– Κατερινάκι, θα πήγαινες στο φούρνο να πάρεις λίγο ψωμάκι; – το θολό βλέμμα της σαρανταπεντάχρονης κυρίας δεν μπορούσε πια να εστιάσει στη λεπτή φιγούρα της επτάχρονης μικρής

Μαριαλένα, πήγαινες μέχρι το σούπερ μάρκετ για λίγο ψωμάκι; Η θολή ματιά της σαρανταπεντάχρονης μάνας της δεν κατάφερνε πια να εστιάσει στον λεπτό σωματάκι της επτάχρονης κόρης της, που κατάπινε τη σάλιο της μόνο στην ιδέα του ψωμιού.
Βεβαίως, μαμά…
Η Μαριαλένα περίμενε με πειθαρχία το δίευρο, εκείνο το ιερό ευρώ πάνω στο οποίο η κυρία Βούλα, η χαμογελαστή ιδιοκτήτρια του βραδινού μίνι μάρκετ στη γωνία, της έδινε μια φρατζόλα ψωμί κάποιες φορές έχωνε και καμιά σοκολατίτσα ή χούφτα καραμέλες στο πεινασμένο χεράκι της.
Πω πω, τι τραβάει αυτό το παιδί. Μα τι μαργαριτάρι μεγαλώνει τέτοιοι μεθυσμένοι, γκρίνιαζε η Βούλα, φυσώντας τον στιγμιαίο της καφέ με παραίτηση.
Η Μαριαλένα, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να μην μυρίσει το μεθυστικό άρωμα από την τραγανή κόρα, έτρεχε σπίτι. Όταν ήταν καλή, η μαμά της της έδινε πάντα ένα κομμάτι από την κόρα, κι από πάνω τοποθετούσε δυο τρεις παχιές σαρδέλες κονσέρβας, που έσταζαν λαδάκι κι έβρεχε το ψωμί. Η μικρή το έτρωγε ήρεμα, μασουλώντας κάθε μπουκιά σαν σπάνια λιχουδιά. Κρίνοντας από τον σωρό από μπουκάλια στο σαλόνι, περίμεναν πάλι «παρέα» οι μεγάλοι, άρα για δεύτερο δείπνο ούτε λόγος. Τώρα το πιο κρίσιμο ήταν να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια από το σπίτι και να μην τη δει κανείς αλλιώς είχε συνέπειες. Την τελευταία φορά, ο πατέρας της τής είχε ρίξει τέτοια σφαλιάρα που παραπατούσε μέρες και τη μύτη της την ταλαιπωρούσε το αίμα.
Η Μαριαλένα βγήκε από την πολυκατοικία. Κρατούσε ακόμα το ένα τέταρτο του ψωμιού και μια ολόκληρη σαρδέλα. Έξω επικρατούσε ησυχία, παρά το γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι. Ο δρόμος σχεδόν άδειος, από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν χαρούμενη ελληνική μουσική και στην τσέπη της δυο σοκολατένιες καραμέλες περίμεναν τη σωστή ώρα. Η νύχτα ήταν ζεστή και ευχάριστη, τέλεια για βόλτα. Αν είχε δυσκολίες, πάντα υπήρχε το καταφύγιο της κυρά-Βούλας: θα έμπαινε μέσα, θα της έδινε καφέ με γάλα και ζάχαρη και θα καθόταν να ζεσταθεί. Η Μαριαλένα κοιτούσε τα φωτισμένα παράθυρα και ονειρευόταν πως θα αποκτήσει σύντομα μια φίλη. Τότε θα ήταν πραγματικά ευτυχισμένη. Θα είχε κάποιον να μοιράζεται σκέψεις και όνειρα, ή να κάνουν παρέα τις ώρες που δεν μπορούσε να γυρίζει στο σπίτι. Ώσπου, από κάτι θάμνους δίπλα στους κάδους απορριμμάτων, ένα απεγνωσμένο νιαούρισμα τής έκοψε την ανησυχία.
Έσκυψε κι ανάμεσα σε στοιβαγμένα, βρωμερά ρούχα είδε σε ένα παλιό κουτί παπουτσιών ένα μικρό ριγέ γατάκι να παραπονιέται. Η Μαριαλένα άπλωσε το χέρι, εκείνο μύρισε τα δάχτυλά της. Η μυρωδιά της σαρδέλας το ξετρέλανε, έγλειφε λαίμαργα τα δάχτυλά της, κάνοντας τη μικρούλα να γελάσει με γαργάλημα.
