Κατάλαβα ότι ο πρώην άντρας μου μου τα φοράει όταν έπιασε να σκουπίζει τον δρόμο. Ναι, ναι, το ξέρω, ακούγεται σαν ανέκδοτο, αλλά έτσι ακριβώς έγινε. Αυτός ήταν ηλεκτρολόγος δούλευε απ το σπίτι, είχε το μικρό του εργαστήριο στο γκαράζ και περνούσε τη μέρα του με καλώδια, εργαλεία και πελάτες. Αν μιλήσουμε για νοικοκυριό ούτε λόγος! Όχι ότι θεωρούσε τις δουλειές για «γυναίκες», απλώς δεν του πήγαιναν. Σε κάθε του ελεύθερη στιγμή, αράδιαζε στον καναπέ να δει τηλεόραση, να πιει μια μπύρα με φίλους ή να ψήσει κάτι στα κάρβουνα. Χαμηλών τόνων τύπος, χωρίς φασαρίες, καθόλου «ύποπτος» από αυτούς που κοιτάς δύο φορές.
Ο δρόμος μας ένας κλασικός χωματόδρομος στα προάστια της Θεσσαλονίκης, φαρδύς, γεμάτος μεγάλα πλατάνια. Πάντα γεμάτος φύλλα, σκόνη και λάσπη. Το σκούπισμα ήταν καθημερινό καψώνι, συνήθως δικό μου πρωινό αγγαρείο, μεταξύ φρυγανιάς και καφέ. Μέχρι που μια μέρα, στη διπλανή μονοκατοικία, ήρθε καινούρια γειτόνισσα. Τίποτα αξιοσημείωτο αυτό το σπίτι συνέχεια νοικιάζεται, όλο και αλλάζει χέρια η εξώπορτα.
Μετά από μερικούς μήνες, άρχισε το αλλόκοτο. Έρχεται μια μέρα και μου λέει αυτός ο δικός μου:
«Άσε, θα σκουπίσω εγώ σήμερα, μην αγχώνεσαι.»
Στην αρχή λέω: Πω πω, τι ψυχή! Βρήκα ευκαιρία να κάνω άλλα τα πιάτα, το μπάνιο, καμιά τάξη. Δεν τον παρατηρούσα, δεν υπήρχε λόγος.
Αλλά άρχισε να το κάνει κάθε μέρα.
Και το πιο κουφό; Πάντα στις 7 το πρωί. Ούτε λεπτό νωρίτερα, ούτε λεπτό αργότερα. Κάτι άρχισε να μην κολλάει αυτός, που ούτε το ρολόι του για δουλειά δεν είχε σταθερό.
Κι όπως όλο έλεγα «Μα τι έπαθε;», μια μέρα, από γνήσια περιέργεια, κρυφοκοιτάζω από το παράθυρο.
Τον βλέπω σκούπα στο χέρι, αλλά στάσιμος. Μιλούσε. Χαμογελούσε. Απέναντί του, η γειτόνισσα. Ε, λες να έτυχε; Την επόμενη μέρα ξανά τα ίδια. Και τη μεθεπόμενη. Πάντα αυτοί οι δυο, στην ίδια παράσταση, λες και είχαν βγάλει πρόγραμμα.
Άρχισα κι εγώ να τους παρακολουθώ πιο διακριτικά. Δεν ήταν μόνο τα πρωινά. Ένα Σάββατο, δήθεν θα πήγαινε για μπύρα με τους φίλους (κλασικά). Όπως βγαίνει, έχω αυτό το προαίσθημα και τσουπ, να και η γειτόνισσα την ίδια στιγμή «Χαίρετε, γείτονα! Να έχετε ένα όμορφο βράδυ!» Λέει ο δικός μου «Επίσης, Ευγενία». Αυτή το τερματίζει: «Φανταστικό, κι εγώ εκεί πάω!» και εξαφανίζονται μαζί.
Την άλλη Κυριακή, τάχα πάει για ποδόσφαιρο (ποιος, αυτός;), και λίγα λεπτά μετά τσουλάει κι η γειτόνισσα στην ίδια διαδρομή, τάχα μιλώντας στο κινητό.
Δεν είχα «αποδείξεις» ούτε μηνύματα, ούτε φωτογραφίες, τίποτα. Μόνο μοτίβα, ώρες, συμπτώσεις που πλέον δεν ήταν τόσο συμπτωματικές.
Μια μέρα του το ξεφουρνίζω χύμα:
«Ξέρω ότι έχεις σχέση με τη γειτόνισσα.»
Με κοιτάζει σαν να του κάηκε το καλώδιο. Πάει να το αρνηθεί Δεν τρώω κουτόχορτο:
«Σας έχω δει. Κάθε μέρα. Μη μου λες ψέματα.»
Το βουλώνει, κατεβάζει το βλέμμα και λέει:
«Ναι, με την Ευγενία είμαι. Είμαι ερωτευμένος μαζί της.»
Του φωνάζω να μαζέψει τα μπογαλάκια του από το σπίτι. Ούτε παιδιά, ούτε διαπραγματεύσεις. Μα το πιο γελοίο; Μετακόμισε ακριβώς δίπλα, στο σπίτι της γειτόνισσας.
Δεν έκατσαν πολύ. Κανέναν δίμηνο. Μετά εξαφανίστηκαν κι οι δυο, άφαντοι απ την πόλη. Κανείς δεν κατάλαβε τι στα κομμάτια έγινε. Οι γείτονες κουτσομπόλευαν, οι θείες το κάναν μελόδραμα, αλλά εγώ γνήσια ελληνίδα ούτε που θέλησα να μάθω τίποτα άλλο.





