Κανείς δε θα σε πειράξει

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΠΕΙΡΑΞΕΙ

Πού γυρνάς; μούγκρισε άγαρμπα ο Πρόδρομος στη σύζυγό του, όταν εκείνη μπήκε στο διαμέρισμα.
Στο γραφείο ήμουν.
Μα σήμερα είναι Σάββατο!
Δουλεύω και τα Σάββατα εγώ.
Δουλεύεις και λεφτά δεν βλέπω.
Ενώ εσύ μόνος σου δεν κουνιέσαι καθόλου
Πρόσεχε πώς μου μιλάς, μουρμούρισε απειλητικά περνώντας πιο κοντά της. Τράβα γρήγορα στο σούπερ μάρκετ! Δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο στο σπίτι.
Πρόδρομε, μας έμειναν μόνο εξακόσια ευρώ ακόμα, μια εβδομάδα ως τον μισθό Ίσως να δοκίμαζες να βρεις μια δουλειά, ή να οδηγούσες λίγο ταξί με το αμάξι μας.
Εγώ να γίνω ταξιτζής; Πες και ευχαριστώ που μένεις στο σπίτι μου, άνοιξε την πόρτα με δύναμη. Τράβα, λοιπόν, να ψωνίσεις!

***

Τα μάτια της Αναστασίας βούρκωσαν. Πόση αδικία Φταίει αυτή που η ζωή τους πήρε την κατηφόρα; Τέσσερα χρόνια παντρεμένοι και στην αρχή όλα έδειχναν λαμπρά. Οι γονείς και των δύο έβαλαν τα λίγα τους χρήματα για να πάρουν το αναπαλαιωμένο δυάρι στο Παγκράτι. Ύστερα, μάζεψαν και για ένα μεταχειρισμένο Hyundai. Τα χαρτιά γράφτηκαν όλα στον Πρόδρομο, αφού αυτός ήταν ο «αρχηγός» της οικογένειας. Οι γονείς της Αναστασίας έμεναν στα Χανιά, αλλά έβαλαν κι αυτοί ό,τι μπορούσαν.

Ο Πρόδρομος είχε μια μικρή επιχείρηση μαζί με τον πατέρα του τα έφερναν βόλτα καλά, αν και μέτρια τα κέρδη. Αλλά ο Πρόδρομος νόμιζε πως άξιζε καλύτερη τύχη και, με το πείσμα και την έπαρσή του, τα έχασε όλα, τσακώθηκε και με τον πατέρα του. Εδώ και έναν χρόνο δεν κάνει τίποτα περιμένει κάτι που ποτέ δεν έρχεται.

Άρχισε να φωνάζει στην Αναστασία και αργότερα, να σηκώνει και χέρι Εκείνη δουλεύει έξι μέρες τη βδομάδα και πάλι τα λεφτά δεν βγαίνουν, αλλά ο άντρας της φορτώνει τις ευθύνες σε εκείνη. Σκέφτηκε να γυρίσει στους γονείς της στη Κρήτη, όμως μένουν εκεί και οι δύο μικρότερες αδερφές της Δεν θέλει να τους γίνει βάρος.

***

Κατεβαίνοντας τη μαυρισμένη σκάλα, σκούπισε τα δάκρυά της και βάδισε προς το σούπερ μάρκετ. Όχι το κοντινότερο: θα πήγαινε πιο μακριά, να φτηνίνουν λίγο τα ψώνια, αλλά και γιατί δεν άντεχε να γυρίσει σπίτι.

Στο πάρκινγκ μπροστά από ένα άλλο σούπερ μάρκετ, ένα μεγάλο τζιπ σταμάτησε. Άντρας, κάπως κουτσαίνοντας, βγήκε από μέσα. Τον διέκρινε μόνο με την άκρη του ματιού της.

Αναστασία! ακούστηκε η χαρούμενη φωνή του.

Γύρισε απότομα:
Βασίλη!