Πεινάς ε; Κοίτα τι έχω για σένα! Τελετουργικά του άπλωσε τη σαρδέλα, χώνοντας ταυτόχρονα το ψωμί στο στόμα της.
Φάε, να χορτάσεις!
Το μωρό-αρπακτικό έπεσε με βουλιμία στο φαγητό, γουργούριζε, κατάπινε κομμάτια, φούσκωνε και μάλιστα αγρίευε όταν η Μαριαλένα προσπαθούσε να το χαϊδέψει.
Σιγά-σιγά, μην πάθεις τίποτα, το έχω περάσει κι εγώ τέτοια βουλιμία, του χαμογέλασε.
Θες να σε πάρω σπίτι μου; Θα σε λέω Ριγέ και θα σου δίνω πάντα να τρως, είπε και το πήρε στην αγκαλιά της, ελαφρύ σαν πούπουλο, και το έκρυψε μέσα από το μπουφάν της.
Τα φανάρια της πλατείας, χρυσά σαν μέλι του Μάη, φώτιζαν το δρόμο. Ένα μικρό κορίτσι προχωρούσε με γάτα στην αγκαλιά, κουβεντιάζοντας ζωηρά με τη φατσούλα που πρόβαλλε από το γιακά.
***
Στο σπίτι επικρατούσε σιγή. Μόνο τα άδεια μπουκάλια, τα βρώμικα πιάτα και μια τίγκα τασάκι στην κουζίνα. Ο λέβητας βούιζε αυτάρεσκα, το ρολόι χτυπούσε ψύχραιμα. H Μαριαλένα κάθισε και έβαλε τον Ριγέ πάνω στο τραπέζι. Το ζωάκι μύρισε με δισταγμό το άδειο ποτήρι.
Όχι, Ριγέ! Αυτό είναι βρωμερό πράγμα, μην τύχει και σου αρέσει, τα χάσαμε. Δεν θέλω τέτοιες παρέες! είπε και τον πήρε αγκαλιά, κολλώντας τον στο πρόσωπό της. Ο Ριγέ απλά γουργούρισε, της χτύπησε τη μύτη απαλά, λες και της έλεγε: «Μαζί είμαστε!».
Εκείνο το βράδυ, η Μαριαλένα κοιμήθηκε γλυκά, ονειρευόμενη παγωτό μπανάνα και κεράσματα με βυσσινάδα. Ο Ριγέ χώθηκε δίπλα της, νανουρίζοντάς την με γατίσιες μελωδίες.
Το πρωί, όμως, ο πατέρας της μόλις είδε το γατί άρχισε να ουρλιάζει να μη το ξαναδεί ποτέ. Η μητέρα της, μ ένα παγωμένο πανί στο μέτωπο και τσιγάρο στο χέρι, της είπε βραχνά να το βγάλει έξω όσο-πιο-μακριά-γίνεται.
Η μικρούλα, πνίγοντας τα παράπονά της, κάθισε στα σκαλιά της εισόδου με τον Ριγέ αγκαλιά. Δεν ήξερε πού να το αφήσει, και η ιδέα να τον αφήσει στα σκουπίδια της φαινόταν απαράδεκτη. Μέσα στα αναφυλλητά της, πήρε τη γατίσια της τροφή και πήγε στο μίνι μάρκετ, στην κυρά-Βούλα. Με σπασμένη φωνή, παρακάλεσε να κρατήσει εκεί τον Ριγέ, τάζοντας να τον επισκέπτεται, να τον ταΐζει, να τον μεγαλώσει. Οι γυναίκες λύγισαν, τον έβαλαν να μείνει στην αποθήκη. Του έστρωσαν μια φθαρμένη ζακέτα κι ένα κουβά κομμένο από μαγιονέζα για σπίτι.
Όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι, η Μαριαλένα έτρεχε να βλέπει τον Ριγέ, κόβοντας από κάθε μισή φραντζόλα κι ας έτρωγε ξύλο στο σπίτι γι αυτό. Αλλά τι σημασία έχει όταν έχεις πραγματικό φίλο; Ώρες-ώρες μιλούσε με τη γάτα, του τα έλεγε όλα. Ο Ριγέ ξάπλωνε πάνω στα λιγνά γόνατά της, μισόκλεινε τα μάτια από ευχαρίστηση.
Κάθε μεσημέρι η κυρά-Βούλα, χύνοντας τα αποφάγια στην ταΐστρα του, πρόσεξε τις κατακόκκινες ματιές του.
