτια, με ζεστό χαμόγελο, με είπε πως ο σύζυγός της δεν είναι σπίτι, και όταν θα επέστρεφε· ο μικρός Μίλτος ήταν με μια νεαρή μαμά στο ιατρείο, γιατί ο μικρός δεν μπορούσε να θεραπεύσει την κλασική στροφή του χεριού του. Η γυναίκα αναστέναξε και μου είπε με δισταγμό: «Από τότε έχω αφήσει τα παράξενα του συζύγου μου».
Συμφωνώ, είπε ο Βασίλης, καθοδικά, με βλέμμα βαρύ. Έλεγες ό,τι ήθελες, και τώρα το ξέρεις.
Έλεγες κάτι; ρώτησα αθόρυβα.
Εξέτασα, απάντησα ήσυχα, μασώντας τα χείλη μου. Και τώρα, Βασίλη, σου λέω: «Σου έπλεξε».
Τι λες τώρα; έσπασε η φωνή του, σαν άγρια φωτιά. Μην τσιγκάλεις, αδερφέ.
Δεν έδωσα απάντηση· άκουγα τον ήχο της πόλης να σβήνει, και το βάρος έλειπτε από το σώμα μου. Όλα τα χρόνια ζούσα ήσυχος, σίγουρος, και τότε η αστάθεια εμφανίστηκε σαν φαντασμαγορικό μονοπάτι. Τίποτα δεν ήταν πια αμετάβλητο· ήταν σαν γυαλί που σπάει στα χέρια μου, σαν άμμος που ξεχείλισε από τα δάχτυλα. Αλλά πέρασε· ευχαριστώ το Θεό· θα έχω πάλι ευτυχία, ακόμα κι αν αυτή ήρθε με τον πόνο μιας μαύρης Παρασκευής. Ήμουν σίγουρος.