Ήταν ο παλιός της συμμαθητής. Ο Βασίλης είχε κινητικά προβλήματα από παιδί: με τα χέρια και τα πόδια του πάντα κάτι δεν πήγαινε καλά. Έκαναν το σχολείο μαζί, από την Πρώτη μέχρι τη Δευτέρα Λυκείου και, όσο θυμόταν, ο Βασίλης περνούσε τον μισό καιρό στα νοσοκομεία. Τα αγόρια τον κορόιδευαν, εκείνος όμως διάβαζε αμίληκτα, πάντα ο καλύτερος της τάξης και του σχολείου. Μετά από κάθε θεραπεία βελτιωνόταν, κι αν στην Πρώτη τον μετέφεραν αγκαλιά, στη Γ Λυκείου άξιζε το «άριστα» βγαίνοντας, κουτσαίνοντας μεν, αλλά γελαστός.

Κι ιδού τον τι είδε! Ο Βασίλης βγήκε με άνεση από το Range Rover, πλησίασε χαμογελαστός:
Στα αλήθεια εσύ είσαι; Δεν σε είχα δει τα τελευταία χρόνια! Δύο χρόνια πέρασαν, το καλοκαίρι που μαζεύτηκαν οι συμμαθητές ούτε φάνηκες κι ας σε ειδοποίησε η Γεωργία.

Εε, διάφορα τρεχάματα απάντησε μουδιασμένα, κάτι που ο Βασίλης φυσικά κατάλαβε.
Για ψώνια είσαι;
Ναι.
Έλα μαζί μου τότε. Εγώ πρέπει να πεταχτώ εδώ πέρα.

Την τραβάει στο μεγάλο, ακριβό σούπερ μάρκετ, όχι σε αυτό που σκόπευε να πάει η Αναστασία. Εκείνη διστάζει και, πριν μιλήσει, ο Βασίλης καταλαβαίνει: παρατηρώντας την προσεκτικά, διάβασε πολύ περισσότερα.

Αναστασία πήγε να ξεκινήσει.

Όχι, Βασίλη, συγγνώμη. Δεν μπορώ σε αυτό το μαγαζί. Τράβηξε το χέρι της και πήγε στο πιο φτηνό σούπερ μάρκετ.

***

Αγόρασε τα απαραίτητα μετρημένη μέχρι και το τελευταίο δεκάλεπτο. Μόλις βγήκε, είδε το αυτοκίνητο με τον Βασίλη να περιμένει. Ήρθε αποφασιστικά κοντά της, της άνοιξε την πόρτα συνοδηγού:

Μπες μέσα!

Η Αναστασία μπήκε αμίλητη, εκείνος κάθισε δίπλα:
Πες μου, τι συμβαίνει;

Κι εκείνη, σαν παιδί, με βουρκωμένα μάτια, του τα είπε όλα χωρίς να κρύψει τίποτα.

Φύγε από αυτόν, Αναστασία, τέλος!

Βασίλη, πού να πάω; Όλα είναι στο όνομά του.

Εγώ είμαι από τους καλύτερους δικηγόρους της Αθήνας, δεν παίζει ρόλο σε ποιον γράφτηκαν, τα μισά ανήκουν σε σένα. Λοιπόν, δώσε μου το κινητό σου.

Διστακτικα του έδωσε το νούμερο πάτησε κλήση και το κινητό της άρχισε να χτυπά.

Είναι Σάββατο. Τη Δευτέρα πας να κάνεις αίτηση για διαζύγιο. Θα σου πω εγώ ακριβώς τη διαδικασία και τι να γράψεις. Ξεκίνησε το αυτοκίνητο. Σε πάω σπίτι. Πού μένεις;

Στου Παγκρατίου, πίσω από το ταχυδρομείο.

Μόλις μετακόμισα σε αυτό εδώ το πολυτελές καινούριο διαμέρισμα, έδειξέ της τη δεκαόροφη πολυκατοικία.

***

Φτάνοντας στην πολυκατοικία της, άνοιξε την πόρτα:
Αναστασία, αποφάσισε! Θα σου τηλεφωνήσω τη Δευτέρα. Ό,τι και να γίνει το Σαββατοκύριακο, πάρε με αμέσως.