Παναγιά μου, τέτοια μάτια δεν έχω ξαναδεί! Κοίτα, Έφη, δες εδώ! φώναξε στην συνάδελφό της. Οι δυο τους έλιωσαν πάνω από το γάτο, που τις κοίταγε με δυο λίμνες στο βλέμμα γεμάτες ζεστασιά και κατανόηση.
Μέχρι το φθινόπωρο, ο Ριγέ μεταμορφώθηκε. Έγινε ένας μεγαλόπρεπος γάτος, καταπληκτικής ομορφιάς. Κάμποσοι πελάτες προσπάθησαν να τον πάρουν, αλλά εκείνος δεν δεχόταν κανέναν. Περίμενε τη μικρή του αφεντικίνα με αφοσίωση.
Ώσπου μια μέρα, η Μαριαλένα άργησε να φανεί. Οι μέρες περνούσαν και δεν πήρε ούτε ψωμί, ούτε τον Ριγέ φρόντισε. Η κυρά-Βούλα άρχισε να ανησυχεί. Ώσπου η μικρή εμφανίστηκε με μαύρους κύκλους, φρέσκο σημάδι στη γωνιά των χειλιών, κίτρινα σημάδια στα ζυγωματικά.
Έπεσα, απάντησε μονολεκτικά στα ερωτηματικά βλέμματα.
Πήγε στον Ριγέ και, κλαμένη, του τα ψιθύρισε όλα. Σαν να τον αγκάλιαζε και ταυτόχρονα να χανόταν, έτσι κοιμήθηκε, χωμένη στην αγκαλιά του γάτου. Η κυρά-Βούλα τη σήκωσε προσεκτικά και την έβαλε σ έναν παλιό καναπέ, τη σκέπασε με μια ριγωτή κουβέρτα, κι ύστερα τηλεφώνησε στον αστυνόμο του τοπικού τμήματος, τον κυρ-Νίκο. Εκείνος την αποπήρε λέγοντας ότι δύσκολα αποδεικνύονται ξυλοδαρμοί και με το ζόρι θα μπλέξει κανείς μ αυτούς τους μεθύστακες. Την έπιασαν τα κλάματα δεν άντεχε πια το κοριτσάκι και να μην μπορεί να βοηθήσει. Δεν είχε δικά της παιδιά και είχε σκεφτεί μήπως μπορούσε να έχει μια τέτοια μικρή δίπλα της.
Ο Ριγέ έκανε κύκλους ανήσυχος γύρω από το καναπέ, μυρίζοντας το πρόσωπο της και μετά… εξαφανίστηκε. Όλη τη νύχτα η Μαριαλένα κοιμήθηκε στο μαγαζί, κανείς δεν νοιάστηκε να τη ζητήσει. Το πρωί, η κυρά-Βούλα της έφτιαξε τοστ και γλυκό τσάι, και της ζήτησε να βοηθήσει με το ταμείο, όσο εκείνη θα έλειπε για «σημαντική δουλειά». Η Μαριαλένα χάρηκε, και η γυναίκα, γεμάτη αποφασιστικότητα, πήγε να βρει τους γονείς της μικρής. Αλλά, στο κατώφλι της πολυκατοικίας, τη σταματάει ο αστυνόμος.
Κάτσε, που πας τρέχοντας; Εδώ είχαμε φόνο, καλύτερα να μην ανακατευτείς. Είδες καθόλου τη μικρή των Αναγνωστοπούλων χτες βράδυ;
Τη Μαριαλένα; Ποιους σκότωσαν; Η Βούλα πάγωσε και κοίταξε την πολυκατοικία.
Τους γονείς της. Τσακώθηκαν με τους συμπότες, και τους βρήκαμε σφαγμένους. Ψάχνουμε το παιδί, μην τη μάζεψαν οι συγγενείς.
Όχι, είναι στο μίνι μάρκετ μαζί μου, όλα καλά. Ποιος τους…;
Πού να ξέρω, μεθύστακες όλα. Το παιδί στηρίξ το για λίγο, μέχρι να βρούμε που θα το στείλουμε να μην έρθει το ίδρυμα. Με τα χαρτιά και το κλείσιμο, όλο και κανένας συγγενής θα φανεί δήθεν ενδιαφερόμενος.
Εννοείται! Οι σφυγμοί της Βούλας ανέβηκαν. Δεν λυπήθηκε καθόλου τους γονείς της Μαριαλένας. Χαμογέλασε και έτρεξε στο μίνι μάρκετ.