Τον φοβάμαι, Βασίλη

Μην φοβάσαι, αποκρίθηκε με το γνώριμο ζεστό χαμόγελό του.

***

Μπαίνοντας σπίτι, ο άντρας της όρμησε από το χολ:
Ποιος ήταν αυτός με τον οποίο γυρνούσες με αυτοκίνητο;

Ένας συμμαθητής

Ο άντρας πεινάει κι αυτή κάνει βόλτες…

Ύστερα ήρθαν βρισιές και ένα χτύπημα.

Η Αναστασία πέταξε τη σακούλα και με ανάσα κομμένη απ το κλάμα έτρεξε έξω έπεσε στη σκάλα πάνω στον Βασίλη που περίμενε.

Μπες γρήγορα στο αυτοκίνητο!

Άνοιξε την πόρτα, κάθησαν, και ξεκίνησαν ξανά.

***

Η Αναστασία σαν να ξύπνησε από όνειρο όταν ο Βασίλης της άνοιξε την πόρτα ενός όμορφου, τριάρι διαμερίσματος.

Βασίλη, πού με έφερες;

Εδώ μένω. Κανείς δεν θα σε πειράξει, είσαι ασφαλής.

Στο κινητό της ήχησε ξανά άγρια η φωνή του άντρα της:
Πού τριγυρνάς;

Καβγάς. Ο Βασίλης παίρνει το κινητό από τα χέρια της:

Η Αναστασία καταθέτει αίτηση διαζυγίου. Το σπίτι μένει σε εκείνη

Ποιος είσαι εσύ;
Αν αρχίσεις τα εξώδικα και τις φωνές, θα σε στείλω για δύο χρόνους φυλακή.
Λοιπόν; Τι είσαι εσύ, ρε φίλε;
Τα είπα όλα.

Έκλεισε το κινητό και το επέστρεψε στην Αναστασία. Εκείνη έκλαιγε σιγανά.

Ηρέμησε τώρα. Πήγαινε πλύνσου, θα φάμε κάτι ζεστό.

Όσο ήταν στο μπάνιο, ο Βασίλης έβαλε καφέ και τηλεφώνησε κάπου.

***

Μετά από λίγο, ούτε που είχαν όρεξη για φαΐ, ο Βασίλης είπε σταθερά:

Πάμε να ξεμπερδέψουμε με το θέμα σου.

Όχι ψιθύρισε φοβισμένη.

Όλα θα γίνουν, Αναστασία, μόνο αν το θες εσύ.

Έξω, στην είσοδο, ένα περιπολικό Λαντάκι περίμενε. Βγήκε ο υπολοχαγός:
Βασίλη Χατζή, ό,τι χρειαστείτε.

Χαιρετήθηκαν, έβαλαν την Αναστασία στο αυτοκίνητο.

***

Σε λίγα λεπτά χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού της.

Ποιος είναι πάλι, ρε γαμώτο; ο άντρας της άνοιξε.

Κύριε Πρόδρομε Κουρκούλη; ρώτησε ο αστυνομικός.

Ναι.

Χρειάζεται να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις.

Ο Πρόδρομος κοίταξε με μίσος την Αναστασία.

Ελάτε.

Ο ιδιοκτήτης μπήκε με τον αστυνομικό στο σαλόνι. Τράβηξαν τα χαρτιά και άρχισε το πρακτικό.

Αναστασία, πάρε τα χαρτιά σου και ό,τι χρειάζεσαι για τις πρώτες μέρες.

Ο Βασίλης μίλησε γλυκά μα σταθερά και η Αναστασία νιώθει ανακούφιση: τόσο καιρό δεν είχε κανένα στήριγμα, μόνο φωνές και αφόρητη μοναξιά.

Κι όμως, ο συμμαθητής της που πάντοτε τον έβλεπε σαν φίλο και ποτέ σαν ιππότη με άσπρο άλογο, όπως ήθελαν όλες οι κοπέλες τότε παρουσιάζεται πάνω στην ώρα.