Με συνεννόηση με την Έφη, συμφώνησαν να μην αποκαλύψουν τίποτα στη μικρή. Απλώς της είπαν πως η μαμά της έδωσε άδεια να μείνει στην κυρά-Βούλα για λίγο. Η Μαριαλένα χάρηκε, ρώτησε αν θα της μάθαιναν να δουλεύει στο ταμείο.
Από εκείνη τη μέρα, ο Ριγέ δεν εμφανίστηκε ξανά. Η μικρή τον έψαχνε γύρω απ τα σκουπίδια, τον φώναζε μέρες, αλλά τίποτα. Η τροφή του στη γατίσια ταΐστρα άθικτη.
Η κυρά-Βούλα λάτρεψε το παιδί, αλλά φοβόταν τη μέρα που θα της το πάρουν. Δήλωσε στην πρόνοια πρόθεση υιοθεσίας, μα οι απαντήσεις ήταν αρνητικές: άγαμη, δουλειές βάρδιας, όχι «καλή μαρτυρία». Ένιωθε μειονεκτικά, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Δύο μήνες πέρασαν έτσι. Η Μαριαλένα συνήθισε, έμαθε να φτιάχνει ομελέτα, να διαβάζει συλλαβιστά, να καθαρίζει. Ήθελε να κάνει τη γυναίκα να χαίρεται.
Όταν, στις 3 Νοέμβρη, έπεσε το πρώτο χιόνι, η Μαριαλένα έκλεισε τα 8. Φύσηξε τις πολύχρωμες, παραφίνινες λαμπάδες πάνω στο μελομακάρονο του μαγαζιού και γυρνώντας στη Βούλα είπε:
Θέλω να μένουμε πάντα μαζί. Να γίνεις η μαμά μου! της τυλίχτηκε με λαχτάρα.
Κι εγώ το ίδιο, Μαριαλενάκι μου, ψιθύρισε η Βούλα με δάκρυα στα μάτια.
Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Επισκέπτες δεν περίμεναν, κι όταν εμφανίστηκε ένας καλοντυμένος νεαρός, η Βούλα σάστισε.
Καλησπέρα. Από την υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας Δήμου Αθηναίων είμαι. Τα χαρτιά σας τα είδα, ήρθα να γνωριστούμε, της έδωσε το χέρι γελαστός.
Περάστε, απλώς δεν περιμέναμε κανέναν, απάντησε η Βούλα οδηγώντας τον στην κουζίνα.
Θα πιείτε τσάι; Η κυρά-Βούλα πήρε ένα με τροπικά φρούτα, καταπληκτικό! είπε χαρούμενα η Μαριαλένα, βάζοντας μπροστά του μια κούπα.
Ευχαριστώ. Αυτός ο τσιζκέικ είναι δικός σου; τη ρώτησε γελαστά.
Εμένα είναι, έκλεισα οχτώ! Του χρόνου πάω σχολείο, του απάντησε με σοβαρότητα.
Σχολείο, ε; Μπράβο! Πώς περνάς εδώ;
Υπέροχα! ενθουσιάστηκε η μικρή
Η συζήτηση κράτησε ώρα, έφαγαν τούρτα με ελαφρύ τσάι, μία μικρή κοπέλα κι ένας ευγενικός τύπος με κουστούμι. Η Βούλα άκουγε, γαλήνια και συγκινημένη.
Πρέπει να φύγω είπε εκείνος χαμογελώντας. Άνοιξε μια παχιά πράσινη καρτέλα.
Ορίστε, κυρία Βούλα, με αυτά αύριο περάστε από το Πρωτοδικείο, ζητήστε τη γραμματέα και υποβάλετε αίτηση. Θα σας ενημερώσουν. Μη φοβηθείτε, το δικαστήριο είναι τυπικό. Και η Μαριαλένα θα γίνει δική σας είπε κι έκλαψε λίγο από χαρά.
Θα γίνει; η Βούλα τα είχε χαμένα, δεν πρόλαβε να πει πολλά. Η μικρή τον αγκάλιασε, τα μάτια της έλαμπαν.
Ευχαριστώ! Ευχαριστώ! Ευχαριστώ!
Να προσέχετε το παιδί, είπε κι έφυγε. Στο κατώφλι, η Βούλα έμεινε άφωνη: τα μάτια του έμοιαζαν δυο βιολετιά, γατίσια βάθη γεμάτα ζεστασιά και κατανόηση…

Oceń artykuł
– Κατερινάκι, θα πήγαινες στο φούρνο να πάρεις λίγο ψωμάκι; – το θολό βλέμμα της σαρανταπεντάχρονης κυρίας δεν μπορούσε πια να εστιάσει στη λεπτή φιγούρα της επτάχρονης μικρής