Πήρε τα χαρτιά της, τα έδωσε ασυναίσθητα στον Βασίλη· εκείνος της χαμογέλασε τρυφερά. Έπιασε γρήγορα-γρήγορα τα ρούχα της, διαισθανόμενη ότι τώρα πια όλα θα αλλάξουν. Ήξερε πως ο Βασίλης δεν πρόκειται να την αφήσει και μια γλυκιά ελπίδα γεννήθηκε μέσα της.

Τελείωσα, είπε ο ανθυπολοχαγός.

Ευχαριστώ. Άσε με να μιλήσω μόνος μου λίγο με τον κύριο.

Έπιασε το κάθισμα του αστυνομικού:

Πρόδρομε, τη Δευτέρα καταθέτει διαζύγιο η γυναίκα σου. Χρειάζομαι και τη δική σου υπογραφή. Δεν έχετε παιδιά και το διαζύγιο θα βγει από το ειρηνοδικείο. Τα μισά σε εκείνη.

Κι άμα δε συμφωνήσω; Όλα στο όνομά μου είναι!

Τότε η Αναστασία θα καταθέσει μηνύσεις για ξυλοδαρμό και το δικαστήριο θα αποφασίσει δίκαια. Είμαι πρόεδρος μιας από τις μεγαλύτερες νομικές ενώσεις στην Αθήνα, δεν χρειάζεται να σου τα εξηγήσω όλα.

Θα μείνω μόνος με την «κυρά» μου το βράδυ και θα τα βρούμε, χαμογέλασε με κακία.

Ποιος σου είπε ότι θα την αφήσουμε μαζί σου;
Είναι γυναίκα μου, απαιτώ να μείνει σπίτι!
Τότε οργανώνω άμεσα προσαγωγή σου για ενδοοικογενειακή βία, μένεις ώς τη Δευτέρα μέσα κι εκείνη μένει εδώ. Συμφωνείς;

Εντάξει ας πάει όπου θέλει.

Πολύ ωραία. Τη Δευτέρα πρωί, όλοι μαζί, πάμε για την αίτηση διαζυγίου.

***

Το κινητό της Αναστασίας χτυπά χαρούμενα. Ήταν η μαμά της. Από τότε με το διαζύγιο, οι σχέσεις τους είχαν ψυχρανθεί οι γονείς της πέρασαν τριάντα χρόνια μαζί, χωρίς φωνές, χωρίς διαζύγια.

Έλα, μαμά! χαμογέλασε.

Έλα, κορίτσι μου η φωνή της μαμάς ήταν θλιμμένη.

Τι έχεις; Εσύ πάντα ανήσυχη, μα εγώ σήμερα χαμογελάω χώρισα κιόλας!

Εσύ χαίρεσαι που τον άφησες, ε;
Ειλικρινά, μαμά, ναι.
Εσύ ξέρεις, δική σου η ζωή.

Μαμά, κάτι ήθελες να μου πεις;
Η Όλγα μας βρήκε κάποιον, θέλει να παντρευτεί Από την πόλη, τίποτα ιδιαίτερο, παρά μόνο αγάπη. Οι γονείς του ήρθαν να γνωριστούμε. Μένουν σε τριάρι, αλλά εκεί μένει και ο αδερφός του. Πού θα πάνε τα παιδιά μας; Είπαμε να βρούμε όλοι μαζί ένα μικρό διαμέρισμα εδώ στην πόλη, αλλά γάμο μην περιμένετε μεγάλο. Έκτοτε, η αδελφή σου στεναχωρημένη.

Ας μείνουν λίγο στο δικό μου, μετά θα βρείτε λύση.

Και πού θα μείνεις, εσύ;

Μαμά… γελούσε από χαρά … παντρεύομαι κι εγώ!

Δεν πρόλαβες να χωρίσεις…

Στο υπόσχομαι, μαμά, αυτό θα κρατήσει μια ζωή! Τον λένε Βασίλη, τον αγαπάω πολύ!

Oceń artykuł
Κανείς δε θα σε πειράξει